Χρόνος ανάγνωσης περίπου:4 λεπτά

Ανεστορίσματα | της Άννας Τακάκη


Ήμουνε δεν ήμουνε τεσσάρω χρονώ οντέν ήρχισα να τυπώνω στο τυποτήρι του νου, στάλα στάλα τσ’ αναμνήσεις μου. Τότε ήβλεπα τον κόσμο θεόρατο κι εγώ ένα μικρό κομματάκι του, μόλις που ήρχισα να αιστάνομαι την ύπαρξή μου και την ύπαρξη όλων ανάγυρά μου. Πρώτα απ’ όλα τσι γονέους μου, τη μάνα μου που τη βάστουνα συνέχεια από την κούδα (άκρη του φορέματος) κι εκείνη μ’ απόπαιρνε. «Άσε μου μπλιο την κούδα!», μου ’λεγε. Η ζωή μου ήτονε η μάνα μου, κι εκείνης η ζωή εγώ, μα και όλα τ’ άλλα που είχε να κάνει μέσα κι όξω από το σπίτι.

Ανεθράφηκα με το γάλα τση κατσίκας, τη θρουλαρά και τη λαδοστάκα. Οι κρέμες ήτονε ανύπαρχτες ή ακριβές για την εποχή που όλα ήτονε από λιγού κι ακόμη αν υπήρχανε φτάνανε με δυσκολία στο ορεινό χωριό μου. Η μάνα μαγέρευγε στην παραστιά με τα ξύλα. Πολλές φορές κάπνιζε κι η μικρή μας κουζίνα γινότανε ντεκές. Αντί για ταράτσα χάμαι είχε χώμα με άχερο που το γραίνανε για να μη σκονίζει και σιγά σιγά με το πάτημα γινότανε στερεό. Η παρασύρα με τα βούρλα ήτονε η σκούπα που σκουπίζανε τα χρόνια κείνα.Το δώμα ήτονε με δοκάρια και καλάμια. Κάτω από τα δοκάρια κρεμότανε κρεμασταλιές με ντομάτες,κρομμύδια, κυδώνια, ρόγδια και διάφορα άλλα φρούτα ή λαχανικά. Ένας τρόπος συντήρησης ήτονε αυτός. Είχαμε όμως και μια μεγάλη κρεβατοκάμερα με ταράτσα κάτω και πάνω. Το σπίτι αυτό ήτονε τση γιαγιάς μου, που το ’δωσε προύκα τση μάνας μου, σαν επαντρεύτηκε, κι αυτή με τον παππού μου ξωριστήκανε στην αποθήκη.

Ο πατέρας μου ήτονε ράφτης. Φραγκοράφτη συνηθίζανε να τονε λένε, σαν εξετέλεψε ένας καλός ράφτης στην περιοχή. Μαθητευόμενος ακόμη, στα δεκαεφτά του ήκλεψε τη μάνα μου, κι εκείνη στα δεκαεφτά, μαζί πηγαίνανε στο Δημοτικό. Εκείνος μου ’λεγε για το πόσο καλή μαθήτρια ήτονε, αλλά πολλά φοβιτσάρα σαν την ήβγανε ο δάσκαλος στο μάθημα, ενώ το κάτεχε νερό.

Γεννήθηκα πριν να πάει φαντάρος. Στην πρώτη άδεια που πήρε για να ρθει από τα σύνορα, δεν το βάσταξε η ψυχή του να περιμένει κάποιο λεωφορείο από την πόλη για το χωριό του και πορπατούσε πολλές ώρες μέσα στη νύχτα για να ’ρθει να με δει. Μόλις αποστρατεύτηκε, η γιαγιά μου, η μάνα τση μάνας μου, του πήρε την πρώτη ραφτομηχανή. Κι εκείνη με πολλές στερήσεις… Ανέθρεφε κατσίκες, και αρνιά. Ήσφαζε τα μοσκούλια και τα αρνάκια και τα πούλειε κα του ’βαλε τη «μαγιά» όπως ήλεγε για να του πάρει τη ραφτομηχανή, γιατί εκείνος κείνος ήτονε από φτωχή και πολυμελή οικογένεια.

Σαν εστάθηκε στα πόδια του, ο κύρης μου, ήβαλε τη μια πέτρα πάνω στην άλλη κι ήχτισε μια καινούρια κάμερα δίπλα στην παλιά, μια κουζίνα που είχε ταράτσα κάτω και πάνω. Γε χρειαζότανε πλια να λαντουρούμε το χώμα για να στερεώνεται. Αγόρασε και ένα πετρογκάζ, ότι πρέπει ευκολία για τη μάνα μου, κι ελόγου μου, δε θα με τσούσανε μπλιο τα μάτια μου.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγεννήθηκε ο αδερφός μου στη μεγάλη κάμερα που ήτονε το κρεβάτι των γονέων μου, ένα σιδεροκρέβατο τσ’ εποχής κι εμένα το ντιβανάκι μου. Μα η μάνα μου εγέννησε πάνω σε δυο καρέκλες. Μ’ αυτό τον τρόπο εγινόντανε οι γέννες την παλιά εποχή. Μαμή ήτονε η προγιαγιά μου, η γιαγιά του πατέρα μου, τ’ Αυγενιό, άγια λείψανε να γενούνε τα χέρια τζη, για τσι ζωές που βοήθησε να ’ρθουνε στον κόσμο! Καλή μαμή, εξεγέννησε όλες σχεδόν τσι γυναίκες του χωριού, μα και στα περίχωρα.
Σαν εγεννήθηκε ο αδερφός μου, ο πατέρας μου πήρε το ντουφέκι, εβγήκε στην αυλή κι ήπαιξε δυο τρεις μπαλωτιές στον αέρα για να γροικήσει όλο το χωριό πως ήκαμε ασερνικό κοπέλι, ήκαμε το γιο! Έτσα ήτονε τα χρόνια κείνα. Για τα θηλυκά δεν επαίζανε μπαλωτιές.

Οντέν εγεννήθηκα εγώ, ήρθανε στο σπίτι οι φίλοι του πατέρα μου με βιολιά και κιθάρες για τσ’ ευκές. Μου φέρανε και δώρα, ένα αρδράχτι με μια ρόκα κι ένα χαρτί με μαντινιάδες. Τη ρόκα με τ’ αρδράχτι τα φυλώ σαν κόρη οφθαλμού. Οι μαντινιάδες χαθήκανε, αλλά μείνανε κάποιες απ’ αυτές στη μνήμη των δικών μου:

Γιο τονε περίμενες μα ήκαμες την κόρη

το τρύπιο παντελόνι σου αυτή θα το μπαλώνει.

Γιο τονε περίμενες κι ήκαμες την κουρκούτσα

που θα σε κάνει να πατείς με μια παλιοπαπούτσα.

Ζωή αγνή, μυργιάνθιστη από τσι μυρωδιές του βουνού και του κάμπου, μυργιοτραγουδισμένη από τον Ερωτόκριτο μέχρι τσι μαντινιάδες που με τόσηνιά ευκολία βγάνανε οι απλοί αθρώποι. Με τσι γειτονευτάδες, κάθε βράδυ να ροζονάρουνε και να δηγούνται, του κόσμου τσι ιστορίες..

Ανεστορούμαι ακόμη το νανάρισμα τση μάνας μου πλάι στο κουνάκι του μωρού μ’ ένα σκοπό λυπητερό. Μου ’ρχότανε να κλαίω… Γιατί τότε στα τέσσερά μου χρόνια, μου έφερναν θλίψη τα νανουρίσματα; Η απάντηση ήρθε μετά από πολλά χρόνια με μια μαντινιάδα των Χαΐνιδων:

Θε μου, είντα παράξενοι που ν’ οι δικοί μας τόποι.

Θλιμμένα τα τραγούδια ντως μα γελαστοί οι αθρώποι.

Είντα να πω όμως και σαν ερχότανε οι γιορτάδες; Η μάνα μου ήστρωνε το τραπέζι μας με ένα κροσάτο περαματιστό τραπεζομάντηλο, κι ήβανε απάνω τα μερακλήδικα μεζεδάκια τζη. Ήστρωνε το κρεβάτι και το ντιβανάκι μου με τσι φαντές πατανίες που είχανε στσ’ άκρες τως χρωματιστά κούμαρα. Γεμίζανε οι κάμαρές μας χρώματα και μυρωδιές! Κι ύστερα ερχόντανε οι βιολατόροι για τα «χρόνια πολλά» και τσ’ ευκές. Πολύς κόσμος κλουθούσε. Μαντινιάδες, τραγούδια, κέφι, γέλια και χαρές! Δύσκολα τα χρόνια μα όλοι γελούσανε… Οι γονέοι μου, οι αθρώποι, τα παιδιά, ακόμη και τα άψυχα πράματα. Όλα γελούσανε! Κι εγώ ανέβαινα στους εφτά ουρανούς..! Ετσά λοής ανεθράφηκα. Ετσά λοής ανεθραφήκανε πολλοί και πολλές τση γενιάς μου.

Άννα Τακάκη

[Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι της φωτογράφου Nelly’s (Έλλη Σουγιουλτζόγλου-Σεραϊδάρη) με τίτλο «αγροτική οικογένεια στην Κρήτη»,1947}


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.