Νοικοκερά κι αρχόντισσα… | του Αντώνη Κουκλινού   Σήμερο θα υμνήσουμε, εκείνη τη γυναίκα, απού ’καμε οικογένεια κι απού μετρά για δέκα. Πού ’χει κοπέλια ζωηρά, να πλύνει, να ταΐσει, και κάνουνε το σπίτι τζη, καράβι να κινήσει. Απού ’ναι δούλα και κυρά, που λέει και το άσμα, σε ούλα πρώτη ν’ αγλακά, ξεθεωμένο πλάσμα. Απού κοπέλια επάντρεψε κι’ εδάΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Δεκέμβρης μήνας ήφταξε… | του Αντώνη Κουκλινού Εμπήκε ο μήνας κι έρχουνται, γιορτές τω Χριστουγέννω, κι ο Θιός να γιάνει τσι πληγές, σε κάθε πονεμένο. Εδά που φοβερίζουνε, το ρεύμα πως δε φτάνει, ξύλα ανεμαζώξετε, το κρύο να λιγάνει. Γιοργάνια και παπλώματα, ούλοι θα τυλιχτούμε, για δε θωρώ πραγματικά, μνια λύση πως θα βρούμε. Να πω και για τη (μ)πάνταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Μνια εμπειρία ζωής…| του Αντώνη Κουκλινού Το κοπέλι βαστά στα χέργια ντου το κινητό και παίζει… Κάθεται και παρατηρεί τσοι γκριμάτσες του σαστισμένος. Τα δαχτύλια ντου ανεβοκατεβαίνουνε στην οθόνη και πότε πότε χτυπά τ’ ατζί ντου νευριασμένο. Σκέφτεται με ήντα τρόπο θα του αποσπάσει τη προσοχή. -Αντράκι μου παρέτησε ετούτονά απού βαστάς κι έλα παέ να σου πω. -Δε μπορώΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Με φως κι αγάπη | του Αντώνη Κουκλινού Ετρεμόσβηνε το φτύλι τση λάμπας να σβήσει και μόνταρε να φέρει τη (μ)πίργια, να τση βάλει μνια σταλιά πετρέλαιο. Ανεσηκώνει το πανί στο νεροχύτη από κάτω, να πχιάσει το μπουκάλι. Χωρίς τη (μ)πίργια δεν τα καταφέρνει γιατί τρέμουνε τα χέργια ντου, μα δεν αφέγγει κιόλας. Ήβαλε πετρέλαιο στη λάμπα και ίσα ίσαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Οι παππουδο-γιαγιάδες… | του Αντώνη Κουκλινού Τροζαμένη την έχουνε τη κακονίζικη. Η νύφη εβγήκενε καλόγεννη και κάθα χρόνο σχεδόν, τσοι ξεπορδαλιάζει και ένα κουτσούβελο. Τέσσερα ζωή να χουνε, μα πολλά ζωηρά και ώρες ώρες γίνεται η μέση τζη, ένα καβδούκι να τα παλεύγει. Αγλακούνε στην αυλή και δεν αφήνουνε πράμα να μη ντο βάλουνε στη μέση. Το ασερνικό ζωή ναΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Ο μαντολινιέρης… | του Αντώνη Κουκλινού Ήβαλε μπροστά τζη το πλυσταργιό πρωί, πρωί και ποκάνει το νερό τση βρύσης. Την-ε πχιάσανε τα διαόλια με το νερουλά, απού ήκοψε πάλι το νερό κι εντάκαρε να φωνιάζει. -Επόκαμε το νερό πάλι και ήντα θα γενούμε, απού ’βαλα μπροστά μου να πλύνω κι έχω ρούχα ένα σωρό! Γροικά την-ε από μέσα να βαταλαλείΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

O ταχυδρόμος… | του Αντώνη Κουκλινού Από χωργιό σε χωργιό… από σπίτι σε σπίτι, με οποιοδήποτε μέσο και παντός καιρού. Η καθημερινή μας επαφή με το χαμπέρι. Ο δικός μας άνθρωπος, που θα μας φέρει το χαρμόσυνο νέο, το θλιβερό μαντάτο, τη σύνταξη του γέρου. Ο άνθρωπος που μοιράζει τη χαρά, καβαλικεύοντας το μοτοσακό, μας φέρνει το χαμόγελο στα χείλη,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η αγάπη των αμαθιώ ντου… | του Αντώνη Κουκλινού Το κομπολόι βαστά στα χέργια ντου κι όπως κομπολογά ένα, ένα ντοντίνι απού γλιστρά μέσα στα δαχτύλια ντου, είναι και μνια φιλοσοφημένη σκέψη. Ανεκατώνουνται στη (γ)κεφαλή ντου ένα σωρό αθιβολές. Τα χρόνια που περάσανε, είναι πολλά τα παντέρμα. Σκέφτεται εκειουσάς απού ναι φευγάτοι από το ψεύτη (γ)κόσμο και δεν εφτάξανε ταΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το γράμμα… | του Αντώνη Κουκλινού Εποχή του 70… Δύσκολη ζωή και πείνα… Μνια φαρφουλιά αθρώποι ήτονε πομεινάρικοι στο κάθε χωργιό… Οι αποδέλοιποι εγενίκανε χασόφτερα. Επχιάσανε τσοι φάμπρικες στσοι Γερμανίες και τα Βέλγια. Κοπέλια ξεσκολισμένα του δημοτικού, αντί να πάνε να ξεστραβωθούνε στα γράμματα, εφύγανε μούτσοι, στα καράβγια. Μνια σκαπεθιά γης ήτονε του κάθα νους το χάκι, ήντα να σουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…