Ανθρωπιά | του Μιχάλη Στρατάκη Κάθε που αιστάνομαι να πλαντώ από την απαθρωπιά του κουβέρνου και των φαμέγιων του, σκαλίζω το καϊμάκι του νου μου κι ανασέρνω θύμησες που κατακαθίζουνε τον κουρνιαχτό και με ξεπλαντούνε. Το ίδιο κάνω κι εδά… Είχαμε πάει τον Ρόκο στο γιατρό του, τον Αντρέα Μπαντουβά στην Αμμουδάρα, για εμβόλιο και τα ποδέλοιπα. Πολλή ώρα επερίμεναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κόκκινα μήλα στο ποτάμι | της Άννας Τακάκη Γίνηκε ο κόσμος μια σταλιά… κι είναι τα μάτια μου ωκεανός μεγάλος και μέσα τους ο κόσμος χάνεται… Περάσαμε τον Ατλαντικό κι ούτε φωνή, ούτε ψυχή, ούτε γλάρου φτερό στον μπλε ορίζοντα. Η τσιμινιέρα το βουητό της, ο καπνός το ταξίδι του κι εμείς το δικό μας. Το βαπόρι μας βάζει ρόταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ένα χωνάκι παγωτό με γεύση φράουλας | της Μαρίας Σταυρίδου Ήταν το καλύτερο καλοκαίρι της ζωής μου. Σ’ ένα μικρό οικογενειακό ξενοδοχείο για δεκαπέντε ολόκληρες μέρες εγώ και η εγγόνα μου. Τι άλλο να ζητήσει μια γυναίκα στην ηλικία μου; Ίσως…, ναι…, μια ανάμνηση από ένα χωνάκι παγωτό με γεύση φράουλα… Από την πρώτη μέρα η μικρή έβγαλε πρόγραμμα, μετάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Πάρε τονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου | της Άννας Τακάκη Ο Αριστοφάνης, ένα αγαθό, τίμιο, κι εργατικό άθρωπάκι, μα ολίγον βραδύγλωσσο, είχε ένα μικρό κουσούρι. Εμπέρδευγε τσ’ ευκές. Σε γιορτή, σε γάμο ή σε κηδεία, αυτός ήλεγε τ’ ανάποδα. Στη κηδεία ήλεγε και στα δικά σας και στο γάμο ο θεός σχωρέσει τ’ αποθαμένα σας.ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Κρύο πολύ, κι ασταμάτητη βροχή | του Μιχάλη Στρατάκη Γενάρης μήνας. Κρύο πολύ, κι ασταμάτητη βροχή, το πρώτο που θυμούμαι. Λασπόνερα στο χαλικόδρομο απού γιαλίζανε στσ’ αχτίνες του φεγγαριού σαν κομματάκια από ’να μεγάλο καρφίχτη που ʼχε πέσει από τον ουρανό κι είχε γενεί θρύψαλα στα χαλίκια. Είχε βραδιάσει από ώρα, το δεύτερο που θυμούμαι. Κι ήτανε το σκοτίδι πηχτό,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Θυμούμαι… | του Αντώνη Κουκλινού Όντε (ν)επήρα τη πρώτη άδεια ντυμένος στο χακί και πήγα στο χωργιό… Άνοιξα τη (ν)αυλόπορτα και πορίζει η μάνα μου στη (ν)αυλή. Άνοιξε τη (ν)αγκαλιά τζη και όσο με φίλιε μ’ έσφιγγε πχιο δυνατά. Δικαιολογημένα γιατί ήμουνε στα καράβγια κι αφού έκανα ποντοπόρα ταξίδια δεν ήρθα στη (ν)ώρα μου να παρουσιαστώ και είχε να μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μωρέ ζωή τι να σου πω…, εγώ ζω από περιέργεια για να δω το τέλος μου… | της Μαρίας Σταυρίδου Έμεινα ακίνητη, χωρίς να μπορώ να αρθρώσω ούτε μια λέξη… πως μπόρεσες να πεις κάτι τέτοιο, άραγε τι εννοούσες;… Μάλλον δεν είχα καταλάβει καλά. Δεν ξέρω πως έκλεισα το τηλέφωνο, δεν ξέρω πως βρέθηκα σε μια γωνιά δίπλα από τοΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Είναι κάποιοι φίλοι μου… | του Νίκου Λουκαδάκη Είναι κάποιοι φίλοι μου που σκαλώνουν συχνά στην κακοτράχαλη κι ανεμόδαρτη κορφή του νου μου. Δυο-τρεις πεισματάρηδες κουζουλοί που κατέχουνε τη στράτα κι ατζοπηδούνε από χαράκι σε χαράκι κι από ανάμνηση σε ανάμνηση, σάμε να φτάξουν έκεια που άλλοι δεν έχουνε πατήσει ποτέ. Μήδε τριζάτη καλίκωση φορούνε, μήδε χιλιογάγλωτες βέργες βαστούνε. ΚιανείςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η κερά Θεονύμφη… | του Αντώνη Κουκλινού Στη μεσοχωργιά τση Γληγοργιάς, ήτονε το σπίτι τζη. Δυό καμεράκια ίσα, ίσα απού τσοι χώργιενε. Κολλητά με του Κονταξή το τζαγκάρικο. Η κερά Θεονύμφη με τσοι πέντε θυγατέρες και τσοι τρεις γιους. Η μάνα τση μάνας μου τση Βασιλικής, η μνια απού τσοι δυο γιαγιάδες μου, [η (ν)άλλη, τη Μανιούδαινα, δε (ν)τη (ν)ήφταξα]ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…