Χρόνος ανάγνωσης περίπου:12 λεπτά

Παραμύθια μάλλο μάτι! | της Εύης Κοντόρα

Πρώτο μέρος



Τσαπατσουλιές…

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα. Πού ακριβώς έγιναν;… Μέσα στην κουζίνα!

Είναι ένα μέρος που δεν έχει και πολλή ησυχία. Ένα εκατομμύριο πράγματα γίνονται στην κουζίνα όση ώρα το φαγητό ετοιμάζεται κι άλλα τόσα όταν το τραπέζι στρώνεται ή το ψυγείο ανοίγει. Αλλά όταν οι άνθρωποι πέφτουν να κοιμηθούν, το δωμάτιο επιτέλους ησυχάζει. Όλα εκεί μέσα έχουν τέτοια κούραση που το ρίχνουν αμέσως στον ύπνο…

Κι όμως! Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι ούτε ο τελευταίος κόκκος πιπεριού που υπήρχε στην αλατιέρα. Από λάθος, το βαζάκι που έγραφε «αλάτι» είχε μέσα πιπέρι και το άλλο που έγραφε «πιπέρι» είχε αλάτι. Αλλά επειδή το λάθος αυτό κρατούσε χρόνια, κανένας δε σκοτιζόταν να το διορθώσει…

Για το άλλο λάθος, που προκάλεσε στην κουζίνα έναν μικρό νυχτερινό πανικό, έφταιγε η Στέφη. Αυτή ήταν που στρίμωξε στο ξεχειλισμένο ράφι το παραπανίσιο βιβλίο… Η Στέφη, βλέπετε, αντίθετα από τον δίδυμο αδερφό της (που καταβρόχθιζε τα πάντα!), δεν έτρωγε τίποτε απ’ όσα της έδιναν, αν δεν έκανε προηγουμένως όλες τις τσιριμόνιες του κόσμου. Για να μασουλήσει λίγες μπουκιές, χρειάζονταν απαραίτητα η υπομονή της μαμάς της και τα παραμύθια του ραφιού…

Ωστόσο, καθόλου ευχαριστημένα δεν ήταν τα παραμύθια απ’ αυτή τη δουλειά. Κάθε μέρα έβγαιναν απ’ το ράφι τους, ανοίγονταν και ξανανοίγονταν, διαβάζονταν και ξαναδιαβάζονταν, μάταια όμως… Η γλώσσα της μαμάς είχε βγάλει μαλλιά, μα η όρεξη της Στέφης δεν έλεγε ν’ ανοίξει κι έτσι έμενε χορτασμένη από παραμύθια, αλλά νηστική από φαγητό! Τζάμπα λοιπόν στοιβάζονταν τα βιβλία σ’ εκείνο το ράφι… Καλύτερα να επέστρεφαν στο παιδικό δωμάτιο που είχε και λιγότερη φασαρία.

Πάντως, το νεοφερμένο βιβλίο δεν κάθισε στη θέση του για πολύ. Όλη τη μέρα ζοριζότανε, στριμωγμένο ανάμεσα σε πριγκίπισσες απ’ τη μια και σε κακές μάγισσες απ’ την άλλη. Λίγο πριν πάθει ασφυξία, ξέφυγε από τους διπλανούς του και προσγειώθηκε στο πάτωμα. Αυτό ήταν! Οι υπόλοιποι της συντροφιάς, μη μπορώντας άλλο να κρατηθούν, ακολούθησαν το δραπέτη που βούτηξε στο κενό… Βρέθηκαν όλοι μαζί κατάχαμα, άλλοι πατικωμένοι σαν σαρδέλες κι άλλοι καβάλα στις ράχες των αλλονών…

Καλά ξεμπερδέματα!

Όταν ξεζαλίστηκαν, ανακάλυψαν ότι τίποτα δεν είχε μείνει στην παλιά του θέση! Η Κοκκινοσκουφίτσα βρέθηκε στο σπιτάκι των εφτά νάνων, ο λύκος αγκαλιά με τις κακές αδερφές της Σταχτοπούτας, η μητριά παρέα με τη μάγισσα Σταφίδα στο ζαχαρένιο σπιτάκι, ενώ ο πρίγκιπας της Χιονάτης έψαχνε την καλή του σε μια ψαροκαλύβα…!

Ύστερα από πολλά βάσανα κι ακόμα πιο πολλά μαλλιοτραβήγματα, γύρισε ο καθένας στο δικό του παραμύθι. Και πάλι, όμως, βρέθηκαν με προβλήματα…

«Το καλάθι μου είναι άδειο!» παραπονέθηκε η Κοκκινοσκουφίτσα που δεν είχε τίποτα πια να πάει στη γιαγιά της.

«Το δικό μας έχει μέσα ένα ψάρι!!» δήλωσαν στη συνέχεια ο Χένσελ κι η Γκρέτελ.

Αυτό ήταν πολύ περίεργο. Τι δουλειά είχε ένα ψάρι στο δάσος;…

Η Σταχτοπούτα, ντυμένη και στολισμένη για το χορό, τα είχε με τη νονά. Αν κι ήτανε νεράιδα από σόι, καθόταν απορημένη σε μια γωνιά κι έξυνε το κεφάλι της. Είχε να μαγέψει μία κολοκύθα και κάτι ποντίκια αλλά δεν θυμόταν σε τι έπρεπε να τα μεταμορφώσει!…

Την ίδια στιγμή στην καθετή του ψαρά, που δεν είχε πιάσει λέπι εδώ και κάτι δεκαετίες, βρέθηκε αγκιστρωμένη μία τάρτα φράουλα. Τα ’χασε κι αυτός! Τι να το έκανε, ψαράς άνθρωπος, ένα μουλιασμένο γλυκό;! Όσο σκεφτόταν την κατσάδα που θα ’τρωγε από τη γυναίκα του, του ’ρχόταν να βουτήξει στη θάλασσα, να μουλιάζουνε παρέα.

«Πεινάμε!» απαίτησαν από τη Χιονάτη οι νάνοι που είχαν βρει πιάτα αδειανά κι άφαντο το φαΐ τους… Η κυνηγημένη πριγκίπισσα έμεινε με το στόμα ανοιχτό γιατί, αν είχε καταβροχθίσει στην καθισιά της τον περίδρομο εφτά γεροδεμένων, έστω και μικροσκοπικών, μεταλλωρύχων σίγουρα θα το θυμόταν. Άσε που δεν θα μπορούσε να περπατήσει από το βάρος! Αλλά η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας έτριβε τα χέρια της γιατί βρέθηκε με μισή ντουζίνα καρβέλια κι ένα σωρό πιάτα σούπα που δεν τα είχε φέρει κανείς…

Μερικοί ήταν ευχαριστημένοι από την εξέλιξη. Τουλάχιστον η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά της δεν είχαν καμία όρεξη να ξαναγυρίσουν σ’ εκείνα που ήξεραν γιατί με τον τρόπο αυτό ξεφορτώνονταν το λύκο. Κανένας δεν ήταν υποχρεωμένος να πάει σε κάποιον άλλον φαγητό, κι έτσι ούτε η μικρή έπρεπε να διασχίσει το δάσος ούτε η γιαγιά ν’ αφήσει την πόρτα της ξεκλείδωτη! Το ίδιο ευχαριστημένα ήτανε και τα δύο αδέρφια, γιατί δεν είχαν ανάγκη πια να πάρουν νυχτιάτικα τους δρόμους. Αυτό το ψάρι –νόμιζαν– ήταν κελεπούρι! Δεν ήξεραν ακόμα πως δεν τρωγόταν και πολύ θα συγχύζονταν όταν θ’ ανακάλυπταν τη μαγική του καταγωγή (κυρίως γιατί μέσα σε άλλο παραμύθι δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει ευχές)… Αλλά η Μάγισσα Σταφίδα έκλαιγε κι οδυρόταν από την πρώτη στιγμή. Αντί για ζαχαρένιο σπιτάκι είχε τώρα μία απλή ξύλινη παράγκα. Τι έγιναν οι τάρτες με κρέμα και σοκολάτα κι εκείνα τα ωραία μελόψωμα που έκαναν το κονάκι της την καλύτερη παγίδα;… Έπλεαν σαν βαρκούλες στη θάλασσα και τα ψάρευε ο ψαράς λίγα-λίγα, μα κανένα όφελος δεν είχε απ’ αυτό. Με τόσο νερό που ρούφηξαν ήτανε τελείως για πέταμα!

Οι ήρωες των παραμυθιών περνούσανε δύσκολες στιγμές… Τα βιβλία εξακολουθούσαν να κείτονται κατάχαμα, το ένα πάνω στο άλλο. Πέρασε κάμποση ώρα μέχρι να βρει ο καθένας τα πράγματα που ανήκαν στη δική του ιστορία. Κάποιοι μάλιστα δεν ήθελαν να τα δώσουν πίσω κι έγινε καβγάς τρικούβερτος ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν τους άρεσε η καινούργια κατάσταση και σ’ εκείνους που την έβρισκαν πιο βολική από την προηγούμενη! Τελικά, ο κάθε κατεργάρης –του άρεσε δεν του άρεσε– γύρισε στον πάγκο του και η φασαρία άρχισε να καταλαγιάζει…

Αναζητώντας το χαμένο παραμύθι…

Μόνο ένα κοριτσάκι έστεκε αναποφάσιστο… Κρατούσε μία φέτα ψωμί, που δεν ήξερε τι να την κάνει, γιατί δε θυμόταν καθόλου από ποιο βιβλίο έπεσε ούτε ποια ήταν η ιστορία του. Έμοιαζε να ’χει πάθει αμνησία…

«Γιατί δεν το τρως αυτό;…» απόρησε ο Χένσελ.

Το μαγικό ψάρι (που, έτσι κι αλλιώς, δε χρησίμεψε σε τίποτα) είχε γυρίσει στο παραμύθι του και το στομάχι του αγοριού έπαιζε ταμπούρλο από την πείνα. Η Γκρέτελ δεν είπε τίποτα, ήτανε όμως φανερό ότι κι εκείνης επίσης της έτρεχαν τα σάλια…

Το άγνωστο κορίτσι κοίταξε παραξενεμένο τη φέτα. Έμοιαζε μουσκεμένη, σαν να την είχανε βουτήξει στο λάδι. Στη συνέχεια ανακαλύφθηκε ότι αυτό δεν ήταν παρά το αποτέλεσμα της τσαπατσουλιάς της Στέφης. Στην προσπάθειά της να μη φάει, λέρωνε τα πάντα κι η μαμά, παρότι κυκλοφορούσε διαρκώς μ’ ένα πανί στο χέρι, δεν κατάφερνε να εξαφανίσει όλους τους λεκέδες. Στο σημείο που προσγειώθηκαν τα βιβλία, είχε μείνει ασκούπιστη μια μεγάλη κηλίδα λαδιού που, μοιραία, κόλλησε στη φέτα. Όχι κι άσχημα… Τα δυο πεινασμένα αδέρφια με μεγάλο φθόνο παρακολούθησαν την άγνωστη κοπελίτσα να καταβροχθίζει το λαδωμένο ψωμάκι… Αλλά εκείνο που κυρίως ήθελε το κορίτσι εκείνη τη στιγμή δεν ήτανε να χορτάσει. Ανυπομονούσε να βρει το παραμύθι του και δεν είχε ιδέα πώς θα το κατάφερνε αυτό.

«Δε θυμάσαι τίποτα-τίποτα;» ρώτησε η Χιονάτη.

Δε θυμόταν. Ή μάλλον θυμότανε… μία χήνα!

«Χήνα;!» φώναξε η Κοκκινοσκουφίτσα «Θα έπεσες από τη «Χηναρού»!»

Μακάρι… Δυστυχώς, η «Χηναρού» δεν ήταν ανάμεσα στα παραμύθια του ραφιού κι έτσι αυτή η πιθανότητα αποκλείστηκε αμέσως.

«Ε, παιδιά…» φώναξαν οι νάνοι στους υπόλοιπους ήρωες «… Για ψαχτείτε! Όσοι έχετε χήνες στα παραμύθια σας, για δέστε μη σας λείπει κανένας από τις σελίδες…»

Μετά την επιστροφή του φαγητού τους από τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας, οι πεινασμένοι μεταλλωρύχοι χόρτασαν για τα καλά κι έμοιαζαν πανέτοιμοι να ριχτούν στην αναζήτηση του χαμένου παραμυθιού. Μεταξύ μας, είχαν βαρεθεί να σκάβουν τα σωθικά της γης και σκέφτηκαν ότι θα τους άρεσε να «σκαλίσουν» και τίποτ’ άλλο. Δε θα ήταν ωραίο –για παράδειγμα– αν άνοιγαν, με την ευκαιρία, ένα γραφείο ερευνών;… Ο Χαζούλης μάλιστα βρήκε και τη φίρμα: «Οι μυστικοί εφτά»! Αλλά ο Σοφός, που είχε περισσότερες γνώσεις, του είπε να το ξεχάσει. Αυτό τον τίτλο είχαν προλάβει να τον καπαρώσουν κάτι ντετέκτιβ από ένα άλλο βιβλίο, κι έτσι η χρήση του ονόματος θα ήταν σκέτη λογοκλοπή…

Οπωσδήποτε, οι εφτά νάνοι, είτε «μυστικοί» είτε όχι, κατάφεραν να οργανώσουν μεγάλη κινητοποίηση. Όλος ο κόσμος άρχισε να αναζητά… χήνες! Όμως τι είδος χήνας έψαχναν να βρουν;…

«Μήπως σας κάνει η γυναίκα μου;…» ρώτησε τους υπόλοιπους ο άτυχος ψαράς «Κάθε φορά που με βλέπει να επιστρέφω με το καλάθι αδειανό, βάζει τέτοιες φωνές που μου φαίνεται πως ακούω να κράζουν οι χήνες ενός ολόκληρου κοπαδιού!»

Ο ψαράς και η γυναίκα του…

Ο ψαράς ζούσε σε κάποια παραλία της Βαλτικής. Άφηνε καθημερινά την πανάθλια καλύβα του, άφηνε τη γυναίκα του την Ίλζεμπιλ, κι έτρεχε χαρωπός να ψαρέψει… αέρα κοπανιστό! Ή πολύ χαζός ή πολύ γκαντέμης ήταν αυτός ο ψαράς. Ή ήταν ξύπνια τα ψάρια. Ωστόσο, δεν το έβαζε κάτω. Βρέξει-χιονίσει, έπαιρνε το καλάμι του, έπαιρνε γεμάτο το καλαθάκι με τα δολώματα, έπαιρνε άδεια και την καλαθούνα για τα ψάρια και ξεκινούσε με κέφι να βγάλει το μεροκάματο. Έφτανε στην παραλία, απίθωνε πρώτα τα καλάθια του, δόλωνε ύστερα την καθετή του και καθόταν να κάνει τη μία και μοναδική δουλειά που, απ’ ό, τι φαίνεται, ήξερε καλά: να ρεμβάζει και να ονειροπολεί. Είχε να πιάσει ψάρι από τον καιρό του Νώε… Όταν κόντευε να συμπληρωθεί το οχτάωρο, μάζευε τα σύνεργα της ψαρικής, το κοφίνι χωρίς ψάρια, το κοφινόπουλο με τα σκουλήκια και, με το καλάμι του στον ώμο, ξεκινούσε για το τσαρδάκι του όλο αισιοδοξία. Μερικές φορές σιγοσφύριζε κιόλας «τη βαρκούλα του ψαρά»…

Τώρα, βέβαια, στο σπίτι τόνε περίμενε η Ίλζεμπιλ. Η γυναίκα του ήταν ένα γεροφτιαγμένο, κοκκινομάγουλο θηλυκό, με ξανθιές κοτσίδες και με μπράτσα παλαιστή. Κάθε βράδυ παραμόνευε το γυρισμό του ψαρά. Τον έβλεπε να καταφθάνει κεφάτος και χοροπηδηχτός και, προς στιγμήν, έλπιζε η κακομοίρα. Έπειτα όμως, σαν πρόσεχε πως το κοφινόπουλο ήτανε βαρύτερο από το κοφίνι, συνειδητοποιούσε την πραγματικότητα κι ορμούσε καταπάνω του με βρισιές.

Η Ίλζεμπιλ έκανε πραγματικά σα χήνα, γιατί οι χήνες έχουν τόσο διαπεραστική φωνή που πολλοί αγρότες τις έχουν για ζωντανό συναγερμό. Όμως δεν ήταν αυτή η «χήνα» που έψαχναν οι νάνοι… Προς ενημέρωσή σας, είχαν ανοίξει κιόλας το γραφείο τους κι είχαν βάλει κι αγγελία για γραμματέα…

Αυγά από χρυσάφι!

Οι επίδοξοι ντετέκτιβ σύντομα διαπίστωσαν ότι δεν ήταν και τόσο εύκολο πράμα η δουλειά του ερευνητή. Σ’ όποιο παραμύθι κι αν έψαχναν, όλο και κάποια χήνα θα συναντούσαν. Σε κοτέτσι ή σε κουζίνα, σε αγροτόσπιτο ή σε πύργο, σε ποτάμι ή σε λίμνη, το πουλερικό αυτό το ’βρισκες σε αφθονία. Χήνες υπήρχαν πολλές, κοπέλα που να λείπει… καμία!

«Σταθείτε!» φώναξε το κορίτσι με την αμνησία «Μου φαίνεται πως θυμάμαι κι ένα αβγό!… Ή μάλλον πολλά αβγά που τα συγκεντρώναμε όλα μαζί σ’ ένα βαρέλι!»

Αβγά σε βαρέλι;!… Όλο και πιο μυστήρια γινόταν η υπόθεση.

«Και πώς δεν έσπαγαν;!» απόρησε η Σταχτοπούτα.

Η Σταχτοπούτα, που στην αρχή ήταν μοσχαναθρεμμένη αλλά μετά έπεσε στα νύχια της μητριάς, είχε γίνει ξεφτέρι στο νοικοκυριό. Αν εξαιρέσουμε το μαγείρεμα (δυστυχώς για την καινούργια κυρία του σπιτιού, η προγονή δεν είχε ταλέντο σεφ), όλες τις δουλειές τις έκανε η Σταχτοπούτα. Η μητριά καθόταν στην πολυθρόνα και λιμάριζε τα νύχια της. Κι αν πεις για τις κακές αδερφές, κορούλες της μαμάς κι άσχημες σαν μάγισσες, τεμπέλιαζαν όλη μέρα στην κρεβατοκάμαρα και πασαλείβονταν κρέμες ή τύλιγαν τα μαλλιά τους με μπικουτί. Έστελναν και τη Σταχτοπούτα να κουβαλάει νερά ζεστά και βοτάνια και σκαρώνανε καταπλάσματα και μάσκες ομορφιάς. Ο μπαμπάς πηγαινοερχόταν στην πόλη και δεν είχε πάρει είδηση (ή έκανε τα στραβά μάτια). Κι επειδή πέρασε πολύς καιρός έτσι (ο μπαμπάς στον κόσμο του, η μητριά στην πολυθρόνα να τρώει σαν βόδι και να κοιμάται σαν μαχαραγιάς, οι αδερφές με το κιάλι να ψάχνουν για γαμπρό, κι η Σταχτοπούτα αγγαρεία σαν νεοσύλλεκτος), η χαρωπή νοικοκυρούλα κατάλαβε, πως αυτές οι πληροφορίες δεν πρέπει να ήτανε σωστές.

«Κάτι λάθος θα θυμάσαι!» επέμενε η Σταχτοπούτα «Τόσα πολλά αβγά μέσα σ’ ένα βαρέλι θα είχαν γίνει ομελέτα από μόνα τους ή θα είχαν βγάλει πουλάκια!»

«Όχι βέβαια!» επέμενε και το άγνωστο κορίτσι «Δεν ήταν κανονικά αβγά… Χρυσά ήταν!»

Χρυσά αβγά;… Αυτό ήταν καινούργιο δεδομένο.

«Ψάξτε για βαρέλια με χρυσά αβγά!» διέταξαν οι νάνοι, που είχαν πάρει το ρόλο των «μυστικών» ντετέκτιβ πολύ στα σοβαρά.

«Εγώ πάντως προτιμώ τα κανονικά!» στέναξε ο Χένσελ «Αχ, Γκρέτελ, πόσος καιρός πάει από τότε που μασουλήσαμε κάτι καλό;… Ομελέτες με αβγά και ψωμί με βούτυρο… Ούτε ξέρω πια τι γεύση έχουν»

Η άγνωστη κοπελίτσα συμφώνησε με τα πεινασμένα παιδιά του άλλου παραμυθιού. Ποιος χρειάζεται μία χήνα που κάνει χρυσά αβγά;… Η μαμά της –είπε– είχε αγοράσει τη χήνα για κανονική. Αυτό το θυμόταν καλά. Δυστυχώς, το πουλερικό βγήκε μαγεμένο!

«Άνθρωποί μου είσαστε καλά;!» φώναξαν κατάπληκτοι οι «ντετέκτιβ».

Υπενθυμίζουμε πως οι νάνοι, προτού ανοίξουν το γραφείο ερευνών, έβγαζαν χρυσάφι από τα έγκατα της γης. Και φυσικά δυσκολεύονταν πολύ να καταλάβουν πώς ήταν δυνατό να προτιμάει κάποιος ένα αβγό απλό από ένα χρυσό, αφού μ’ ένα χρυσό αβγό μπορούσες ν’ αγοράσεις χιλιάδες απλά.

«Μάλλον δεν έχετε τρακαριστεί ποτέ με την εφορία…» είπε το κορίτσι του χαμένου παραμυθιού.

Κι εξήγησε ότι η μαμά της, μόλις ανακάλυψε τις μαγικές ιδιότητες της χήνας, κόντεψε να λιποθυμήσει από την τρομάρα. Έκρυψε το πουλί στο υπόγειο της καλύβας της κι εξαφάνισε το βαρέλι με τ’ αβγά κάτω από ένα σωρό σανό, στην πιο σκοτεινή γωνιά του αχυρώνα.

Οι νάνοι-μεταλλωρύχοι παραξενεύτηκαν πολύ. Σκέφτηκαν ότι η πολλή φτώχεια πρέπει να είχε χτυπήσει στο κεφάλι εκείνους τους δυστυχείς… Πλην όμως ο πελάτης είναι πάντα πελάτης! Οι νάνοι είχαν ορκιστεί να το βρουν εκείνο το αναθεματισμένο παραμύθι, ακόμα κι αν ο ενδιαφερόμενος (στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενδιαφερόμενη) ήταν για το ψυχιατρείο. Εξάλλου, καθόλου δε θα τους σύμφερε μία αποτυχία στην πρώτη τους δουλειά. Οι νεόκοποι ντετέκτιβ πολλαπλασίασαν τις προσπάθειες. Οι συνεργάτες τους τώρα έψαχναν για μαγικές χήνες και η έρευνα περιορίστηκε στο παραμύθι της φασολιάς του Τζακ και στη Χήνα με τα χρυσά φτερά.

«Η χήνα με τα χρυσά φτερά δεν κάνει χρυσά αυγά» παρατήρησε η Κοκκινοσκουφίτσα.

«Και πού το ξέρεις εσύ;» της επιτέθηκε ο Γκρινιάρης.

«Δεν το λέει το παραμύθι!»

«Κι είναι ανάγκη να το λέει;… Αψού!» φταρνίστηκε ο Συναχωμένος (όχι επειδή είχε γρίπη, αλλά από τη σύγχυσή του) «Εννοείται ότι μια χήνα με χρυσά φτερά θα κάνει και χρυσά αβγά!»

Ήτανε πάντως φανερό πως η «έρευνα» είχε βαλτώσει. Ο Τζακ, που είχε κλέψει τη χήνα του γίγαντα κι είχε ψηλώσει η μύτη του από τα πολλά πλούτη, αρνιόταν πως το φτωχό κορίτσι και η μητέρα του ανήκανε στο δικό του παραμύθι. Όσο για το άλλο παραμύθι, πολύ δυστυχώς, η Κοκκινοσκουφίτσα αποδείχτηκε σωστή. Η χρυσή χήνα ήτανε στείρα! Δεν μπορούσε να κάνει κανένα αβγό, ούτε κανονικό ούτε χρυσαφένιο, που σήμαινε ότι ούτε και στο παραμύθι αυτό ταίριαζε το χαμένο κοριτσάκι.

(Ακολουθεί συνέχεια)

Εύη Κοντόρα


Την εικόνα που συνοδεύει το κείμενο δημιούργησε για το παραμύθι της Εύης Κοντόρα ο εικονογράφος Αλκέτας Λεοννάτος (AL-Leon.24)

Η Εύη Κοντόρα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει κατά καιρούς εργαστεί ως συντάκτρια στον περιοδικό τύπο και ως υπεύθυνη προγράμματος και παραγωγός σε ραδιοφωνικούς σταθμούς. Είναι μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και έχει ήδη εκδώσει τα βιβλία: «Ο Σπόρος κι εγώ», «Το κυνήγι της χαμένης παρτιτούρας», 1987, (που έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μιχαήλας Αβέρωφ από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών), «Η ανταρσία της Κυριακής» 2001, «Τρεις καβγάδες και μια σκανταλιά» 2005, «Πέντε πολεμικές μάσκες» 2006, «Η συμμορία των εφτά» 2007, 2013, «Τα μυστήρια της οδού Κενταύρων» 2010, «12 μέρες από τη ζωή του Αϊ-Βασίλη» 2011, «Οι δικές μας ιστορίες» 2013, «Λόγια της τάξης…» 2014, «Συνηθισμένες κι ασήμαντες» 2019. Έχει εικονογραφήσει το βιβλίο του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή «Παραμυθέατρο 2» 1993. Διηγήματά της, για παιδιά και ενηλίκους, έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Συμμετέχει επίσης σε θεματικές ανθολογίες διηγημάτων. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:305