Χρόνος ανάγνωσης περίπου:7 λεπτά

Οι νεκροί μας ζούνε, όταν δεν τους ξεχνάμε | του Κώστα Αργυράκη


«Γεια σου και πάλι γεια σου»! Αυτός ήταν ο χαιρετισμός του μπάρμπα Γιάννη. Το καλημέρα του και το καλησπέρα. Ο ίδιος χαιρετισμός κάθε φορά που τον συναντούσα. Ίδια και η σεβαστή του μορφή, σαν μια Αγιογραφία, που περιδιάβαινε στα σοκάκια του μικρού χωριού, συχνά χωρίς σκοπό. Γέρασε νέος και έμεινε γέρος, μέχρι στα ύστερα του. Ο χρόνος, ότι είχε να του κάνει, του το έκανε πολύ νωρίς. Φορούσε πάντοτε το μαύρο του σαρίκι και τα άσπρα γένια, του έκρυβαν τις βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπο. Λιγομίλητος με τους μεγάλους, καλοσυνάτος με τα παιδιά και είχε πάντοτε στο στόμα το τσιγάρο, σβηστό τις περισσότερες φορές. Κάπνιζε τα σέρτικα τσιγάρα, τα δίχως φίλτρο και στο ποτήρι της ρακής στους καφενέδες, έπνιγε τα περασμένα, που τον βασάνιζαν πολύ.

Συντροφιά του, η θεία Μαρία. Μαυροντυμένη, γλυκιά μα πικραμένη, είχε τη πόρτα του σπιτιού τους, πάντα ανοιχτή, για τα παιδιά της γειτονιάς μας. Μας φίλευε ότι είχε, καρύδια και αμύγδαλα τους χειμωνιάτικους μήνες, μήλα και αχλάδια το καλοκαίρι και κουλούρια σαν πέρναγε ο κουλουράς. Πάντοτε με το χαμόγελο στα χείλη κι ας έμαθα αργότερα, πως έτσι έκρυβε το πόνο της καρδιάς,τον καημό, και το σταυρό, που χρόνια κουβαλούσε στις γερασμένες πλάτες της.

Νοιώθω βαθιά την ανάγκη να θυμηθώ και να θυμίσω, μα πάνω από όλα να τιμήσω, την τραγική τους ιστορία.

Νέος το 1919, με τα φτερά της νιότης , φαντάζομαι τον μπάρμπα Γιάννη, να ονειρεύεται, πηγαίνοντας φαντάρος. Ήθελε να τελειώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και να γυρίσει στο χωριό. Να παντρευτεί, να αποκτήσει παιδιά και να στεριώσει, στο τόπο που γεννήθηκε . Όνειρα απλά κι ανθρώπινα. Σαν όλα τα όνειρα των απλών ανθρώπων, στα χωριά των χρόνων εκείνων. Με το καλό κατευόδιο, άφησε για πρώτη φορά το σπίτι και τους δικούς του. «Στο καλό να πας και με το καλό να μας έρθεις», του ευχήθηκαν οι γονείς, οι συγγενείς και οι φίλοι, όπως γίνεται κάθε φορά, που φεύγει κάποιο παλικάρι για φαντάρος.

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδας Βενιζέλος, ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, ο Ναύαρχος Μαυρουδής, είχαν άλλα σχέδια και ανήγγειλαν ότι έφθασε η ώρα να καταλάβουμε την Σμύρνη και να ενωθεί με την Μητέρα Ελλάδα. Ήταν πρωτομαγιά του 19 και όλοι χάρηκαν. Μπορεί κι ο μπάρμπα Γιάννης να ξέχασε τα όνειρα και το κορφολόγημα του αμπελιού στο Βόλακα και χαρούμενος βρέθηκε, να πολεμά στη Μικρά Ασία. Κάθε φορά η Εξουσία βρίσκει τρόπους και έχει τα μέσα να οδηγεί το Λαό, με χαρά ακόμα και στο θάνατο.

Θα πολέμησε στη κατάληψη της Κιουτάχειας και στη νίκη στη μάχη του Εσκί Σεχίρ. Ήταν μαζί με τον συγχωριανό του τον Μανιό. Έδινε κουράγιο ένας στον άλλο και ήλπιζαν να τελειώσει νικηφόρα ο πόλεμος και να γυρίσουν νικητές στο χωριό. Ίσως να ένοιωθαν περήφανοι που πολεμούσαν για την πατρίδα και την Μεγάλη Ιδέα. Μπορεί να βιαζόντουσαν να φθάσουν και στη Κόκκινη Μηλιά.

Στο Σαγγάριο ποταμό άλλαξαν τα πράγματα. Η προέλαση του Ελληνικού στρατού σταμάτησε και ήταν Αύγουστος του 1921. Πολλοί νεκροί έμειναν στο πεδίο της μάχης και οι συγχωριανοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Όσοι γλίτωσαν οπισθοχώρησαν και η Σμύρνη έζησε τα γνωστά αποτελέσματα με την καταστροφή της.

Ο πόλεμος γκρεμίζει όνειρα, σκοτώνει ανθρώπους κι αφήνει πίσω του συντρίμμια.

Δεν έχω τις γνώσεις κι ούτε προσπαθώ να κρίνω τα γεγονότα. Δουλειά των Ιστορικών είναι η Ιστορία, αν και τα τελευταία χρόνια προσπαθούν κι αυτή να την ξαναγράψουν, να την διαστρεβλώσουν και να χαθεί η αλήθεια. Εγώ τον μπάρμπα Γιάννη γνώρισα κι αυτόν εγώ πιστεύω.

Αιχμάλωτοι στα βάθη της Μικρά Ασίας οι δυο φίλοι και συγχωριανοί. Δεν έφθασαν στο λιμάνι της Σμύρνης. Δεν έπεσαν στη θάλασσα κι ούτε πιάστηκαν από κουπαστή, για να επιβιβασθούν σε πλοίο γυρισμού. Δεν τους έκοψαν τα χέρια και να πνιγούν στα βρώμικα νερά του λιμανιού. Σε τετράτροχη άμαξα τους έζεψαν, μαζί με άλλους αιχμαλώτους και σαν μουλάρια τραβούσαν τα φορτωμένα κάρα στους κακοτράχαλους δρόμους στα βάθη της Ανατολής, όπως έλεγε ο μπάρμπα Γιάννης. Ήταν σκληρό καρύδι και παλικάρι άξιο. Άντεξε στις κακουχίες. Ο φίλος του Εμμανουήλ Καρυωτάκης ή Μανιός δεν τα κατάφερε και τον άφησε μόνο, να συνεχίζει να τραβά το κάρο

Σπάνια εξιστορούσε όσα πέρασε. Ήθελε να ξεχάσει τα βάσανα, τις τιμωρίες και τους εξευτελισμούς που πέρασε τα χρόνια της αιχμαλωσίας.

«Ξεδιψούσα με το κάτουρο μου και με το φόβο του μαστιγίου, τραβούσα μερόνυχτα το κάρο. Αιχμάλωτος ήμουν. Άσχημα χρόνια. Καλλίτερα τα αμίλητα, παρά τα μιλημένα, ας πιούμε τη ρακή κι ας κάνουμε τσιγάρο. Τυχερός είμαι που βρίσκομαι μαζί σου, μα λυπάμαι που χάθηκε ο Μανιός», μου έλεγε και σκούπιζε με το ροζιασμένο χέρι του το δάκρυ, πριν προλάβει να κυλήσει στο αυλακιασμένο πρόσωπο του.

Άντεξε και γύρισε στο χωριό. Με τραύματα στη ψυχή και στο μυαλό, μπάλωσε τα σακατεμένα όνειρα που έκανε παιδί. Παντρεύτηκε τη θεία Μαρία. Έφτιαξαν το σπιτάκι τους στη πάνω γειτονιά. Πετρόκτιστο, με καμάρα και φούρνο στο πρόστεγο. Θεριό είναι ο άνθρωπος, αντέχει – ελπίζει και αγωνίζεται. Πάλευε στα λιγοστά χωράφια του. Τα όργωνε κι έσπερνε σιτάρι για το ψωμί. Κλάδευε τ’ αμπέλι για το κρασί και τη ρακί. Στο κάμπο φύτευε πατάτες και λαχανικά και τα βράδια έπινε τη ρακί στα καφενεία. Είχε περάσει πολλά και προσπαθούσε να ξεχάσει με στωικότητα.

Γέννησε κι η θεία Μαρία ένα όμορφο παλικάρι. Η Ζωή ξαναβρήκε το δρόμο της. Ο χρόνος επουλώνει τις πληγές κι ας μη τις γιατρεύει. Ο Παντελής μεγάλωνε. Πήγε σχολείο.

Ήταν το καμάρι τους. Μετά το σχολείο, μαζί στα χωράφια και στις δουλειές μαζί. Μέχρι που πήγε στρατιώτης, δεν είχε φύγει ποτέ από κοντά τους. Μοναδική χαρά τους, τα γράμματα που τους έστελνε και η φωτογραφία του, εικόνισμα στο σπίτι. Γράμματα δεν ήξεραν κι όταν κάποιος τους το διάβαζε, δεν το αποχωριζόταν στιγμή. Το άνοιγαν, το φιλούσαν και κρατούσαν αγκαλιά τον μονάκριβο γιο τους.

Η τύχη είναι σκληρή για πολλούς ανθρώπους. Για τη θεία Μαρία και το μπάρμπα Γιάννη, έδειξε όλη τη σκληράδα της. Ο Παντελής ήταν οδηγός στο στρατό και σκοτώθηκε κατά την διάρκεια του εμφύλιου κι ο βασιλικός στη γλάστρα ξεράθηκε για πάντα. Πατέρας και γιος βρέθηκαν σε λάθος τόπο και λάθος ώρα. Ούτε ο μπάρμπα Γιάννης ήθελε να κυριεύσει την Ασία, αλλά ούτε και ο Παντελής, να σώσει την Ελλάδα από τους… Μπολσεβίκους. Φαντάροι ήταν και εκτελούσαν εντολές κι η τύχη τους φέρθηκε απάνθρωπα σκληρά.

Τα τραύματα του πατέρα ήταν νωπά ακόμη. Εφιάλτες οι θύμησες και τα σημάδια ανεξίτηλα στους ώμους από την αιχμαλωσία. Δεν ξέρω ποιος βρήκε το θάρρος και ανακοίνωσε τέτοιο κακό χαμπέρι στους γονείς. Μπορεί και να ακολούθησαν τις τυπικές διαδικασίες, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. «Ο υιός σας έπεσε ηρωικώς μαχόμενος υπέρ πατρίδος» και ίσως μια μικρή σύνταξη, αυτή η πατρίδα να έβγαλε το χρέος της.

Ο μπάρμπα Γιάννης κι θεία Μαρία, συνέχιζαν να ζουν, με το πόνο στη καρδιά και στέρεψε το χαμόγελο στα χείλη, μα είχαν μια γλυκιά καλοσύνη, στα λυπημένα πρόσωπα τους, μέχρι που άφησαν αυτό τον ψεύτη και άδικο κόσμο.

Ένα χρέος ένοιωσα αναπολώντας αυτή την ιστορία. Ένα χρέος τιμής και μνήμης, σ’ αυτούς τους ανθρώπους που τα έδωσαν όλα και δεν πήραν τίποτα. Να θυμίσω σ’ αυτούς που τους ξέχασαν, στη Πολιτεία και στο Δήμο, πως δεν πρέπει να ξεχνάμε.

Εκεί στο πρόστεγο του σπιτιού τους, ας αναρτήσουν μια πλάκα Τιμής και Μνήμης, λιτή και απέριττη, να μας θυμίζει τη τραγική ετούτη ιστορία.

«Εδώ γεννήθηκαν, ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΕΡΙΓΟΣ, αιχμάλωτος Μικρασιατικής Καταστροφής και ο γιος του ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΕΡΙΓΟΣ, νεκρός εν υπηρεσία κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας» και τότε ίσως βρουν, «την ανάπαυση» που ίσως περιμένουν και ο περαστικός από το σοκάκι του μπάρμπα Γιάννη, θα ακούει κάθε φορά που θα περνά, το «γεια σας και πάλι γεια σας». Θα τον κερνάει μια ρακί και η θεία Μαρία, θα τον τρατάρει λίγα καρύδια και μια καλή κουβέντα, όπως συνήθιζε.

Έτσι! Για την Ιστορία.

«Γεια σας και πάλι γεια σας!».

Κώστας Αργυράκης

ΥΓ 1.Δεν έγραψα Ιστορία. Ζωντανές μνήμες ανθρώπων του χωριού μου, του Μαρμακέτο προσπάθησα να κρατήσω.

ΥΓ 2. Η φωτογραφία είναι του φίλου Γ. Μακράκη.


Ο Κώστας Αργυράκης γεννήθηκε το 1950 στο Μαρμακέτο, ένα χωριό στο Οροπέδιο Λασιθίου Κρήτης. Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο, σαγηνεύτηκε από τους άγνωστους δρόμους της θάλασσας. Σ’ αυτούς ταξίδεψε σαράντα χρόνια ακριβώς (1969-2009), με φορτηγά βαπόρια τα πρώτα χρόνια και γκαζάδικα στα στερνά της διαδρομής, με οδηγούς το Σταυρό του Νότου και το Άστρο του Βοριά. Συνεχίζει το ταξίδι με πίστη πως θα φτάσει στο απάνεμο λιμάνι όπου ο άνθρωπος δε θα εκμεταλλεύεται τον άνθρωπο.

Στο βιβλίο του «Με χαλασμένο μπούσουλα δε φτάνεις στην Ιθάκη», ISBN 9789604513963, προσπαθεί, με βάση και τη δική του 40ετή πείρα ως εργάτης της θάλασσας, να αποδώσει το σύνολο της ζωής των ναυτεργατών, όπως την έζησε ο ίδιος. Οι δύσκολες βάρδιες, οι άσχημοι καιροί, η αγωνία για όσους άφησαν στη στεριά, η μοναξιά του ταξιδιού και οι θυσίες στο βωμό του κέρδους των εφοπλιστών για τη δημιουργία του εφοπλιστικού «θαύματος», συνυπάρχουν με τις ομορφιές του ταξιδιού και τις χαρές που μόνο η θάλασσα μπορεί να προσφέρει.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:116