Χρόνος ανάγνωσης περίπου:16 λεπτά

Τα έργα του «πολιτισμού» της αμερικανοκίνητης χούντας της 21ης Απρίλη 1967 | του Δανιήλ Τσιορμπατζή



Kάποιοι «τύποι» με μαύρα γυαλιά, «μπριγιόλ» στο μαλλί, δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του χεριού, «χόρευαν» τσάμικα και καλαματιανά, τσουγκρίζοντας αυγά σε στρατόπεδα, ενώ ως «φόντο» είχαν τεράστια κόκκινα αυγά μέσα από τα οποία «έβγαινε» ο στρατιώτης-φρουρός της πατρίδας. Αυτοί οι τύποι δεν ήταν άλλοι από τους διαβόητους συνταγματάρχες που είχαν επιβάλλει δικτατορία με ένα αμερικανοκίνητο πραξικόπημα στην Ελλάδα την 21η Απρίλη του 1967. Συνήθως, τους περιγράφουν σαν μια ομάδα «τρελλών» που κατέλυσαν τις ελευθερίες ενός λαού επί επτά ολόκληρα χρόνια.

Δεν χρειάζεται επισταμένη μελέτη των ιστορικών γεγονότων, μαρτυριών και έρευνα για να δειχτούν οι δεσμοί των συγκεκριμένων συνταγματαρχών με διάφορα κέντρα εντός (μεγάλο ελληνικό κεφάλαιο) και εκτός της χώρας (CIA, ΗΠΑ), για να καταδειχθεί ότι η χούντα κάθε άλλο παρά μια παρέα «τρελλών» ήταν. Άλλωστε, ντοκουμέντα και ιστορικές πηγές που δεν έχουν πάψει να έρχονται στο φως καταδεικνύουν την αλήθεια των προαναφερθέντων.

Αναμφισβήτητο είναι και το γεγονός, ότι η ξενοκίνητη δικτατορία, εκτός τα βασανιστήρια, τις φυλακές και τις εξορίες, είχε και την… «πολιτιστική» πλευρά της. Αν και συχνά εκδηλωνόταν με ιδιαίτερα «εύθυμο» τρόπο, είναι ένα θέμα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Υπόψιν βέβαια, ότι το ζήτημα είναι τεράστιο και κυρίως έλκει την καταγωγή του, στα χρόνια πριν την χούντα και δυστυχώς επεκτείνεται και πέραν της επταετίας… οπότε δεν εξαντλείται σε ένα μικρό κείμενο.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι το χονδροειδές του «πολιτισμού» των συνταγματαρχών δεν πρέπει να θεωρείται η κύρια πλευρά της δικτατορίας, καθώς την περίοδο εκείνη, πολλοί από το αστικό πολιτικό προσωπικό της χώρας «φλέρταραν» με την ιδέα μιας «προσωρινής αναστολής άρθρων του Συντάγματος» ή τουλάχιστον ήταν ανεκτικοί σ’ αυτό. Παράλληλα δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι ταυτόχρονα με την χούντα των συνταγματαρχών, προετοιμαζόταν και η χούντα των στρατηγών.

Άλλωστε για ένα μεγάλο μέρος του λαού η «αναστολή άρθρων του Συντάγματος» ίσχυε διαρκώς από το 1936 και μετά. Να τονίσουμε και το γεγονός ότι υπήρξαν διάφορα πρόσωπα του επίσημου πολιτικού σκηνικού της χώρας, που ενώ «φλέρταραν» με την ιδέα μιας δικτατορίας, αντιπαρατέθηκαν με τους συνταγματάρχες για λόγους «αισθητικής» και μόνο, γιατί «η ανεξέλεγκτη χωριατιά» των χουντικών τα έβαλε και με τους αστούς των «βόρειων προαστίων»…

Διαφορετικό χαρακτήρα έπαιρνε βαθμιαία η αντίσταση εκ μέρους των λαϊκών στρωμάτων και ιδιαίτερα της σπουδάζουσας νεολαίας, που βρέθηκε ευθύς εξ’ αρχής, όπως και όλη η νέα γενιά στο στόχαστρο της δικτατορίας.

Ο «μέσος όρος» σηματοδοτεί τον πολιτισμό της χούντας

Στα πλαίσια του σκοταδισμού που κάθε δικτατορία θέλει να επιβάλλει, η Χούντα έδωσε την θέση του πολιτισμού στο ποδόσφαιρο και σε ένα σύστημα μαζικής κουλτούρας αποχαύνωσης. Ο «πολιτισμός» της χούντας βασιζόταν στην απόλυτα ισοπεδωτική και άκρως επικίνδυνη αντίληψη του «μέσου όρου»· μιας τεχνοκρατικής κατασκευής που ομογενοποιώντας αυθαίρετα μια σειρά στερεοτύπων, προκαταλήψεων και προλήψεων επιχειρεί να κατασκευάσει την «εικόνα» ενός λαού και να της προσδώσει χαρακτηριστικά που αντανακλούν την «φύση» αυτού του λαού. Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο, ρατσιστικό και φασιστικό από αυτό, καθώς έτσι αποσιωπούνται όλες οι ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές αιτίες και κινητήριες δυνάμεις της εξέλιξης του λαού, και όλα ανάγονται στην «φύση» του, που βεβαίως παραμένει… αναλλοίωτη. Η θεωρία του «μέσου όρου» λέει ότι η πολιτική κοινωνία μετατρέπεται σε ζήτημα «ράτσας», «φυλής», και από εκεί και πέρα όλα είναι ανοιχτά: οτιδήποτε διαφέρει από το «κανονικό μέσο» θεωρείται «παρέκκλιση» και στον βαθμό που πολλαπλασιάζονται οι «παρεκκλίσεις» θα βρεθεί ο «σωτήρας» που θα «επαναφέρει» τα πράγματα στον «σωστό» δρόμο…

Κακόγουστη φιέστα των δικτατόρων.

Από αυτόν τον κανόνα δεν ξέφυγε η χούντα των συνταγματαρχών με τον «πολιτισμό» της: του κουρεμένου με την «ψιλή» μαλλιού των παιδιών, με το «σήμα» του σχολείου στο πέτο, με το «χρονικό της ημέρας» στα σχολεία, με τις στρατιωτικές και μαθητικές παρελάσεις, με τα «επίκαιρα» στους κινηματογράφους πριν την έναρξη προβολής της ταινίας, με τον Παττακό που με το μυστρί στο χέρι εγκαινίαζε «έργα» σε όλην την επικράτεια πάνω από την οποία φυσούσε «άνεμος δημιουργίας», με τις γιορτές της «πολεμικής αρετής των Ελλήνων» στο Καλλιμάρμαρο και στις πλατείες (όπου οι ντυμένοι Μυρμιδόνες, ΕΣΑτζήδες, κράδαιναν δόρατα και περικεφαλαίες), με τον Παπαδόπουλο, τον Λαδά και τον Ανδρουτσόπουλο να χορεύουν «δημοτικά» (κάνοντας μια ολόκληρη γενιά να μισήσει την λαϊκή δημοτική παράδοση του τόπου μας).

Μέρα με τη μέρα, διατάγματα και συντακτικές πράξεις «επανέφεραν» τον τόπο στο «σωστό» δρόμο, ενώ το κλομπ του ΕΣΑτζή και ο βρυχηθμός της μοτοσικλέτας στην Μπουμπουλίνας, δεν ήταν μόνο για να «στρώσει» τους «απείθαρχους», και να σκεπάσει τις κραυγές των βασανιζόμενων στην περιβόητη «ταράτσα», αλλά και για να σκορπίσει τον φόβο σε όλους τους υπόλοιπους.

Η γνωστή «ταράτσα» στην Μπουμπουλίνας

Ο «πολιτισμός» της χούντας ήταν μια κακόγουστη, φωτισμένη με «νέον» βιτρίνα μιας χώρας «ευτυχισμένης» με δαντελένια ακρογιάλια και ονειρεμένα ηλιοβασιλέματα. Αλλά «πίσω» από τον ήλιο βασίλευε ο φόβος και η σιωπή, οι δύο φοβερές μυλόπετρες που άλεθαν ψυχές και συνειδήσεις, ώστε να «αναπαράγεται» ο «παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος», «ο Κυρ-Παντελής» που κοιτάζει την «δουλίτσα» του και δεν «ανακατεύεται».

Το πιο επικίνδυνο δηλητήριο – ο πολιτισμός της χούντας

Την επομένη της επιβολής της απαγορεύει την κυκλοφορία της εφημερίδας «Η ΑΥΓΗ» όργανο της ΕΔΑ και του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης». Ακολούθησε το κλείσιμο εκδοτικών οίκων και βιβλιοπωλείων που ήταν συνδεδεμένα με την Αριστερά. Οι συνταγματάρχες δημοσίευσαν μια μαύρη λίστα με 120 απαγορευμένα βιβλία. Έλληνες και μεταφρασμένοι ξένοι συγγραφείς, οποιοδήποτε και αν ήταν το έργο τους, λογοκρίνονταν, αρκεί ο συγγραφέας να είχε κάποια σχέση με την Αριστερά, αφού «ο κομμουνισμός είναι ο χειρότερος εχθρός της δημοκρατίας».

Στις 5 Μάη 1967 δημοσιεύθηκε σε όσες εφημερίδες δεν είχε κλείσει η χούντα ή δεν είχαν αναστείλει την έκδοσή τους, ένα «αποφασίσαμεν και διατάσσομεν» του Οδυσσέα Αγγελή με το οποίο διαλύονταν 279 μαζικές οργανώσεις και δημεύονταν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Το 57% από αυτές ήταν εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες ενώ 73 ήταν νεολαιίστικες, πέρα βεβαίως από τη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη που ήταν στο στόχαστρο όλων και του επίσημου πολιτικού σκηνικού πριν τη δικτατορία. Οι νεολαιίστικες οργανώσεις δεν ήταν μόνο φοιτητικές, ή πολιτικές. Ήταν και συνδικαλιστικές, αλλά και μικρά αθλητικά σωματεία και εξωραϊστικοί σύλλογοι. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των τελευταίων ήταν, ότι ήταν οι μοναδικές οργανώσεις στον γεωγραφικό τους χώρο, π.χ. ένας αθλητικός σύλλογος γειτονιάς. Ήταν φυσικό τέτοιοι σύλλογοι να αποτελούν και πόλο συσπείρωσης, ένα μέρος που μαζεύονταν η νεολαία τους γειτονιάς. Η κίνηση των χουντικών ήταν καλά μελετημένη.

Στις 9 Μάη οι χουντικοί «υπουργοί» Εσωτερικών, Στυλιανός Παττακός και Δημόσιας Τάξης Παύλος Τοτόμης απαγορεύουν την είσοδο στην Ελλάδα, παντός «ρυπαρού και ρακένδυτου ή φέροντος γενειάδα ή μακράν κόμη τουρίστα». Απαγορεύεται η είσοδος τους «γιεγιέδες» δηλαδή. Με την ίδια απόφαση, επίσης, απαγορεύεται η είσοδος στις τουρίστριες με μίνι φούστα, αν και αργότερα διευκρινίστηκε ότι το μέτρο περιοριζόταν στις μαθήτριες.

Εν τω μεταξύ με το διάταγμα του στρατού αρ. 13, την 1η Ιούνη 1967 απαγορεύθηκε «η αναπαραγωγή και εκτέλεση της μουσικής του συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, δεδομένου ότι η μουσική αυτή βρίσκεται «εις την υπηρεσίαν του Κομμουνισμού».

Στις 20 Ιούνη 1967 με συντακτική πράξη τέθηκαν σε διαθεσιμότητα δεκάδες καθηγητές και υφηγητές Ανώτατων Σχολών με το αιτιολογικό ότι «δεν εμφορούνται ούτοι από το αρμόζον με το κοινωνικό καθεστώς πνεύμα και τα εθνικά ιδεώδη», ενώ αργότερα θα απολυθούν δάσκαλοι και καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης ως «αναρχικοί».

Στις 12 Ιούλη 1967 η χούντα αφαιρεί την ελληνική ιθαγένεια από τη Μελίνα Μερκούρη και άλλους επτά Έλληνες της διασποράς για την αντιδικτατορική τους δράση, ενώ στις 20 του ίδιου μήνα ο αναγεννώμενος από την στάχτη του φοίνικας, το περιβόητο «πουλί της χούντας», καθιερώνεται ως έμβλημα του καθεστώτος. Κυκλοφόρησε ως γραμματόσημο τη μακέτα του οποίου είχε «φιλοτεχνήσει» ο διορισμένος δήμαρχο Πειραιώς, Αρ. Σκυλίτσης.

Στις 21 Αυγούστου 1967 συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης.

Την 1η Οκτώβρη 1967 ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών χαρακτηρίζει το BBC «φωλέα κομμουνιστικής προπαγάνδας απ’ όπου εκτοξεύονται ασύστολα ψεύδη».

Ούτε οι Απόκριες ξέφυγαν από την δικτατορία. Με διάταγμα της Αστυνομικής Διεύθυνσης Αθηνών της 6ης Φλεβάρη 1968 απαγορεύθηκαν «τα άσεμνα και αηδή θεάματα, αι θίγουσαι τα δημόσια ήθη εκφράσεις και παραστάσεις, οι βαμμένοι με φούμο «αράπηδες» και η χρήση προσωπίδων στους δημόσιους χώρους».

Στις 16 Φλεβάρη του ιδίου έτους, ο παγκοσμίου φήμης πελεκάνος «Ιάσων», μασκότ της Ρόδου και «πρεσβευτής» του ελληνικού τουρισμού φθάνει αεροπορικώς στην Ρώμη, εφοδιασμένος με διαβατήριο του ΕΟΤ και ασφαλισμένος για 100.000 λίρες, στο πλαίσιο περιοδείας του σε πέντε ευρωπαϊκές πόλεις…

Το ημερολόγιο έδειχνε 29 Μάρτη 1968 όταν ο Παπαδόπουλος λανσάρει για πρώτη φορά σε ομιλία του στην Θεσσαλονίκη, το σύνθημα που έμελλε να γίνει «λάϊτ-μοτίβ» της χούντας το «Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών». Στη συνέχεια ανέλαβε να το υλοποιήσει ο «υπουργός» Παιδείας Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου διατάζοντας τους μακρυμάλληδες μαθητές να κουρεύονται με την «ψιλή» και τις μαθήτριες να δένουν τα μαλλιά τους μόνο με κορδέλα λευκή, μαύρη ή θαλασσιά.

Από την μανία της χούντας δεν κατάφερε να ξεφύγει ούτε ο «Γιώργος Θαλάσσης», ο τόσο αγαπητός σε γενιές ολόκληρες παιδιών «Μικρός Ήρως», που τόσες φορές τα είχε βάλει και είχε νικήσει τους φασίστες.

Η χούντα έχει βάλει τη νεολαία στο στόχαστρο από πολύ νωρίς. Ξεκάθαρα δεν ήταν μια παρέα τρελών. Ξεκίνησαν με την καταστολή και σε πρώτη φάση το ξεκαθάρισμα των μακρυμάλληδων. Επικεφαλής της εκστρατείας ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Ιωάννης Λαδάς.

«Όταν τους συλλάμβανα και τους εκούρευα, δεν το έκανα για να τους κόψω τα μαλλιά, αλλά δια να τους κόψω την νοοτροπία που ήταν καταστρεπτική και για τους τους ιδίους και για την πατρίδα». (Έλεγε σε λόγο του προς την νεολαία το Γενάρη του 1969).

Το 1969, επίσης, με το Ν.Δ. 93 «Περί των δικαιωμάτων και των καθηκόντων των φοιτητών των ΑΕΙ», αποφάσιζαν ότι όλοι οι φοιτητές που θα καταδικάζονταν για πολιτικούς λόγους θα διαγράφονταν από το πανεπιστήμιο και θα αποκλείονταν «δια βίου» από την εκπαίδευση. Αργότερα, όταν άρχισαν οι αγώνες του νεολαιίστικου και φοιτητικού κινήματος, οι διαδικασίες «απλουστεύτηκαν» και άρχισαν οι βίαιες επιστρατεύσεις φοιτητών. Η άγρια καταστολή που ακολούθησε αποσκοπούσε στο να μεταφέρει τον τρόμο σε κάθε σπίτι και να κάνει τους γονείς να στραφούν εναντίον των παιδιών τους.

Η οργάνωση χουντικής νεολαίας

Το επόμενο βήμα των χουντικών ήταν η απόπειρα να δημιουργήσουν οργάνωση νεολαίας στα πρότυπα της νεολαίας του φασίστα Μεταξά. Ήταν οι περιβόητοι «Άλκιμοι», το «Σώμα Ελλήνων Αλκίμων», μια ιδέα των Λαδά και Ασλανίδη. Ο Παπαδόπουλος ήταν σκεπτικός στην αρχή, λέγοντας «μην μας πουν και φασίστες»!!!

Τελικά, κάποια στιγμή το 1970, 20 χιλιάδες άλκιμοι ορκίστηκαν στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο γήπεδο της ΑΕΚ. Για τους συνταγματάρχες αποτελούσαν την ιδανική νεολαία. Όλοι αυτοί οι νεαροί δεν ήταν βέβαια χουντικοί, δεν πήγαν να γραφτούν από την αγάπη τους για τη χούντα. Οι περισσότεροι ήταν άνεργοι, που πίστευαν πως θα εύρισκαν έτσι δουλειά. Πολλοί πιτσιρικάδες ακόμα, δεν είχαν ιδέα περί πολιτικής και απλώς τους γοήτευε η στολή. Οι υποσχέσεις «θα σας βάλουμε σε δουλειά» δεν υλοποιήθηκαν και απέμειναν μόνο οι διαλέξεις για την «Εθνοσωτήριο Επανάσταση». Πολύ γρήγορα, οι περισσότεροι των εγγεγραμμένων έφυγαν και δεν ξαναπάτησαν. Οι Άλκιμοι διαλύθηκαν. Τελικά το Σώμα Ελλήνων Αλκίμων διαλύθηκε και τυπικά τον Μάρτη του 1976, με διαταγή του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Τα «σωστά» βιβλία, η μουσική και ο ρόλος της διανόησης της εποχής

Εκτός λοιπόν από την καταστολή και πριν την απόπειρα οργάνωσης νεολαίας, η χούντα «φρόντισε» ώστε οι Έλληνες και ιδιαιτέρως η νεολαία να διαβάζει «σωστά» βιβλία. Είναι γνωστό ότι οι «αναρχικοί» και ιδιαιτέρως ο επικεφαλής αυτών, Γαλιλαίος, υποστήριζαν ότι η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, πράγμα που κατά τον Ιωάννη Λαδά δεν συνέβαινε! Ως εκ τούτου έκριναν περιττή τη διδασκαλία του Γαλιλαίου και του συνοδοιπόρου του Μοντεσκιέ. Επίσης αποφάσισαν ότι μεγάλη συμβολή στην διαφθορά του ελληνικού λαού είχαν 1046 έργα των κάτωθι: Ευριπίδη, Σοφοκλή, Αισχύλου, Αριστοτέλη, Αριστοφάνη, Ζαν Πωλ Σαρτρ, Τόμας Μαν, Έλιοτ, Αμπέρ Καμύ, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Κώστα Βάρναλη, Γιάννη Ρίτσου, Μιχαλή Σολόχωφ, Ηλία Ερεμπουργκ, Χόρχε Αμάντο, Τζώρτζ Φίνλεϊ, Διονυσίου Σολωμού (ειδικά το έργο του «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι») και Κωστή Παλαμά.

Όποιος ακούει μουσική του Μίκη Θεοδωράκη παραπέμπεται στο στρατοδικείο. Απαγορεύονται οι ταινίες όπου πρωταγωνιστεί η Μελίνα Μερκούρη και η Ειρήνη Παπά.

Από το 1970 και μετά, επιτράπηκαν ελάχιστες θεατρικές παραστάσεις με έργα αρχαίων κλασσικών, αφού προηγουμένως τα κείμενα του 5ου ΠΚΧ αιώνα τα «έλεγχε» η στρατιωτική λογοκρισία!

Στις 8 Μάρτη 1970 χουντικό δικαστήριο διέταξε την «πολτοποίηση» 600 από τα 1000 συνολικά αντίτυπα του βιβλίου του Χένρι Μίλλερ, «Τροπικός του Αιγόκερω». Όπως είπε ο εισαγγελέας, «Ο Μίλερ μπορεί να είναι μεγάλος συγγραφέας για πέρα από τον Ατλαντικό, εδώ όμως υπάρχει ο αιώνιος βράχος που φωτίζει τον δυτικό πολιτισμό».

Από τις πρώτες μέρες η δικτατορία είχε συλλάβει και εξορίσει τους Γιάννη Ρίτσο, Γιάννη Ιμβριώτη, Τάσο Βουρνά, Κώστα Κουλουφάκο, Γιάννη Νεγρεπόντη, Αντρέα Λεντάκη, Μανόλη Φουρτούνη, Γιάννη Αγγέλου, Βασίλη Ρώτα. Ορισμένοι, μέσα στην σύγχυση των πρώτων ημερών, φεύγουν στο εξωτερικό. Οι Νικηφόρος Βρεττάκος, Μάριος Πλωρίτης, Δημήτρης Ραυτόπουλος, Κώστας Κοτζιάς, Τίτος Πατρίκιος, Μ.Μ. Παπαϊωάννου, Άρης Αλεξάνδρου, Καίτη Δρόσου, Αριστοτέλης Νικολαϊδης, Ιάσων Δεπούντης, Ζήσης Σκάρος, Τατιάνα Μιλλιέξ, Μίμης Δεσποτίδης, ενώ οι Βασίλης Βασιλικός και Αντώνης Μοσχοβάκης που ήταν στο εξωτερικό δεν επέστρεψαν. Ένα μεγάλο τμήμα της διανόησης, που θα μπορούσε να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην αντιδικτατορική πάλη είχε φυλακιστεί, εξοριστεί ή ήταν έξω από την Ελλάδα. Όσοι διανοούμενοι έμειναν μέσα στη χώρα – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που συντάχτηκαν με τη δικτατορία – κράτησαν αρχικά μια στάση που ο ξένος Τύπος χαρακτήρισε «Σιωπή». Χωρίς καμιά προ-συνεννόηση σταμάτησαν να συνεργάζονται με τα λογοκριμένα περιοδικά που κυκλοφορούσαν και δεν κυκλοφορούσαν νέα βιβλία τους.

Μόλις στις 28 Μάρτη 1969 ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης αποφάσισε και προέβη στην μοναδική «ανοιχτή» πολιτική πράξη της ζωής του, καθώς έστειλε στους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και μεταδόθηκε ένα ηχογραφημένο από τον ίδιο μήνυμα: «Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη στο τέλος». Η Χούντα τον χαρακτήρισε «όργανον του διεθνούς κομμουνισμού». Η κηδεία του στις 20 Σεπτέμβρη 1971 μετετράπηκε σε αντιδικτατορική διαδήλωση καθώς χιλιάδες Αθηναίοι παραβρέθηκαν τραγουδώντας την «Άρνηση» μελοποιημένη από τον Μίκη Θεοδωράκη. Το μήνυμα του Σεφέρη δεν το δημοσίευσε καμιά ελληνική εφημερίδα, εκτός από το περιοδικό «Νέα Εστία» στο τεύχος 1003 της 15ης Απρίλη του 1969.

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος είχε υιοθετήσει την «Ανθολογία Πεζογραφίας» των Ηρακλή και Ρένου Αποστολίδη και υποχρέωνε τις εφημερίδες να την δημοσιεύουν καθημερινά. Όλα αυτά μέχρι που δημοσιεύθηκε το διήγημα «ο Α2» του Ρένου Αποστολίδη που θορύβησε τους στρατιωτικούς. Η δημοσίευση της ανθολογίας σταμάτησε πάλι με εντολή του Παπαδόπουλου. Η μόνη που αντέδρασε ήταν η «Εστία» που άρχισε να δημοσιεύει δική της ανθολογία με διηγήματα στην καθαρεύουσα.

Το μήνυμα Σεφέρη και όλη αυτή η ιστορία με την «Ανθολογία Πεζογραφίας», ώθησε μια σειρά συγγραφείς να αντιδράσουν υπογράφοντας μια διαμαρτυρία κατά της λογοκρισίας. Τότε όμως φάνηκε, πόσο λίγοι ήταν αυτοί που ήταν διατεθειμένοι να υπογράψουν μια δήλωση που στρεφόταν ανοιχτά κατά της χούντας. Το κείμενο στάλθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες στις 23 Απρίλη 1969. Δεν το δημοσίευσαν λόγω της λογοκρισίας. Το μετέδωσαν στο εξωτερικό οι ξένοι ανταποκριτές. Συγκεντρώθηκαν 19 υπογραφές, αλλά εμφανίστηκε ως «δήλωση των 18». Η 19η υπογραφή ήταν του Μανόλη Αναγνωστάκη του μόνου από την Θεσσαλονίκη. Για να μην φανεί ο αριθμός των υπογραφών μικρός, η δήλωση παρουσιάστηκε, ως κείμενο των συγγραφέων της Αθήνας.

Μεταξύ άλλων, στη δήλωση αναφερόταν: «Ελεύθερη πνευματική ζωή δεν μπορεί να υπάρξει όσο λειτουργεί λογοκρισία, που νεκρώνει την γόνιμη ανταλλαγή ιδεών και εμποδίζει τον άφοβο διάλογο, όσο απαγορεύονται βιβλία, όσο διώκονται πνευματικοί άνθρωποι για μόνες τις πεποιθήσεις τους». Υπογραφές: Αβέρωφ Μιχαήλ, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Γιώργος Γεραλής, Ιάσων Δεπούντης, Λιλή Ιακωβίδη, Παντελής Καλλιότσος, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Φώντας Κονδύλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μένης Κουμανταρέας, Τάκης Κουφόπουλος, Κωστούλα Μητροπούλου, Ρόδης Ρουφος, Κώστας Ταχτσής, Καίη Τσιτσέλη, Θ. Δ. Φραγκόπουλος.

Μπροστά στο θόρυβο που δημιουργήθηκε, στο εξωτερικό κυρίως, η χούντα υποκριτικά ανέστειλε την λογοκρισία λίγους μήνες μετά. Υποκριτικά βέβαια, γιατί δεν επανέφερε κανένα άρθρο του Συντάγματος που είχε αναστείλει με την κήρυξή της. Έτσι η ειδησεογραφία των εφημερίδων έμεινε ίδια καθώς οι συντάκτες των εφημερίδων γίνονταν αποκλειστικά υπεύθυνοι και έπρεπε μόνοι τους να εκτιμήσουν τα «όρια» ανοχής του καθεστώτος. Η αυτολογοκρισία είναι χειρότερη από την λογοκρισία.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες τον Ιούλη του 1970, ο εκδοτικός οίκος «Κέδρος», που εξέδιδε κυρίως Βάρναλη και Ρίτσο κυκλοφόρησε μια συλλογή από 18 κείμενα. Ήταν 16 αρχικά, συν ένα του Σπύρου Πλασκοβίτη που ήταν φυλακή και οι «Γάτες του Αι Νικόλα», του Σεφέρη που ήταν ανέκδοτο στην Ελλάδα ποίημα. Στον πρόλογο της έκδοσης και πάλι γίνονται αναφορές «σε μεγάλες ζωτικές περιοχές της πνευματικής ζωής που εξακολουθούν να περιβάλλονται από πλέγματα που καθιστούν ανέφικτη την εξαντλητική περιγραφή και αξιολόγηση τους». Η χούντα αποφάσισε να αγνοήσει την έκδοση, εκτιμώντας την εμβέλειά της ως μικρή.

Το 1972 εκδόθηκαν οι τόμοι «Νέα Κείμενα» και «Νέα Κείμενα 2», και οι κυβερνώντες θορυβήθηκαν, ότι μπορεί τέτοιες κινήσεις να αποκτήσουν πολιτική διάσταση. Διαλύουν δικαστικά την «Εταιρεία μελέτης ελληνικών προβλημάτων».

Το 1972 το καθεστώς είχε απολύσει τους εξόριστους, πιθανώς εκτιμώντας ότι είχε εδραιώσει την θέση του, γεγονός που τους επέτρεπε κάποια ανοίγματα. Η «ομάδα των 18» είχε ξεκινήσει δημόσιες εκδηλώσεις από τον Νοέμβρη του 1971 για το γλωσσικό πρόβλημα. Το 1973 εκδόθηκε το περιοδικό «Συνέχεια» που κυκλοφόρησε την 1η Μάρτη αμέσως μετά την κατάληψη της Νομικής. Το περιοδικό έκλεισε από την χούντα του Ιωαννίδη τον Νοέμβρη του 1973. Η Νομική ήταν η αρχή. Θα ακολουθήσει το Πολυτεχνείο. Δεν θα ρίξει την χούντα, αλλά θα διαλύσει τον εφησυχασμό. Κανείς πια δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνωρίζει, ότι διαβάζει, ότι δεν κατάλαβε…

Επίσκεψη γνωστών ηθοποιών στον δικτάτορα. Από αριστερά, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Κώστας Μουσούρης, Ελένη Χατζηαργύρη, Αλέκος Λειβαδίτης, Μαίρη Αρώνη, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Παντελής Ζερβός, Μάρω Κοντού, Γιώργος Οικονομίδης.
Από την τελετή των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ο δικτάτορας υποδέχεται την Κάθλην Σοφ. Βενιζέλου.
Και λίστα δημοσιογράφων που «λιβάνιζαν» την στρατιωτική χούντα από την πρώτη στιγμή του πραξικοποήματος. Από το πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αντί», που κυκλοφόρησε μετά την χούντα. Τεύχος 1, Σεπτ. 1974
Ο πολιτισμός τους – σφαγείο, φόβος, νάρκωση

Ο «πολιτισμός» της χούντας «μύριζε» σφαγείο κορμιών και ψυχών και είχε τη γεύση της στάχτης στο στόμα. Η δικτατορία, όμως, που επιβλήθηκε την 21η Απρίλη 1967, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, καθώς προετοιμαζόταν για χρόνια από εγχώρια και αμερικάνικα κέντρα, που με την πολιτική πρακτική χρόνων επιχειρούσαν πριν απ’ όλα να αφοπλίσουν ψυχικά και πολιτικά τον λαό, ώστε αυτός να πιστέψει πως η ζωή του και η μοίρα του εξαρτώνται πάντα από άλλους, εκτός από τον ίδιο.

«Αναδεικνύοντας» τα χειρότερα χαρακτηριστικά ορισμένων ανθρώπων που συνεργάστηκαν ή την ανέχτηκαν, η χούντα προξένησε σοβαρή ζημιά στην λαϊκή συνείδηση, πριν καταρρεύσει κάτω από το βάρος των εγκλημάτων της στην Κύπρο.

Ο «πολιτισμός» της βασίστηκε στον φόβο, στη νάρκωση και στο «νανούρισμα» των πιο χυδαίων ενστίκτων, ο «πολιτισμός» της δηλητηρίαζε τα πάντα και «έκοβε» την ανάσα του λαού και της νέας γενιάς, σκίαζε τον ορίζοντα ενός φωτεινού μέλλοντος, ο «πολιτισμός» της έκανε τους ανθρώπους να είναι σκυφτοί.

Με αγώνα, παλικαρίσια στάση μπροστά στους φονιάδες, τραγούδια, κείμενα, ελπίδες, χιούμορ, όσοι λίγοι αντιστάθηκαν στην χούντα, ήταν εκείνοι που στάθηκαν στο ύψος της τιμής και της αξιοπρέπειας του λαού, αφήνοντας στους νεώτερους μια σημαντική παρακαταθήκη:

  • πως στον διαρκή αγώνα για την ελευθερία και το καλύτερο αύριο, καμιά του πλευρά και κυρίως ο πολιτισμός, δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής μας,

  • πως το «πουλί με τον στρατιώτη» παραμονεύει πίσω από κάθε τι που μας μειώνει και επιχειρεί να μας γονατίσει, είτε αυτό αφορά σε μια «καθαρά» πολιτική πράξη, είτε αυτό συνίσταται στην κακοποίηση της ελληνικής γλώσσας, στην διαστρέβλωση της σκέψης, στη λήθη της ουσίας του πολιτισμού μας και της προσφοράς δεκάδων πολύ σημαντικών ανθρώπων, μας άφησαν την παρακαταθήκη,

  • πως τελικά ο πολιτισμός είναι μια βαθιά και ουσιαστική πολιτική πράξη.

[Βασισμένο σε κείμενο του 2011]

Δανιήλ Τσιορμπατζής

Τι όμορφο που είναι να ζεις / να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο / τη ζωή να τη νιώθεις τραγούδι αγάπης / τι όμορφο που είναι να ζεις / σαν παιδί να απορείς και να ζεις.
Αναγνώσεις:126