Χρόνος ανάγνωσης περίπου:6 λεπτά

Γυναίκα και μουσική | από την αντζέντα της ΟΓΕ για το 2023 – 3ο μέρος


Μουσική. Ένα είδος τέχνης που προσφέρει ανυπέρβλητη αισθητική συγκίνηση στον ακροατή. Η καλλιτεχνική γλώσσα της μουσικής, σε σύγκριση με άλλα είδη τέχνης, είναι ολότελα ιδιόμορφη. Ωστόσο, όλα τα ανθρώπινα βιώματα και οι ιδέες βρίσκουν σε αυτή την πιο καθάρια, την πιο συγκινητική ενσάρκωσή τους. Η μουσική αναπτύσσει τον άνθρωπο κοινωνικά, αποκαλύπτοντας την πραγματικότητα, αλλά και τη σχέση του με αυτή.

Με αφετηρία κάθε είδους μουσικά έργα, η ατζέντα της Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας για το 2023 επιχειρεί και πάλι μια ελεύθερη κατάδυση στην κοινωνική θέση των γυναικών στον τόπο και το χρόνο. Η επιλογή αυτών των έργων έγινε με κριτήριο τη συμβολή τους στην αποκάλυψη και νέων σταθμών στο συνεχιζόμενο ταξίδι μας.

Μέρος τρίτο

συνέχεια από το προηγούμενο.

Coorie Doon (A Miner’s Lullaby)

«Πέσε να κοιμηθείς παιδί μου αγαπημένο, κι εγώ τραγούδι θα σου πω για να σε πάρει ο ύπνος. Έχει σκοτάδι στο ορυχείο, μικρό μου, σκοτάδι, σκόνη και υγρασία, αλλά ο μπαμπάς κατεβαίνει στις στοές για να ’χουμε φως στη λάμπα και φωτιά στο τζάκι, για να μπορείς να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι.»

Όπως καταλαβαίνετε, το νανούρισμα αυτό δεν τραγουδιέται από τη μητέρα αλλά από τον πατέρα. Είναι το νανούρισμα των σκωτσέζων ανθρακωρύχων και ιστορεί τις άθλιες συνθήκες δουλειάς και διαβίωσής τους.

Τα λαϊκά νανουρίσματα έχουν ρίζες βαθιές που φτάνουν ως τους αρχαίους χρόνους. Αποτελούν πλούσιες πηγές πολιτιστικής και πολιτισμικής κληρονομιάς της κοινωνίας μέσα στην οποία δημιουργούνται. Αποδεικνύονται έτσι καθρέφτες ενός ολόκληρου λαϊκού πολιτισμού. Κρύβουν την προσπάθεια κυρίως της μάνας, αλλά όχι μόνο, να δώσει τα πρώτα μαθήματα με απλό και κατανοητό τρόπο. Νανουρίσματα τραγουδιούνται σε κάθε είδους περίσταση, όχι αποκλειστικά όταν ένα μωρό πάει για ύπνο. Οι μητέρες πολλές φορές τα τραγουδάνε όταν δουλεύουν, ώστε τα παιδιά να ηρεμήσουν και να τις αφήσουν να συνεχίσουν αυτό που κάνουν. Το μητρικό νανούρισμα, εκτός από τα συναισθήματα της μάνας, συχνά ανάμεικτα, εξωτερικεύει και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην προσαρμογή της στον καινούργιο ρόλο. Οι εκμεταλλευτικές κοινωνίες δυσχεραίνουν τις προσπάθειες της μητέρας και της λαϊκής οικογένειας να ανταποκριθούν στις ανάγκες του νέου μέλους, γι’ αυτό αρκετά παραδοσιακά νανουρίσματα εκφράζουν κοινωνικά θέματα.

Ένα νανούρισμα στη γλώσσα Seri, της ομώνυμης φυλής ιθαγενών της μεξικάνικης πολιτείας Σονόρα, δεν τραγουδιέται για να φέρει ύπνο ή να σταματήσει το κλάμα. Οι Σέρι είναι περισσότερο γνωστοί για την αντίστασή τους προκειμένου να μην υποταχτούν στους Ισπανούς και αργότερα στους Μεξικανούς. Το συγκεκριμένο νανούρισμα έχει σκοπό να εμφυσήσει το μαχητικό πνεύμα στα κορίτσια, «ώστε όταν μεγαλώσουν να ξέρουν πώς να αντιμετωπίζουν τα προβλήματα στον κόσμο αυτό».

Σε ανάλογη τροχιά, η μάνα στο Νανούρισμα του Μπρεχτ δεν αφήνει τη θλίψη να την καταπιεί. Παρακινεί το γιο της ν’ ανατρέψει τον κόσμο της αδικίας και της εκμετάλλευσης: «… εγώ δεν σε κουβάλαγα μες στην κοιλιά μου

τροφή για να ’χει το κακό εξασφαλισμένη…

… Για πόλεμο σε λογαριάζω απ’ τα τώρα…

… Εσύ γιε μου κι εγώ κι όλοι οι όμοιοί μας

αντάμα να ’μαστε για πάντα στη γραμμή μας

για να ’ναι ίσοι όλοι οι άνθρωποι που η γη σηκώνει!»

Ξαναγυρίζοντας στο νανούρισμα των σκωτσέζων ανθρακωρύχων, ας θυμηθούμε ότι στα ανθρακωρυχεία της Βρετανίας, πριν τον Αύγουστο του 1842, δούλευαν ολόκληρες οικογένειες, για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Οι γυναίκες και τα μεγαλύτερα παιδιά εργάζονταν σαν μεταφορείς, τραβώντας τα καροτσάκια από την επιφάνεια ως τα βάθη του ορυχείου. Ύστερα από ένα ατύχημα που στοίχισε τη ζωή σε 26 παιδιά και των δύο φύλων πέρασε ένας νόμος που απαγόρευε σε γυναίκες και ανήλικα αγόρια κάτω των δέκα να δουλεύουν στις στοές.

Παρά τον κίνδυνο και τις άθλιες συνθήκες δουλειάς κάτω από τη γη, η απαγόρευση αυτή σήμαινε καταστροφή για πάρα πολλές οικογένειες ανθρακωρύχων που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα, τσοντάροντας τα πενιχρά μεροκάματα των γυναικών και των παιδιών τους.

Έτσι, εμφανίστηκε μια νέα κατηγορία εργατριών που εργαζόταν στις επιφανειακές εκτάσεις των ορυχείων κοντά στο φρύδι του πρανούς ως τη δεκαετία του 1960, παίρνοντας την προσωνυμία «τα κορίτσια του φρυδιού». Η δουλειά τους ήταν να καθαρίζουν από τις πέτρες το κάρβουνο όταν ανέβαινε στην επιφάνεια, να το ταξινομούν, να το φορτώνουν σε βαγόνια. Το μεγαλύτερο μέρος των εργατριών με τέτοιο περιεχόμενο δουλειάς απασχολούνταν στα ανθρακωρυχεία του Λάνκασιρ.

Ήταν ένα σκληρό και επικίνδυνο επάγγελμα, φαίνεται ωστόσο ότι, έχοντας να επιλέξουν ανάμεσα σε αυτό και το εργοστάσιο, αρκετές ήταν οι γυναίκες που προτιμούσαν να δουλεύουν στον καθαρό αέρα, έστω και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες. Δεν είχαν την ευκαιρία όλες οι εργάτριες που πριν δούλευαν υπόγεια να προσληφθούν. Η δουλειά αυτή προοριζόταν κυρίως για εργάτες ηλικιωμένους και ανάπηρους. Κάποιοι εργοδότες δεν ήθελαν γυναίκες, άλλοι όμως τις προτιμούσαν γιατί ήταν εξοικειωμένες με τις εργασιακές συνήθειες των ανθρακωρυχείων, εξάλλου τις πλήρωναν τα μισά από τους άντρες, για πενθήμερη δωδεκάωρη βάρδια και μικρότερη βάρδια τις Κυριακές. Ας σημειωθεί ότι αρκετοί από τους ιδιοκτήτες ορυχείων εξακολουθούσαν να προσλαμβάνουν γυναίκες εργάτριες για υπόγεια εργασία, παρά την απαγόρευση.

Το 1949, ο Paul Robeson επισκέφτηκε τους Σκοτσέζους ανθρακωρύχους και, ανάμεσα στα άλλα, τους είπε και το τραγούδι του Τζο Χιλ:

Ονειρεύτηκα ότι συνάντησα τον Τζο Χιλ χθες βράδυ, κι ήταν ολοζώντανος όπως εγώ κι εσύ. Λέω, «Μα Τζο, είσαι δέκα χρόνια πεθαμένος… Τ’ αφεντικά σε σκότωσαν Τζο»… «Εγώ όμως δεν πέθανα… χρειάζονται πολύ περισσότερα από ένα όπλο για να σκοτώσεις έναν άνθρωπο… Ο Τζο Χιλ δεν πέθανε ποτέ. Εκεί που οι εργάτες απεργούν, ο Τζο Χιλ είναι στο πλευρό τους… Σε κάθε ορυχείο, σε κάθε εργοστάσιο, όπου υπάρχουν εργάτες που υπερασπίζονται το δίκιο τους, εκεί θα με βρείτε. Ο Τζο Χιλ ποτέ δεν θα πεθάνει…»

Paul Robeson (Joe Hill)

Το 1936 κυκλοφόρησε ένα τραγούδι του Δημήτρη Σέμση σε στίχους της ερμηνεύτριας, Ρόζας Εσκενάζυ. Τίτλος του: «Τα βάσανα της πλύστρας».

Καζάνι, σκάφη, αλισίβα, λουλάκι, ποτάσα, κόπανος… Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι πλύστρες των Αθηνών (συχνά πρόσφυγες Μικρασιάτισσες), έμπαιναν στ’ αρχοντόσπιτα και στ’ αστικά σπίτια της Αθήνας τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, ιδροκοπώντας για πενταροδεκάρες, προκειμένου να ζήσουν τον εαυτό τους και την οικογένειά τους…

Στο Παρίσι, στο τέλος του 19ου αιώνα, 100.000 πλύστρες καθαρίζουν και λευκαίνουν τα σεντόνια των Παριζιάνων καθημερινά. Πληρώνονται 3 ως 4 φράγκα την ώρα, εργάζονται από 10 μέχρι 12 ώρες την ημέρα από Δευτέρα ως Παρασκευή και μισή μέρα την Κυριακή. Η υγρασία και οι ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, η χρήση λευκαντικών προϊόντων, το σκύψιμο για περισσότερες από 10 ώρες την ημέρα τις εξουθενώνουν. Πρέπει να χτυπήσουν τα ρούχα, να τα μουλιάσουν, να τα στρίψουν, να τα σαπουνίσουν, να τα στύψουν, να τα διπλώσουν. Δεν γλιτώνουν ούτε τη φυματίωση. Τα λερωμένα κλινοσκεπάσματα τις βάζουν σε μέγιστο κίνδυνο: περισσότερες από τις μισές χάνουν τη ζωή τους, μολυσμένες από την ασθένεια.

Καλοκαίρι του 1881, Ατλάντα, Αμερική. Από την επίσημη κατάργηση της δουλείας δεν έχουν περάσει ούτε δύο δεκαετίες. Χιλιάδες μαύρες πλύστρες κατεβαίνουν σε απεργία για ψηλότερους μισθούς, σεβασμό για τη δουλειά τους και έλεγχο στον τρόπο οργάνωσης της εργασίας τους.

Το πλύσιμο ήταν η δυσκολότερη από τις οικιακές δουλειές. Η εκβιομηχάνιση της κατασκευής ενδυμάτων την επιδείνωσε γιατί οι άνθρωποι είχαν περισσότερα ρούχα από ποτέ. Στο Βορρά, τα βρώμικα ρούχα της οικογένειας στέλνονταν σε οργανωμένα πλυντήρια, αλλά στο Νότο η τεχνολογία καθυστερούσε. Ακόμη και οι φτωχοί λευκοί χρησιμοποιούσαν μία στο τόσο τις υπηρεσίες των μαύρων γυναικών.

Οι πλύστρες δούλευαν πολλές ώρες για λίγα χρήματα. Για να επιβιώσουν έπρεπε να πάρουν ή περισσότερους πελάτες ή βοήθεια από τα παιδιά τους. Δούλευαν κυρίως στο σπίτι ή στη γειτονιά με άλλες γυναίκες. Έπλεναν έξω όταν το επέτρεπε ο καιρός ή μέσα, κρεμώντας τα ρούχα σε όλο το σπίτι. Η δουλειά τους άρχιζε τα πρωινά της Δευτέρας και συνεχιζόταν όλη την εβδομάδα μέχρι να παραδοθούν τα ρούχα το Σάββατο αφού τα είχαν πρώτα σιδερώσει.

Τον Ιούλιο του 1881, 20 πλύστρες συναντήθηκαν κι έφτιαξαν την Κοινότητα των Πλυστρών. Κατάφεραν να πραγματοποιήσουν μαζική συγκέντρωση και κάλεσαν σε απεργία. Δούλεψαν ακούραστα πηγαίνοντας από πόρτα σε πόρτα. Οι λευκές πλύστρες, αν και λιγότερες από το 2% των εργαζόμενων, συμμετείχαν επίσης. Σε τρεις εβδομάδες η Κοινότητα έφτασε τα 3.000 μέλη – απεργούς. Έγιναν συλλήψεις, επιβλήθηκαν πρόστιμα, απειλήθηκε η συνέχεια της εργασίας τους, αλλά οι πλύστρες έμειναν ακλόνητες μέχρι τη νίκη τους. Αποτέλεσαν έμπνευση και για άλλες οικιακές βοηθούς που διεκδίκησαν στη συνέχεια τα αιτήματά τους. Οι μαύρες εργάτριες, πρώην, σκλάβες, δεν ήταν πια υποτελείς ούτε αόρατες.

Ακολουθεί το τέταρτο μέρος…


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:74