Ο Παπουτσωμένος Γάτος | της Ανθής Παρασκευοπούλου διασκευή για δημοτικά σχολεία Ένας μυλωνάς είχε τρεις γιους, τον μύλο του, έναν γάιδαρο και έναν γάτο. Οι γιοι του έπρεπε να αλέθουν, ο γάιδαρος να φέρνει το σιτάρι στον μύλο και να μεταφέρει το αλεύρι και o γάτος που έπρεπε να κυνηγάει τα ποντίκια. Όταν πέθανε ο μυλωνάς οι τρεις γιοι χώρισανΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μαργώ η Απέθαντη | της Ζωής Δικταίου «Δε μού βολεί να ποθάνω» Κοιτάς μακριά, το περιβάλλον διεγείρει την όραση, μιαν άλλη όραση όμως, πιο εσωτερική. Η οπτική εικόνα του κόσμου σου αλλάζει στο φεγγαρόφωτο. Αυτό που σε περιβάλλει μέσα στο Οροπέδιο, αποτελείται από κομμάτια πολλά και διαφορετικά και δεν είναι παράξενο που όλες οι εποχές και τα γυρίσματα του χρόνουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η Κλεοπάτρα και ο Γαλάζιος Πρίγκιπας | της Άννας Τακάκη Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσαν εννιά παιδιά με τους γονείς τους. Ήταν μια πολύ φτωχή οικογένεια. Πολλές φορές τα παιδιά κοιμόταν νηστικά, γιατί δεν είχαν να φάνε. Ο πατέρας τους πήγαινε για κυνήγι, η μητέρα έβρισκε λίγα χόρτα, αλλά ήταν πολλά τα στόματα και δενΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το μεγάλο σκυλολόι και διορισμοί στο σόι | του Μιχάλη Χουρδάκη (Πλατεία Αγ. Νικολάου 17-9-2012)   Γνωρίζανε πως οι κλεψές θα φέρουνε την κρίση μα εβάλανε υπογραφές αντί να βρούνε λύση Νόμο εκάμανε τρανό προσλήψεις να μην κάνουν σε πρόσωπα συγγενικά κι όμως το ξανακάνουν Βρήκαν τερτίπι οι άχρηστοι το χούι ντως μη χάνουν ο γεις τ’ αλλού τσοι συγγενούςΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα χαμίνια | του Γιώργου Ηρακλέους Πάντα αγαπούσα τα χαμίνια, όταν κατέβαιναν τα σκαλοπάτια του σπιτιού και έπαιρναν τους δρόμους που δεν βγάζουν πουθενά. Τα ατίθασα μάτια τους, τα στιχάκια τους και τα συνθήματα στους τοίχους, την τρέλα μαζί και την τόλμη μπροστά στο ανέφικτο, το να ζεις και να πεθαίνεις κάθε μέρα, αυτό πιο πολύ μου άρεσε… Πάντα αγαπούσαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο γερο-αγρότης | του Γιώργου Γωνιανάκη Ο γερο-αγρότης άγρυπνος του Τρυγητή τα βράδια, εκστατικά κοιτούσε τα τσαμπιά των άστρων. Φοβότανε του φεγγαριού νερό μην ξεχειλίσει, χαλώντας τη σοδειά του. Κι ο ύπνος πάντοτε ερχόταν, με το ίδιο όνειρο: Στο πετρόχτιστο πατητήρι να χορεύει, μαύρα σταφύλια πατώντας· κούπες το κρασί, σα νιος, να κατεβάζει· στην ίδια τάβλα να γλεντά μαζί μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Αν είναι ο κόσμος μου αυτός | της Ανδριάνας Μπιρμπίλη Αν είναι ο κόσμος μου αυτός, γιατί είναι τόσο σκοτεινός; Γιατί με καίει σαν φωτιά; Γιατί είναι τόσο εχθρικός; Πάρε τα μάτια μου και δες την θλίψη, ενός παιδιού του λιμανιού, που σου ζητάει νερό και φαγητό. Τον πόνο μίας προσφυγίνας, σε ένα στρατόπεδο επάνω στην Μαγούλα, χειμώνα μήνα, μέσαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ταξίδια ωκεάνια | του Μανώλη Λυκάκη Μόλα και βαρεθήκαμε τόσο καιρό στο πόρτο, πάει κι ο κάβος ο πρυμνιός, γλίστρησε στον αφρό, εμείς που αλμυρό νερό μυρίζουμε στο χνώτο, θάλασσα μόνο ξέρουμε, πέλαγος κι ουρανό, ένα κουμπάσο* ανοιχτό να περπατά στον χάρτη, του θερμαστή τον κάματο μέρες στη μηχανή, τ’ απέραντο τ’ ωκεανού, τον στεναγμό του ναύτη και μια στεριάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ξεπλένοντας τη ζωή από τις στάχτες του χτες | της Ζωής Δικταίου Νυχτώνει, ανασαίνω την άνοιξη λαίμαργα, κάτω από σκονισμένα φτερά η ψυχή σφίγγεται περισσότερο άλλοτε βουβά στη σιωπή κι άλλοτε στη μάχη με το χάος τού νου. Γέμισαν λεμονανθούς τα κλαδιά το άρωμα ερεθίζει τις αισθήσεις όπως τότε, τρομακτικά ήρεμη εγωιστικά μόνη αναγνωρίζοντας τη φυσική ευθύνη στη συνάντηση μεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…