Χρόνος ανάγνωσης περίπου:6 λεπτά

Ο πόλεμος στα μάτια των παιδιών | της Άννας Κεφαλέλη


Αφήγηση της Ελισάβετ Χαραλαμπίδου – Γούλα.

Στις 2/9/2017 μίλησα μαζί της στο τηλέφωνο. Είπαμε πολλά. Οι Ιστορικές μας ρίζες μάς φέρνουν στο ίδιο μονοπάτι. Η Ελισάβετ γεννήθηκε στο χωριό Καρπερό των Γρεβενών. Ανήκει στη γενιά των παιδιών που σώθηκαν από το ΔΣΕ και τις Σοσιαλιστικές χώρες που ανέλαβαν να τα μεγαλώσουν και να τα σπουδάσουν. Γλύτωσαν από τα δεινά του Εμφύλιου Πολέμου και τους βομβαρδισμούς των Αμερικάνικων αεροπλάνων. Δεν ξέχασε τους παιδικούς σταθμούς, την φροντίδα και τις σπουδές της στη χώρα που φιλοξενήθηκε.

Η Ελισάβετ Χαραλαμπίδου – Γούλα

Δεν ξέχασε το φευγιό της. Ήταν παιδί δεκατριών – δεκατεσσάρων χρονών. Δεν ξέχασε τoν τρόμο που έζησε στα χρόνια του Εμφυλίου. Οι περιγραφές είναι ολοζώντανες κι ας πέρασαν δεκαετίες. Κάθε μας κουβέντα εκεί στην Ιστορία μάς γυρίζει κι εγώ τρέχω να προλάβω… να γράψω και να ηχογραφήσω άλλη μια αφήγηση. Να τι μου έλεγε η Ελισάβετ για κείνα τα χρόνια του Εμφυλίου:

«Τα σπίτια μας καίγονταν από αντιπάλους, παρακρατικούς… Το κυνήγι των σημαδεμένων δημοκρατικών του χωριού ξεκίνησε. Κάποια στιγμή εμφανίστηκαν και τα αεροπλάνα. Μας βομβαρδίζανε κι εμείς τρέχαμε να σωθούμε. Αδειάσανε τα χωριά μας. Ξυπόλητοι και όπως όπως φεύγαμε. Ούτε ρούχα φορούσαμε. Το βρακί μας είχε λιώσει απάνω μας. Νηστικοί ήμασταν οι περισσότεροι. Τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε στο δρόμο. Κάνα καλαμποκόσπορο μαζεύαμε, κάνα φασόλι κι αν τα βρίσκαμε και αυτά…

Περισσότερο περπατάγαμε τη νύχτα για λόγους προφύλαξης.

Μαζί μας ήταν τρεις αντάρτες που είχαν αναλάβει αυτή τη δύσκολη και σοβαρή αποστολή. Αυτοί μας έδειχναν και τα μονοπάτια. Αυτοί μας έδειχναν και τα περάσματα προς τα σύνορα. Ήμασταν όπως θυμάμαι χωρισμένοι σε έξι ομάδες και στην κεφαλή τους ήταν ομαδάρχισσες. Από το χωριό μου ήμασταν πάρα πολλοί. Κάθε ομαδάρχισσα είχε 10-15-18 παιδιά στην ομάδα της ανάλογα με την ηλικία. Ακόμα και νεογέννητα ήταν μαζί μας. Ε… πού θα τ’ άφηναν οι μανάδες;;; Από τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων τρέχαμε όλοι να κρυφτούμε. Να σωθούμε θέλαμε.

Όταν περνούσαμε τον Αλιάκμονα κατέβαινε πολύ νερό από τα χιόνια που λιώνανε στα γύρω βουνά. Στο πέρασμά τους τα νερά κάνανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Βούιζε ο Αλιάκμονας από τα γάργαρα νερά και τη δύναμή τους. Κι εμείς τρέχαμε με τον φόβο στην ψυχή μας. Εκεί με άρπαξαν τα νερά. Με πήγαν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω και σκάλωσα σ’ ένα δέντρο. Εκεί έχασα και την μικρή αδερφή μου. Ήταν μόνο έξι χρονών. Την κρατούσα από το χέρι σ’ όλη την πορεία. Περπατούσαμε στην όχθη του Αλιάκμονα και σφίγγαμε τα χέρια μας. Πιασμένες χέρι χέρι στην άκρη του ποταμού γλιστρήσαμε και χαθήκαμε… Εμένα με πρόλαβαν οι αντάρτες και γλύτωσα. Την αδερφούλα μου όμως την κατάπιαν τα ορμητικά νερά του Αλιάκμονα. Το κακό μαθεύτηκε γρήγορα. Έριξαν φωτοβολίδα οι αντάρτες και έτσι με εντόπισαν. Με είδαν και έτρεξαν να με σώσουν. Εγώ, ούτε που μπορούσα να τους μιλήσω. Έτρεμα ολόκληρη κι ας με τυλίξανε οι αντάρτες με τις χλαίνες τους.

1973. Η Ελισάβετ Χαραλαμπίδου – Γούλα στο γραφείο της, στην Υπηρεσία Σάπτε Νοέμπριε, στην πόλη Κραγιόβα ως Προισταμένη Νοσηλευτικού Προσωπικού.

Θυμάμαι όταν φύγαμε φορούσα ένα μάλλινο πλεγμένο φουστανάκι. Μπορείς να φανταστείς Άννα πώς έγινε το φουστανάκι μου όταν βράχηκε; Μπορείς να φανταστείς πως έδειχνα με το φουστανάκι που δεν πρόλαβα καλά καλά να βγω από τα νερά κι εκείνο κοκάλωσε πάνω μου; Πάγωσε από τα κρύα του Μαρτίου.

Ήταν Μάρτιος του 1948 και φύγαμε στις μεγάλες μπόρες του Εμφυλίου. Δεν ξέχασα ποτέ την αγωνία των ανταρτών που με βγάλανε από τα νερά του Αλιάκμονα. Με ξέντυσαν τσίτσιδη. Μου βγάλανε τα βρεγμένα ρούχα, με τυλίξανε με τις χλαίνες τους και με πήγαν στο Αρχηγείο τους. Εκεί ήρθε και η ξαδέρφη μου. Ήταν ομαδάρχισσα και κλαίγοντας όλο ψέλλιζε: «Τι λογαριασμό θα δώσω στους γονείς της»…

Σ’ αυτή την πορεία φυγής είχα και άλλη μια αδερφή. Και αυτή μικρό παιδί ήταν αλλά δέχτηκε να τη βάλουν πάνω στο άλογο και γλυτώσαμε τα χειρότερα. Σου μιλάω για την αδερφή μου που σώθηκε και έφτασε στην Τσεχοσλοβακία μαζί με πολλά παιδιά από την περιοχή μας. Τι να σου πω; Άμα τα θυμάμαι στεναχωριέμαι πολύ. Ανεβάζω πίεση και χάνω τον ύπνο μου. Δεν τα ξέχασα και ποτέ. Αλλά και τι να κάνω; Μπορώ Άννα μου να τα ξεχάσω; Μπορώ να ξεχάσω τον πόνο της μάνας μου; Φεύγοντας κυνηγημένη στη Μικρά Ασία από τους Τούρκους, κρατούσε στην αγκαλιά το μωρό της. Ο τρόμος και ο φόβος των κυνηγημένων δεν περιγράφεται. Μόνο «κλείσε το στόμα του, θα μας ακούσουν»… της έλεγαν οι διπλανοί και έτρεχαν λαχανιασμένοι να κρυφτούν στο δάσος της Τουρκίας. Στην αγκαλιά της μάνας μου πέθανε από ασφυξία το παιδί.

Ίδια εικόνα έζησα κι εγώ στο χωριό μου. Τώρα μας κυνηγούσαν εδώ στην Ελλάδα οι Έλληνες και τα Αμερικάνικα αεροπλάνα. Έτρεχα κι εγώ με τους μεγάλους προς το δάσος έξω από το χωριό μας. Ήμουν δώδεκα – δεκατριών χρονών.

Τούτη τη φορά κρατούσα στην αγκαλιά μου το μικρό αδερφάκι μου. Ήταν μωρό και αυτό. Τρέχαμε και το μωρό αδερφάκι μου έκλαιγε στην αγκαλιά μου.

«Κλείσε το στόμα του» άκουγα «μη μας πάρουν χαμπάρι»…

1/5/1950. Στον Παιδικό Σταθμό στη Σινάια της Ρουμανίας. Από δεξιά και πρώτη στη δεύτερη σειρά είναι η Ελισάβετ Χαραλαμπίδου – Γούλα από το χωριό Καρπερό Γρεβενών. Όλες οι κοπέλες στη φωτογραφία είναι από το χωριό Καρπερό των Γρεβενών που σώθηκαν από τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων χάρη στην βοήθεια των ανταρτών του ΔΣΕ που τους (τις) φυγάδευσε στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Οι κοπέλες της φωτογραφίας. φιλοξενήθηκαν στους Παιδικούς Σταθμούς της Ρουμανίας και σπούδασαν στα Ανώτερα και Ανώτατα Πανεπιστήμια της Ρουμανίας.

Το κλάμα του μωρού δεν μπορώ ποτέ να το ξεχάσω Άννα μου γιατί είναι μέρος της ζωής μου. Στην αγκαλιά μου πέθανε και αυτό από ασφυξία. Το κουβαλούσα και νόμιζα ότι κοιμάται. Το ακουμπήσανε κάτω οι μεγάλοι κι εγώ τους έλεγα πιο σιγά και μη μιλάτε, θα ξυπνήσει το μωρό… Παιδί ήμουν κι εγώ, πώς να καταλάβαινα ότι πέθανε στην αγκαλιά μου; Το θάψαμε στο δάσος με ένα αγριολούλουδο δίπλα του… Είναι το οδοιπορικό και ο πόνος των Ποντίων που έζησαν την φρίκη και τον διωγμό που ξεκίνησε από την Τουρκία και συνέχισε στην Ελλάδα με τις συνέπειες του Εμφυλίου Πολέμου και την Πολιτική Προσφυγιά που ακολούθησε».

Η ιστορία της Ελισάβετ Χαραλαμπίδου – Γούλα συμπεριλαμβάνεται εκτενέστερα στο βιβλίο μου με τίτλο «Για τα παιδιά που σώθηκαν» και αποτελεί μια από τις οκτώ ιστορίες παιδιών που έζησαν το κυνήγι και τον πόλεμο με τα δικά τους ματάκια… Όλοι θυμούνται το φευγιό τους και την αγκαλιά των ανθρώπων που τους έσωσαν. Δεν ξέχασαν τους αντάρτες που τους συνόδευαν στο δρόμο προς τα σύνορα. Δεν ξέχασαν όμως ούτε την αγκαλιά των Σοσιαλιστικών χωρών που τους φιλοξένησαν και τους σπούδασαν, μα πάν’ απ’ όλα τους σώσανε από την πείνα, φτώχεια και τον πόλεμο.

Η Ελισάβετ επαναπατρίστηκε μετά από τριάντα πέντε χρόνια. Έζησε πολιτική πρόσφυγας στην πόλη Κραγιόβα της Ρουμανίας και ζει στην Αθήνα.

Άννα Κεφαλέλη


Η Άννα Κεφαλέλη γεννήθηκε στη Ρουμανία από γονείς Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Μεγάλωσε και σπούδασε στα χρόνια του Σοσιαλισμού. Είναι απόφοιτη της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής της Κραγιόβας της Ρουμανίας. Επαναπατρίστηκε το 1979 και εργάστηκε σαν Γεωπόνος στο Υπουργείο Γεωργίας. Σήμερα είναι συνταξιούχα και κάτοικος Θεσσαλονίκης. Ασχολείται με την Ιστορία και την ταυτότητά της, τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγρς. Ο Εμφύλιος την σημάδεψε. Μαρτυρίες αγωνιστών ακούει και γράφει σε κείμενα και βιβλία για να μείνουν… για να διαβάζουμε και να μαθαίνουμε την σύγχρονη Ιστορία. Έχουν εκδοθεί τα βιβλία της: «Με το βλέμμα στην πατρίδα» (ISBN 9786188480704), «Ανθυπολοχαγός Νίκη 1940-1949» (ISBN 9786180018745), «Για τα παιδιά που σώθηκαν : εμφύλιος 1946-1949» (ISBN 9786180018677), «Ραλλίτσα Τερζόγλου, μια ηρωίδα της ζωής» (ISBN 9786188480728) κι επιμελήθηκε την έκδοση των βιβλίων «Μηνάς Μερτζανίδης: στα 18 μου σύνδεσμος του Δ.Σ.Ε.» (ISBN 9786188480711), «Μια πεζοπορία της ζωής και του πολέμου από το τρίγωνο του Έβρου μέχρι το Γράμμο-Βίτσι Τασούλα Κεφαλέλη» (ISBN 9789609356145).

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:158