Χρόνος ανάγνωσης περίπου:10 λεπτά

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Παγκόσμια Μέρα Ποίησης – Ανθολογία ποίησης (μέρος β)

Σας παρουσιάζουμε ένα μικρό δικτυακό αφιέρωμα για την Παγκόσμια Μέρα Ποίησης. Μια μικρή σταχυολόγηση ποιημάτων, για να τιμήσουμε την μέρα της ποίησης, που αφιερώνουμε στην πάλη για την παγκόσμια Ειρήνη, ενάντια στις διεργασίες που συσσωρεύουν «μπαρούτι» για γενικότερη ανάφλεξη.

Τραγούδι
 Ναζίμ Χικμέτ

 Ποιήματα (απόδοση Γιάννη Ρίτσου), Εκδόσεις «Ο Κέδρος» 1963

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.

 Παλιολαός
 Κώστας Βάρναλης

 Ποιητικά, Εκδόσεις «Ο Κέδρος», Αθήνα 2006

Σαν πρωτόβγα στη ζωή,
τίποτα δε βρήκα.
Ένας δρόμος. Κι ουδέ νους
ουδέ μάτια κι ακοή.
Στο κοπάδι μπήκα
και με δέσαν μ’ ολουνούς.

Θάλασσα, στεριά και φως
τίποτα δικό μας.
Τίποτ’ έξω μας κ’ εντός.
Μόν’ ο Χάρος αδερφός
και μοναδικό μας
φως και τέρμα του παντός.

— Πού πηγαίνουμε, αδερφοί;
φώναζα. Κανένας
δε γυρνούσε. Είταν, οϊμέ
όλοι τους όμοια κουφοί
και τυφλοί της γέννας
και δεμένοι σαν κ’ εμέ!

Σκουντουφλούσαμε γερτοί
λάσπη φορτωμένοι.
— Προχωράτε ζωντανά!
νά και τούτη, νά κι αυτή
σ’ όποιον αποσταίνει,
να μη σηκωθεί ξανά.

Προχωράμε ολοζωίς
κ’ είμαστε όλο πίσου.
Ένας κλαίει, άλλος γελά,
όταν σκάβουμε τη γης,
ξέχειλοι του μίσου,
το δικό μας τάφο… Αλλά

νά! μπροστά μας άλλοι οχτροί,
όμοι’ αλυσωμένοι!
— Ίσ’ απάνω τους!… Καρδιά!…
Θα σας πάρουν την ιερή
την πατρίδα οι ξένοι,
τις γυναίκες, τα παιδιά!

Μνέσκαμ’ από τη σφαγή
ένας κάθε δέκα
και σακάτηδες! Ξανά
εδικιά τους όλ’ η γη,
τέκνα μας, γυναίκα
και δεμένοι πιο στενά!

Χάιντε πάλι απ’ την αρχή
ξύλο και πορεία
κατά θέλημα θεού,
δίχως σώμα και ψυχή.
Προπατορική ιστορία
του παλιολαού!

Ξαφνικά σεισμός, βουλκάνοι
με φωτιά κατεβατή.
Στοπ! Δεν έχει άλλη πορεία!
Τρέχει ο δήμιος, δεν προκάνει,
σ’ εκκλησιά πελεκητή
να γυρέψει σωτηρία.

Τ’ είναι τούτ’: Οργή Λαού
παρά θέλημα Θεού!

 Ο Μιχαλιός

 Κώστας Καριωτάκης

 Ποιήματα και Πεζά, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 1998

Το Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Καμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Μαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Κυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».

Τον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Εκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ‘λεγε, σα να παρακαλούσε:
«Αφήστε με στο σπίτι μου να πάω».

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του αφήσαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

 Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Otto V
 Μανόλης Αναγνωστάκης

 Τα Ποιήματα. 1941-1971, Εκδόσεις «Νεφέλη», Αθήνα 2000

I

Σε δύο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ‘χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).

II

Σε τούτη τη φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22 χρονώ· εδώ είναι η γυναίκα π’ αγαπούσα: η γυναίκα μου
Τη λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου ‘πε: «χαίρομαι που πας να πολεμήσεις». Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο στη μέση και μ’ άνθη…
…Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μού χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιoς είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ’ όνομά μου σκαλισμένο. Ποιoς το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.

(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι).

 Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο
 Νικηφόρος Βρεττάκος

 Τα ποιήματα, τόμος πρώτος, Εκδόσεις «Τρία φύλλα», Αθήνα, 1981

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.

Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ’ τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ’ τ’ αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ’ το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.

Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκκαλα μέσα στ’ αμπριά· εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ’ ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ’ το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ’ το θάνατο.

Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα ‘ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.

(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).

 

 Γράμματα για το μέτωπο
 Γιάννης Ρίτσος

 Από τη συλλογή Πυραμίδες (1935), Ποιήματα. 1930-1942, τ. Α΄,

 Εκδόσεις «Ο Κέδρος», Αθήνα 1979

8

Χιονίζει απόψε, γιε μου, και παγώνει
το αίμα μου από το κρύο κι από τον τρόμο·
κουλουριασμένη εδώ στο παραγώνι
κοιτάζω τη φωτιά στοχαστικά
κ’ η σκέψη μου τραβάει τον ίδιο δρόμο
να σε καλησπερίσει γκαρδιακά.

Τέτοιες βραδιές νωρίς ερχόσουν σπίτι,
σ’ έβλεπα εκεί στην πόρτα να τινάζεις
τα χιόνια απ’ το γιακά σου σα σπουργίτι
κ’ έτρεχα να σου βγάλω το παλτό.
«Αχ, γιε μου, έχεις μουσκέψει· δεν αλλάζεις;»
κι αποκρινόσουν «μάνα, ευχαριστώ».

Σ’ έβαζα πλάι στο τζάκι να στεγνώσεις,
σου ‘ψηνα ευωδιασμένο τσάι βουνίσιο
να πιεις, να πυρωθείς και να ξαπλώσεις.
Χιόνιζε, μα δω μέσα είταν ζεστά,
τ’ όνειρο φωτογέλαε παραδείσιο
πίσω απ’ τα βλέφαρά μας τα κλειστά.

Κι απόψε, γιε μου, θα ‘σαι μες στο χιόνι
κι ο χάρος στο χαράκωμα θα σκύβει
και κόκκινο το βλέμμα θα καρφώνει
στο βλέμμα σας. — Ποιανού θα ‘ναι η σειρά;
Ποια θα ντυθεί στα μαύρα; Ποιο καλύβι
θα κλειστεί μπρος στον ήλιο, στη χαρά;

 Πόλεμος
 Αντρέ Μπρετόν

 Εκδόσεις «Πλέθρον», Αθήνα,1983

Κοιτάζω το Τέρας που γλείφεται
Για να μπερδευτεί όσο μπορεί με ό,τι είναι γύρω του
Τα μάτια του χρώμα φουρτούνας
Ξάφνου είναι βαλτονέρια που σκεπάζονται με βρώμικα
ρούχα με σκουπίδια.
Βαλτονέρια που πάντα σταματάνε τον άνθρωπο
Βαλτονέρια με μια μικρή πλατεία Όπερας μες την κοιλιά
τους
Ο φωσφορισμός είναι το κλειδί για τα μάτια του Κτήνους
Που γλείφεται
Κι η γλώσσα του
Τοξεμένη ποιος ξέρει από πριν πού
Είναι ένα σταυροδρόμι από καμίνια
Από κάτω ατενίζω τον ουρανίσκο του
Σαν από λάμπες μέσα σε σάκους
Και κάτω απ’ το θόλο σε γαλάζιο βασιλικό χρώμα
Τόξα χρυσαφιά ξεφτισμένα προοπτικά το ‘να μέσα στ’ άλλο
Ενώ τρέχει η πνοή της γενίκευσης στο άπειρο εκείνου του πανά-
θλιου γυμνόστηθου παλιάτσου σαν κι αυτούς που βγαίνουν
στις πλατείες καταπίνοντας δαυλιά αναμμένα με πετρέλαιο
κάτω από μια ψιλή βροχή πεντάρες.
Τα σπυριά του Κτήνους λάμπουν εκατόμβες παλικαριών για να
χορτάσει ο Αριθμός
Με τα πλευρά να τα φυλάνε αστραφτερά λέπια στρατοί
Φουσκωτοί κι ο καθένας τους περιστρέφεται μια χαρά πάνω στη
στρόφιγγά του
Μ’ όλη τους την αλληλεξάρτηση σαν τα κοκόρια που βρίζονται
την αυγή από κοπρώνα σε κοπρώνα
Αγγίζουμε τη ρωγμή της συνείδησης κι όμως μερικοί συνεχίζουν
να λένε πως η μέρα θ’ ανατείλει
Η πόρτα ήθελα να πω το Τέρας γλείφεται κάτω απ’ τη
φτερούγα
Και βλέπεις τάχα από γέλιο να χτυπιούνται από σπασμούς κλέ-
φτες βαθιά σε μια ταβέρνα
Ο αντικατοπτρισμός που μ’ αυτόν είχαν φτιάξει την καλοσύνη
διαλογίζεται
Είναι ένα κοίτασμα υδραργύρου
Θα μπορούσες να το γλύψεις μονομιάς
Νόμισα πως το Κτήνος στρεφόταν σε μένα είδα ξανά τη βρωμιά
της αστραπής
Πόσο είναι άσπρο στις μεμβράνες του μες στην σβελτάδα των δα-
σών από σημύδες όπου στήνεται η ενέδρα
Μες στα ξάρτια των καραβιών του που στην πλώρα τους βουτά μια
γυναίκα με την κούραση του έρωτα να τη στολίζει πράσινη
μάσκα
Μάταιος συναγερμός το Κτήνος κρατά τα νύχια του διεγερτική
στεφάνη γύρω από τα στήθη
Προσπαθώ να μην παραπατώ φανερά όταν κουνά την ουρά του
Που είναι σημαδεμένη άμαξα και καμτσικιά
Μες στην πνιγερή οσμή της κικινδέλης
Απ’ το φορείο το βρωμισμένο με μαύρο αίμα και με χρυσάφι προς
το φεγγάρι
Ακονίζει ένα του κέρατο στο ενθουσιασμένο δέντρο των αιτιάσεων
κουλουριάζεται με φοβερή νωχέλια κολακευμένο
Το Κτήνος γλύφει το όργανό του δεν είπα τίποτα

 Ποιητής πολέμου
 Σίντνεϊ Κις

 Ανθολογία της ευρωπαϊκής και αμερικανικής ποιήσεως,

 Εκδόσεις «Παρουσία», Αθήνα 1999

Είμαι ο άνθρωπος που αναζητούσα την ειρήνη και βρήκα
Τα μάτια μου στο συρματόπεγμα,
Είμαι ο άνθρωπος που ψαχούλευα τις λέξεις και βρήκα
Στο χέρι μου ένα βέλος καρφωμένο.
Είμαι ο χτίστης που οι στέρεοι τοίχοι του ζώνουν
Μια γη γλιστερή.
Σαν αρρωστήσω ή τρελλαθώ
Μη με περιγελάτε και μη μ’ αλυσσοδένετε·
Σαν θα πλησιάζω τον άνεμο
Μη με ρίχνετε χάμω·
Μ’ όλο που η όψη μου είν’ ένα βιβλίο καμμένο
Και μια ερειπωμένη πολιτεία.

 Κραυγή δέκατη πέμπτη
 Κλείτος Κύρου

 Κραυγές της νύχτας, 1960

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

 Ο Έκτορας κι η Ανδρομάχη
 Ιάκωβος Καμπανέλλης

 Απ’ το «παραμύθι χωρίς όνομα» 1957

Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη:

«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει»

Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις 20 τ’ Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι:

«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις.
Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει,
στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει».

Ακολουθεί το τρίτο μέρος του αφιερώματος.

Διαβάστε το πρώτο μέρος του αφιερώματος.

 

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:54