Χρόνος ανάγνωσης περίπου:12 λεπτά

Οι τελευταίοι κονταρομάχοι του Έγριπου | του Γιάννη Σκαρίμπα



Ως εκάθονταν, ως να έκλαιγε ήταν. Πόνο είχε η ψυχή του, ντέρτι.

Ώστε ν’ απόθνησκε ήταν ο πόνος του πολύς. Ώστε να πάρη των ομματιών του και να φύγη. Μακρύ φτερό να πάρη και να πάη πίσ’ απ’ τον ήλιο. Να μη γλέπη πλειό ήθελε, μήτε ν’ ακούη πλειό.

Στριμώχτηκε ο μαύρος. Τον κόλλησαν στον τοίχο. Κι ήμπε στην πάντα, πάει.
Αδρασκελιά τν’ αδρασκελιά πισοπατώντας σα θερίο που μάχονταν παράδωκε αυτός το Γριπονήσι. Στραπατσαρισμένος διάβη το γιοφύρι. Νικημένος.

Κάτω τ’ άρματα. Που θα πη, όξω αυτός με το σαντούρι του, όξω η Φλώρα η πεντάμορφη, η Αντριώτισσα, η ασικλού, η παινεμένη. Αυτή η πριμαντόνα με τα γούστα. Που χόρευε πάνω στο πάλκο τσάμικο στο νύχι και βάραε τη φτέρνα με το χέρι. Που τρεμοσπάραζε εκείνους τους κόρφους της σαν κόρδα. Πώπαιζε τα ζίλια και στριφογύριζε το ντέφι στον αέρα.

Τώρα αδεκεί ‘ταν που να μην έσωνε. Που νάταν η ‘μέρα μαύρη που γεννήθη.

Εκεί αντίπερα στον άλλον όχτο τ’ Έγριπου όξ’ απ’ τη μπαράγκα του Ξενύχτη κάθουνταν τώρα κι’ έγλεπε το ομπρός του, να βράζη, να μπουρμπουλίζη σαν τον πόνο του το ρέμα, αχ αυτό το ρέμα, να διασταυρώνουνται οι φελούκες, γοργά σα γλάροι να περνούν και να πααίνουν τα τροχαντήρια κι’ οι γολέτες.

Αυτόν τον κόσμο θώραε το ντουνιά απ’ αγνάντια. Αυτή τη Χαλκίδα την πεντάμορφη, τη χώρα αυτή την παινεμένη, που την περιζώνει ερωτικά η θάλασσα, που τη γυρνοβολάν οι γλάροι. Κι’ έχει αψηλά για κορώνα της το Κάστρο του Καραμπαμπά.

Αχ ναι, από γης σε γης χτοπίθηκε, μα σαν σ’ άκρη κόσμου σουργούνεψε και πάει.

Στη μαρη γης κοιτάστηκε. Ποθαμένος ήταν πια. Βορδόλακας.

Πιθαμής την πιθαμής, φούρκα τη φούρκα, παράδωσε την ʼγια Γης τούτη τη Ρουσαλήμ της Ρωμηοσύνης στους μπαγάσηδες και τσοί λιμοκοντόροι.

Κάτω στην Πιάτσα πρωτάρχισε ο πόλεμος σέρτικος, μοβόρος και περίζωσε τη Χαλκίδα ευθύς απ’ άκρη σ’ άκρη. Καήκαν αψηλά τα Μαρουχλέικα. Πήρε φωτιά η Σουβάλα και το Πλάτωμα. Στον Καστρομαχαλά το πελεκούδι ‘φλέγη.

Στήθο με στήθο πάλεψε.

Σαν τον Μέγα Αλέξαντρο με το κοντάρι μάχονταν. Σαν τον Αγιώργη τον καβαλλάρη το χρυσοκονταράτο. Και σαν τον Αθανάσιο Διάκο, στο τέλος, με μισό σπασμένο γιαταγάνι. Φωτιά στη φωτιά, μπαρούτι στο μπαρούτι.

Αυτός με το σαντούρι και τη Φλώρα έκαιγε το Πλάτωμα κι’ οι άλλοι οι γκιοτήδες τούπερναν με μπαμπεσά την Πιάτσα.

Τζογιέ παντελόνι και φαρδύ ζωνάρι φόραε αυτός και το σινάφι του και καφούκι στο κεφάλι. Μοβόρικα ασημοκούμπουρα ήσαν χωμένα σαν να βυζαίναν γαίμα στο ζωνάρι του και κάμα δίκοπη. Κι’ οι άλλοι, αυτοί οι γαλαζοαίματοι, οι χτικιάρηδες, γραβάτες και κολλάρα. Μυρουδιές και μόσκους βρωμολογούσαν οι γυναικάκηδες αυτοί.

Τη Φλώρα την Αντριώτισσα είχε αυτός μπαϊράκι και ταμπούρι του, τον αητό αυτόνε, που καθέτανε στον ήλιο κι’ ηλιαζέτανε. Κι’ οι άλλοι εκείνοι οι χριστιανομάχοι, οι Φράγκοι, δυο γίδες Ιταλίδες κι’ εκειούς που θέλαν, σώνει και καλά, να διουν τον Πάπα. Διμούτσουνη κουμπούρα κράταε αυτός στο χέρι του κι’ οι άλλοι, αυτοί οι σερνικοθήλυκοι, το Νόμο.

Έτσι τους πήρανε την Πιάτσα. Δηλαδή το ένα το πιο καλό ημισφαίριο του κόσμου. Έτσι σιγά σιγά ρημάξαν τα σοκάκια και οι δρόμοι, οι πάνω μαχαλάδες. Τους άφηνε η δόξα.

Ομπρός στις Ιταλίδες συνάζονταν ο κόσμος, ομπρός στα ταμπούρλα και τα μπρούτζινα καπάκια, που τάκρουε ένας ξουρισμένος με βελάδα κι’ ήταν σαν να γκρεμίζονταν γιαλάδικα, σαν να πέφταν πιατοθήκες.

Λες κι’ έφτανε ιππικό Αράπικο έκαναν τα ταμπούρλα. Λες κι είχαν ξεμανή τα στοιχειά τυς φύσης κάναν οι κλαπαδόρες κι’ οι τρομπέτες.

Ως και οι μούτσοι απ’ τα καΐκια, ως κι’ οι καραβοκυρέοι από τα τροχαντήρια χαζολογούσαν γύρα γύρα. Ως κι’ η κουτσή κουρούνα, ως κι’ ο κουφός ο βασιληάς στριμώχνονταν να διούνε.
Σαν να καίγανε το Γιούδα αναγάλιαζε ο κόσμος.

Ψυχή μου, ούλη νύχτα ως τα χαράματα αχολογούσε η Χαλκίδα. Και ρήμαζαν τα Μαρουχλέικα. Κι’ απόμενε άραχλο το Πλάτωμα. Βουβός σα λέφαντας κοίτονταν λουφαγμένος ο Καστρομαχαλάς μέσα στη νύχτα.

Ως που μια ‘μέρα βάλαν χέρι στα ιερά και στα όσια σ’ αυτή την Άγια Τράπεζα στο Πλάτωμα.

Ένα μπουλούκι θεατρίνοι, ξουρισμένοι και βαμμένοι σαν παληάτσοι, συνάχτηκαν εκείς και πρόσταζαν κι’ έπερναν μέτρα. Εκεί έστησαν τη «σκηνή» και την «αυλαία».

Εκεί πούχαν σύρει τό χορό πέντε γενιές λεβέντες και γοργόνες. Εκεί πούχαν στοιχειώσει οι καϋμοί του σαντουριού και του λαούτου.

Αφτού, ναι μωρή αφτού, σ’ αφτόνε τον απλόγυρο που χόρευαν κι’ ήσαν σα να κένταγαν σ’ ατλάζι τ’ άστρα με την πούλια το ζεμπέκικο ούλοι οι ασίκηδες, ντόπιοι και περαστικοί απ’ τα πέρατα του κόσμου. Καραβοκυρέοι θαλασσόλυκοι, καπτανέοι με βράκες και γοβάκια. Μούτσοι θερίοι ασκουμπωμένοι και ξέστηθοι μ’ ασπρογάλαζες φανέλλες. Στερεολαδίτες τσελιγκάδες κοκκαλένιοι. Εκεί ένα τσούρμο μπαγαπόντες, λεβαντίνοι, θάπαιζαν, λέει, τις Δυο Ορφανές, την Τόσκα, τον Δον Πέτρο!

Πούστε ψυχούλες σέρτικες, πούσαι λεβεντουριά αποθαμένη.

Πούσαι ντελίνη Γέρο – Καραμπετσο μπαρουτοκαπνισμένε, πούσαι Κώστα Μηλωνά, πούσαι Αντώνη Φάσα αρματωλέ, πούστε άψηλές κορφές, πούστε αντρειωμένοι Μακεδόνες. Συ Γιώργη Αποστολίδη κοντυλένιε. Συ δράκοντα Καράμπελα Κωστάκη. Πούσαι Παναγιώτη Ταλαμάγκα πολεμάρχη. Πούσαι Τρίγκα. Πούσαι Μέγα Αλέξαντρε Χλαμύδα. Πούσαι Αρίστο Σπυρόπουλε, Αγιώργη καβαλλάρη.

Άγια τα χουματάκια σας. Χρυσό σας πάπλωμα.

«Τάχα να στέκει ο ουρανός,
να στεκει ο πάνω κόσμος,
να στέκουνται τα Κάστρα της
’ πως ήτανε και πάντα;»

Κάλλιο μην αρωτάτε ‘σεις τον αληθινό τον κόσμο και μεις άστα να πάνε. Παν τα Κάστρα, τα Καστέλια. Πάει η Χαλκίδα, ξανάπεσε σε χέρια Βενετσάνων.

Οχτροί αγαρηνοί, χριστιανομάχοι τη διαγούμισαν και τη διαφεντεύουν τώρα και τη χαίρουνται.
Ηλεκτροφωτίστηκαν τα Μαρουχλέικα. Ξέπεσαν οι μοσκομάγκες. Ταπεινούς, κακόμοιρους τους κατάντησε η σκλαβιά, η φτώχεια, τους τελευταίους αυτούς κονταρομάχους του Έγριπου. ’Ποσύρθηκαν στους όξω μαχαλάδες, στα περίχωρα, σαν τα λιοντάρια στις σπηλιές των. Τρίφτηκαν τα κοστούμια τους και τα στιβάλια τους τα έρμα λυώσαν.

Σωριάστηκαν τα έλατα. Άραχλοι και πικραμένοι πορπατούνε. Χαμένοι. Σαν αφιονισμένοι σε κυττάνε. Λες και δε ζουν στον πάνου κόσμο. Λες και στον Άδη κοίτουνται, λεβέντες, σκλάβοι αλυσσοδεμένοι Δράκοι αυτοί σ’ αφέντες Τούρκους.

Ναι, στον ʼδη στέκουν σαν ψυχούλες πικραμένες, στον ʼδη αυτόν:

Πούν’ οι κοπέλλες ξέπλεκες,
οι νειοί ξαρματωμένοι,
που στέκουν οι σταυραητοί
χωρίς φτερό και νύχι…

Πολλοί κάνουν θελήματα κι άλλοι γενήκανε κοπέλια. Ως και ψαθάκια φόρεσαν καμπόσοι κατά πώς ο Χριστός τ’ αγκάθινο στεφάνι. Και δε σέρνουν πιο στη μέση άρματα, μόν’ το πικρύ μες στην καρδιά τους. Ξεροκαταπίνουν τη χολή τους, με το λίγο ζουμί τους βράζουνε.
Δεν πορπατούνε περήφανα σαν τότες, μόνο ριζά ριζά πάνε σκιαχμένοι. Σαν ίσκιοι διαβαίνουν χλιβεροί στα καλντερίμια. Βιάζουνται ώστε να φύγουν, να χαθούν μεσ’ στα ντερσέκια. Σα να τους κυγνάν φαντάσματα, σα να τους φοβερίζουν οι διαβάτες.

Ως και τα σκυλιά τους ρίχνουνται ξοπίσω τους, ως και τα παιδαρέλια τους περιγελάνε.

Κι όπου τους πετύχουν τίποτις περιηγητές γυναίκες κι’ άντρες στέκουνται και τους πέρνουν στο φτερό το ‘σταντανέ τους. Μπορεί για τα μουσεία να τους χρειάζουνται. Μπορεί σε τίποτες εκθέσεις να τους στήσουν στην Εγρώπη.

Και δεν ποθαίνουν πιο στις φυλακές στα σίδερα μήτε από βόλι πάνε πλειό ή από μαχαίρι. Μόνο σαν τα θεριά κυνηγημένοι σαν το Χριστό κατατρεγμένοι λυώνουν σαν το κεράκι της Λαμπρής και σώνουνται, χτικιάζουν και ποθαίνουν θράσοι στο κρεβάτι.

Κι’ απέ αδεκεί στον Αγιάννη τους χουματίζουν σα σκύλους. Ποιους; Αυτούς που σαν απόθνησκαν μεσ’ στους καπνούς και μεσ’ στα σμπάρα ντύνονταν στα μαύρα η Χαλκίδα.
Ποθ χαροκαίγονταν μανάδες και γυναίκες. Που μαυροφόραγαν οι μαχαλάδες.

Κι έφτανε ως τον ουρανό — σα στυ Ραμά η φωνή — το ρεκατό, το μοιρολόγι.

Αυτούς που τους έκλαιγε ή νύφη τ’ Έγριπου κατά πως η Ραχήλ τα τέκνα της, κατά πως η γελάδα το μοσχάρι.

Αχ ναι, που τους νεκροστόλιζαν και τους ραίναν οι κοπέλλες και τους κλαίγαν τα ματάκια τους. Ποτάμι γίνονταν τα δάκρυα, βρυσούλες:

Για να νιφτούν οι άνιφτοι,
να πιουν οι διψασμένοι,
να βάλουν κι’ οι γραμματικοί
νερό στα καλαμάρια.

Αδεκεί τώρα κι’ αυτός κάθεται και κλαίει.

Αγνάντια κει στην άλλη όχτη, στην ταβέρνα του Ξενύχτη χλίβεται ολονυχτίς η καρδιά του, η απλή, η γενναία.

Ένας πόταμος το σκοτεινό ρέμα τ’ Έγριπου τον χωρίζει απ’ τη Βαβυλώνα αυτή τη μπαρουτοκαπνισμένη, που της γίνη δαχτυλίδι γύρω γύρω η θάλασσα κι είν’ αυτή απάνω του χτισμένη, σα διαμάντι δεμένο σε χρυσάφι.

Αυτή που στέκεται περήφανη κι’ ολόρθη στους αιώνες, με την τιάρα του Καραμπαμπά αψηλά στην κεφαλή της, με τα πόδια της χωμένα μες στην άμμο, με το γλέμμα της στραμμένο κατά κεις κατά το δρόμο που ‘φάνη μαύρος μέσ’ στο σαρίκι του ο καταχτητής, ο Μωχαμέτης.

Γλέπει αντίκρυα του τους περήφανους κουμπέδες του τζαμιού και των ’κλησιών της.

Βράζει μέσ’ στην καρδιά του πάντα ο σεβντάς και το μεράκι. Οι λεβεντογενιές δέκα αιώνων σέρνουνται μέσα του.

Αχ! κόρη άπιστη που τράφης απ’ τη σάρκα μας. Π’ απ’ τη δική μας όψη πήρε το γλέμμα σου την αστραπή κι αντίκρυσες το Μωχαμέτη.

Κόρη χρυσή, π’ απ’ τα ζωνάρια τα δικά μας έσυρες τα κουμπούρια που σου χρειάστηκαν για να ‘ματοκυλήσης τους Κονιάρους. Συ χρυσοδόρατη Αθηνά, π’ ακόνισες στο βράχο των κορμιών μας την κόψη του σπαθιού σου και χτύπησες τους Σκεπιτάρους και τσου Φράγκους.

Που πρώτα εμάς εκύτταξες στα μάτια, κι’ απέ αρνήθης τα κλειδιά των κάστρων σου στους Τούρκους.

Στη λάβα μας δεν έλυωσες τους μπρούντζους σου και τσ’ έκαμες κανόνια και τοπούζα; Μέσ’ στή χρυσή τή φλόγα τών στηθιών μας δέ μαλαματοκάπνισες εσύ την περικεφαλαία που φόραες στίς μάχες;

Μας άφησες…

Θρέψανε και λουλούδιασαν τριγύρα σου οι κάμποι κι’ άλλαξες με δραπάνι το σπαθί σου. Κατάλυσες τους Τούρκους και τσου Φράγκους κι’ έσπασες με μια γροθιά σαν νάσαν γυάλινα τα κάστρα σου. Κι’ έβαλες στο μουσείο σου την περικεφαλαία και το δόρατο και φόρεσες την τιάρα.

Κι’ αψήλωσες πάν’ απ’ το Δύφρι σου τη κεφαλή σου και καλανάρχισες ψιλό κουβεντολόι με τα πέρατα του κόσμου.

Με τη Σαλονίκη διαλέγεσαι, με το Μωρηά, με τη Μεσόγειο. Βαθειά προς τις παλιές στεριές ρίχτεις το γλέμμα σου, προς στη Χαλκιδική, προς της Σιλεσίας τα μέρη.

Μ’ άσπρες γραμμές εχάραξες στις θάλασσες τους δρόμους οπ’ οδηγάν σε σένα.

Και δέχεσαι τώρα στον οντά σου γλυκογελούσα πλειό ξαρματωμένους Γενοβέζους κι’ Οσμανλήδες. Κι’ έγινες συ βασίλισσα κι’ εμείς σκουλήκια. Κι’ έβαλες συ τα καλά και τα χρυσά σου κι’ εμάς τριφτήκανε τα παντελόνια. Και συ γελάς και κλαίμε μεις.

Υψώνεις συ περήφανη το μπόι σου και πορπατούμε μεις άραχλοι και σγουμένοι.

Στερέωσες με χρυσά καρφιά τον ουρανό σου κι’ έβαλες τον αυγερινό —στο μέτωπό σου— φανάρι των βουνών και των πελάων σου.

Λάμπεις κι’ αστράφτεις μέσ’ στα κάλλη σου κι’ εμείς χτικιάζουμε στην πάντα…

Και σκύβει πάνω στα κόρδα και φαίνεται σαν ο Χριστός γερμένος στο σταυρό του. Γλαρώνουν —κλείνουν— τα ματάκια του και μοιάζουν έτσι σαν ραμμένα με μετάξι.

Κλαίει και χουχουλιέται — μοίρεται χλιβερά σαν τη λαφίνα. Με τα νύχια τσαγκρουνάει το ταξίμι. Με τα ρωγοδάχτυλα χαϊδεύει τα ντουζένια. Λες και κεντάει πάνω τους πούλουδα και παγώνια. Εξωτικό παραμύθι λες και διηγάται μέσ’ στη νύχτα.

…Έχω πολλά παράπονα,
μα δεν τα λέει το στόμα,
μόνο τα κρύβω στην καρδιά
για να τα φάει το χώμα…

Σέρτικοι, αψοί, όλο κάμα είν’ οι καϋμοί που του σγαρνάνε την ψυχή του.

Αντίκρυα είν’ η Χαλκίδα, ομπρός του σέρνεται τό ρέμα. Κοιμάται ή πόλη, κλώθει τούτο, αφρίζει και παγαίνει. Γλύφει, φιλεί τα πόδια της που φέγγουνε βυθισμένα στα νερά του, γλωσσίζει κι’ αυτουνού, σα φλόγα, ή ψυχούλα του.

Νοιώθει την πόλη αυτός γερμένη από πάνω του. Είναι η ώρα που μπαίνει στα Χερουβικά του, π’ αποτείνεται σ’ αυτήν είναι η ώρα.

Ξέρει τη γλώσσα πώς μιλάει το μοσχάρι στη μάνα του. Έχει τον τρόπο πώς παρουσιάζεται ο δούλος στον αφέντη. Του σκουληκιού το φόβο νοιώθει, όταν ρωτάει ο Κύριος για δαύτο.

Και τσαγκρουνώντας την ψυχή του και τα κόρδα της λέει απαλά, σα για να μην τήνε ξυπνήσει, της λέει γλυκά μην τύχει και χολιάσει, παρεπονετικά της μολογάει τον πόνο του σα χάδι:

…Έχω καρδιά περίλυπη
στην άλυσσο δεμένη,
στο δέντρο της υπεμονής
είναι περιπλεγμένη…

Γιάννης Σκαρίμπας


«Οι τελευταίοι κονταρομάχοι του Έγριπου» είναι το δωδέκατο διήγημα της σειράς «Καημοί στο Γριπονήσι», που εκδόθηκαν το 1930 και ως συλλογή αποτέλεσαν την πρώτη ουσιαστική εμφάνιση του Γιάννη Σκαρίμπα στη λογοτεχνία. Η συλλογή αυτών των διηγημάτων είχε δημοσιευθεί τότε στο φιλολογικό περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα». Στο τεύχος 63 του Αυγούστου του 1929 δημοσιεύθηκαν «Οι τελευταίοι κονταρομάχοι του Έγριπου», που ο Σκαρίμπας δεν συμπεριέλαβε στην έκδοση των «Καημών…».


[Τα σχέδια που συνοδεύουν το κείμενο είναι του ζωγράφου Οικονομίδη από τη Χαλκίδα, όπως δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 63 του περιοδικού «Ελληνικά Γράμματα», Αυγ. 1929.]


Ο Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984) γεννήθηκε το 1893 στο Αίγιο της Αχαΐας, γιος του Ευθύμιου Σκαρίμπα και της Ανδρομάχης το γένος Λιάκου Σκαρτσίλα. Ο πατέρας του ήταν πληβείος, η μητέρα του όμως καταγόταν από αρχοντική γενιά και ήταν μορφωμένη. Είχε μια μικρότερη αδερφή την Καλλιόπη (γεν. το 1915) που ασχολήθηκε με την ποίηση. Το 1906 αποφοίτησε από το αλληλοδιδακτικό Δημοτικό σχολείο της Ιτέας. Ο μικρός Γιάννης γράφτηκε στο Ελληνικό Σχολείο του Αιγίου, όπου ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του (τέλειωσε το 1908) και παράλληλα πήρε πτυχίο από τη μέση δασική σχολή της πόλης. Το 1912 εργάστηκε ως διευθυντής λογιστηρίου στο υποκατάστημα της γερμανικής εταιρείας «Singer» στην Πάτρα. Στο τέλος του επόμενου χρόνου στρατεύτηκε για να πολεμήσει στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το τάγμα του Σκαρίμπα μεταφέρθηκε στο μακεδονικό μέτωπο. Εκεί διακρίθηκε και παρασημοφορήθηκε για ένα τραύμα στο σβέρκο. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου απαλλάχτηκε των στρατιωτικών του καθηκόντων καθώς είχε πετύχει σε ένα διαγωνισμό τελωνοφυλάκων. Το 1919 τοποθετήθηκε στο τελωνείο της Χαλκίδας και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τον ίδιο χρόνο παντρεύτηκε την Ελένη Κεφαλινίτη (με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά) και μετά το γάμο του αποσπάστηκε στο τότε νεοσύστατο τελωνείο της Ερέτριας, όπου έμεινε ως το 1922. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επανήλθε στη Χαλκίδα, όπου και παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Μελέτησε νεοελληνική ποίηση και δημοτικό τραγούδι, καθώς επίσης έργα των Έντγκαρ Άλαν Πόε, Κνουτ Χάμσουν, Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Χένρικ Ίψεν και Όσκαρ Ουάιλντ, που επηρέασαν το έργο του. Η πρώτη επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1929 με τη δημοσίευση του διηγήματός του «Στις πετροκολόνες στο λιμάνι» και τη βράβευσή του στον πανελλήνιο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού του Κώστα Μπαστιά «Ελληνικά Γράμματα» για το έργο του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης», που έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την κριτική επιτροπή. Το 1930 εξέδωσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Καϋμοί στο Γρυπονήσι». Στροφή στην μέχρι τότε πορεία του αποτέλεσε το επόμενο έργο που εξέδωσε (1932) με τίτλο «Το θείο Τραγί» και εμφανείς επιρροές από το γαλλικό σουρεαλισμό. Ακολούθησε ο «Μαριάμπας» που αντιμετωπίστηκε από την κριτική ως αριστούργημα και το 1938 τυπώθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ουλαλούμ». Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα της Χαλκίδας «Εύριπος» και στράφηκε με ενδιαφέρον προς το ελληνικό θέατρο σκιών. Στη γερμανική κατοχή κινδύνευσε να πεθάνει από την πείνα. Στρατεύτηκε στο ΕΑΜ και το 1945 κυκλοφόρησε τη βραχύβια εφημερίδα «Λευτεριά». Η συγγραφική και εκδοτική του δραστηριότητα συνεχίστηκε ως τα τελευταία χρόνια της ζωής του με ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και μελέτες. Τιμήθηκε από την Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών (1964) και το Δήμο Χαλκιδέων (1978), καθώς και με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για το βιβλίο του «Φυγή προς τα Εμπρός. Πέθανε στην Χαλκίδα και κηδεύτηκε με δημόσια δαπάνη.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:303