To χούι τση γριας… | του Αντώνη Κουκλινού Μια ιστορία που δε ξεχνώ…! Είναι αληθινό περιστατικό πριν από πολλά χρόνια. Δεν θα πω ονόματα και χωργιό για ευνόητους λόγους. Η μάνα μου ήτονε αρωσταρά στο Βενιτζέλειο και έφυγα να πάω επίσκεψη, να τη νε ιδώ ίντα κάνει. Η κατάστασή τζη βελτιωμένη, θα έπαιρνε εξιτήριο την επαύριο. Εβγήκα όξω στο διάδρομο,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η λιγοψυχιά | του Αντώνη Κουκλινού Τη μαχαίρα εκόνιζε και επελέκανε το τζιγκελωτό ξύλο απού θα κρεμάσει το χοίρο στο μεσοδόκι… Με δυο νομάτους θα το νε μπουζάσουνε και με το μαχαίρι θα του κόψει το τζάρουκα. Τούτη να τη δουλειά τη κάνει κάθα χρόνο, μα οφέτος είναι πλιά λιγόψυχος. Δε ν’ έχει κι άδικο… Ύστερα από χρόνια θα μονιάσουνεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το στέμμα σου και λάλιε δα … | του Αντώνη Κουκλινού Από γενιά σ’ άλλη γενιά, το Βασιλίκι πάει, και ας μην έχει ο λαός, μπουκιά ψωμί να φάει. Πρίγκιπες και πριγκίπισσες, χρυσάφχια και μπριλάντια, φάρα… γαλαζοαίματη, άρχοντες με παλάτια. Κι γ’ αποδέλοιποι θνητοί, να τους υπηρετούνε, ράτσα κατωτερότητας, για να τσι συντηρούνε. Πρωτόκολλα και με τιμές, αρχοντικές αξίες, σεΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Το παραμύθι | του Αντώνη Κουκλινού Παραμονή Πρωτοχρονιάς… Σε κάθε σπίτι, σε κάθε αυλή, ούλα νοικοκυρεμένα…. Οι νοικοκεράδες τα φέρανε βόλτα για άλλη μνια χρονιά. Χριστόψωμα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, Βασιλόπιτες, σε κάθε κονάκι οι μυρωδιές στουμπώνουνε τσι μύτες των αθρώπω. Ούλες τσι μέρες τω Χριστουγέννω ακονίζανε τα μαχαίργια να ’ναι κοφτερά για να ποσάσουνε το χοίρο απού κρέμεται στο τσιγκέλι. Λουκάνικα,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Με φως κι αγάπη… | του Αντώνη Κουκλινού Ετρεμόσβηνε το φτύλι τση λάμπας να σβήσει και μόνταρε να φέρει τη (μ)πίργια, να τση βάλει μνια σταλιά πετρέλαιο. Ανεσηκώνει το πανί στο νεροχύτη από κάτω, να πχιάσει το μπουκάλι. Χωρίς τη (μ)πίργια δε ντα καταφέρνει γιατί τρέμουνε τα χέργια ντου, μα δεν αφέγγει κιόλας. Ήβαλε πετρέλαιο στη λάμπα και ίσα, ίσαΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Στσι πρώτες του Νοέμβρη… | του Αντώνη Κουκλινού Ήβρεξε και εμαλάκωσενε η Γης. Εδά δεν έχει ξάργητες. Λαδοχρονιά θα ξετελέψει και γλακούνε ούλοι στα λιόφυτα, να μαζώξουνε το καρπό. Αξημέρωτα εσηκώθηκενε η Ψεβία, να ετοιμάσει τα δυο μεγάλα να πάνε στο σκολειό και να βράσει γάλα να πχει το στεροβύζι. Ανημένει τη μάνα τζη, να ποσαστεί με το γέρο καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Η κούκλα… | του Αντώνη Κουκλινού . Δε ν’ ήκανε κοπέλια η καημέχαρη… Ένα δυο φορές απού επόμεινε βαρεμένη τό ’χανε στσην υστεργιά. Έλεγε πως ο Θεός τα πέμπει εκειά που πρέπει φαίνεται, τα κοπέλια. Το σπίτι τζη ήτονε κοντά όθε ντο σκολειό και εκεια που τα γροίκα να γλακούνε στην αυλή, εκουζουλένουντονε. Ούλα τζη τ’ ανίψα, εποχαίριζε κάθα πουΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Παλιές καλές εποχές… | του Αντώνη Κουκλινού Ένα γόνατο χιόνι στο χωργιό… Ετσέ καιρό γυρεύγει όπχιος τ’ αρέσει η καλή παρέα, να πορίσει στο ντουκιάνι. Ούλα γύρου, γύρου, χασές… σα ντο γιαούρτι. Δε γροικάς πράμα… δροσά, ελέηση που λένε… Ούλοι εραφώξανε μέσα και χαρμπίζουνε ξύλα τσι σόμπες να ζεστάνουνε το κοκαλάκι ντος γέροι και κοπέλια. Έκλεισε και το σκολιό σήμερο,ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…

Τα γαρδούμνια… | του Αντώνη Κουκλινού . -Καλήμερα Μαργιώρα! Έπαέ σαι μωρή! Έβγα όξω απού θέλω να σου πω…! -Ίντα με θες! Ανήμενε να ξεπλύνω τα χέργια μου, γιατί βάνω ένα ψιχάλι ασβέστη στα πεζούλια τση παρασιάς. -Τη μεγάλη σου χροιγιά θέλω να μου δώσεις μωρή, να πλύνω δυο τρία κοιλικά. -Ωωωω, τα παντέρμα αυγολέμονο θα τα κάμεις; -Επήγε καιΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ…