Χρόνος ανάγνωσης περίπου:6 λεπτά

Η φυρομυαλισμένη | της Άννας Τακάκη


-Ζηνοβία, ωρή Ζηνοβιό! πετάξου στην αποθήκη να μου φέρεις δυο πατάτες να τσοι βάλω στο ψητό. Σήμερο θα ρθει ο σάντολός σου από το Λιμάνι να του κάνομε το τραπέζι. Ίσα ογλήγορα μέχρι να μαλάξω ζύμη να κάμομε και δυο κατουμέργια. Σάλευγε, γιατί θέλω να πιάσεις ύστερα την παρασύρα να σκουπίσεις την αυλή κι από κάτω το τσαρσί. Μη ρθει ο άθρωπος και είναι γεμάτο κουτσουλιές. Ντα, αφήνουνε και οι ορνιθες τω γειτόνω; Δε φτάνει που γυρίζουνε τη γειτονιά μόνο μου πηδούνε και στην αυλή και σκαλίζουνε τς’ αλιντάνες.

Μπρε συ, ακόμη κάθεσαι ατά και βγάνεις τα φρύδια σου; Ανεμεκιάρου, γιατί έχομε πολλές δουλειές. Μουσαφίρη ανιμένομε…

-Ηντά ’πες, μάνα;

-Πού τον έχεις τον ομυαλό σου, Ζηνοβιό; Εφυρομιάλισες;

-Σου ’πα πως θα ρθει ο σάντολός σου, σήμερο απου ’ναι σκόλη. Άιντε γιατί ξαργιούμε. Ο κύρης σου πάει ν’ ανάψει τον ξυλόφουρνο. Πήγαινε ελόγου σου, γερά γερά, να φέρεις πατάτες να τσοι καθαρίσεις.

-Ποιο ανιμένομε, μάνα; Α, είπες το σάντολό μου. Πόσα χρόνια έχει να ρθει επαδά; Θα μασε βαστά και πεσκέσα; Ανεστορούμαι όντε ήρθε μια φορά και μου ’φερε μια κούκλα ντυμένη. Εφόργειε κι ένα καπελίνο, μούρλια. Τη χαρά απού κανα, ανεστοράσαι το; Ακόμη δεν μπορώ να την αποχωριστώ.

-Εδά όμως είσαι κοτζάμ κοπελιά. Δεν ήθελες να πας στο γυμνάσιο κι εκάτσες επαδά να μου κάνεις το νοικοκεραδάκι. Μα δε φταίει μόνο ο κύρης σου, που δεν ήθελε να χάσει τη μοναχοθυγατέρα του και δε σε σιγόνταρε. Κι επόμεινες κι εσύ επαδά να φαώνεσαι σαν κι εμάς. Μέσα κι όξω δουλειές και μια ζωή κουρασμένη να ζεις. Αν ήθελα να μάθεις δυο γράμματα ήθελα να ξεφύγεις από το χωριό και να γνωρίσεις κι άλλο κόσμο παραπέρα.

-Δε μου αρέσουνε τα γράμματα, μάνα, και καλλιά χω να πηγαίνω στα αμπέλια και στι ελιές, στα χωράφια και στα αλώνια, παρά να βγάνω τα μάτια μου σκυμμένη στα χαρτιά. Ήντα πεσκέσι θα μασε βαστά, κοντό, ο σάντολός μου;

-Αντα χαζίρι, παιγνίδι δε θα σου βαστά. Ετέλεψες το δημοτικό, εξεγαϊδούρεψες! Μπάταρε, κιανένα προυκιό θα σου φέρει. Επαραγγείλαμέ του πως αφού δεν είσαι τω γραμμάτω, είσαι τση παντρειγιάς. Σε ένα δυο χρόνια ανέ βρεθεί ο κατάλληλος θα σε δώσωμε. Δε θα σ’ έχομε επαδά να γεροντοκοργιάσεις.

Όλα έτοιμα για τη Κυριακάτικο τραπέζι, με το Ζηνοβιό το νοικοκεραδάκι να στρώνει το καλό φαντό τραπεζομάντηλο, να τακτοποιεί τα πιάτα, τα ποτήρια, το κρασί, τη σαλάτα τα μηζυθροπιτάκια, τη σπιτική φέτα κι όλα τα ελέη που είχανε, νοικοκυραίοι αθρώποι. Το χοιρνό ψητό, με το χοίρο τσ’ αναθροφής τως, εμοσκοβόλισε όλο το σπιτι, σα βγήκε από τον ξυλόφουρνο. Αυτή την ώρα, να σου, κατέφτασε κι ο μουσαφίρης με μια κουτάρα γλυκά στα χέρια. Δεν ήτονε όμως αμοναχός αλλά ήσυρνε και κολαούζο.

Τσι καλοδέχτηκε η μάνα κι ο πατέρας.

-Καλώς ορίσετε στο σπιτικό μας! Καλώς τσοι. Σύντεκνε, περάσετε μέσα και κάτσετε, όλα είναι έτοιμα. Η φιλιότσα σου βοήθησε καλά. Νοικοκεραδάκι είναι.

-Καλώς σας βρίσκομε σύντεκνοι. Κι η φιλιότσα μου βλέπω, μεγάλωσε…κοτζάμ κοπελιά τση παντρειγιάς. Από δω είναι ο ανιψιός μου ο Πάρις. Είναι πρωτοετής φοιτητής στην Ακαδημία στη Ρόδο. Τονε πήρα να δει το χωριό σας.

-Καλά ’κανες! Άιντε πάντα γεια μας και καλώς εβρεθήκαμε!

Σα φάγανε κι ήπιανε και σχεδόν αδειάσανε το τεψί με το πεντανόστιμο ψητό, η κερα Σοφία είπε στσι νιοφερμένους να κάτσουνε και το βράδυ που είχε γλέντι στο καφενείο.

-Αιντε, μπας κι είναι τυχερό να βρεις και του λόγου σου κιαμιά γυναίκα, σύντεκνε. Επαράργυγες να παντρευτείς. Καλά τονε να σε παντρέψομε από το χωριό μας. Έχομε καλές κοπελιές επαδά, μορφοκοπελιές και καταστάμενες. Να πάμε και μια βόλιτα να δείτε, και να πάρετε κι ό,τι βρισκούμενο έχομε στσι κήπους και στα περβόλια μας.

Ο νεαρός φοιτητής έριχνε κοφτές ματιές στην κοπελοπούλα που ήτανε σβέρτη σαν τη μέλισσα κι αέρινη σαν το τριαντάφυλλο.

-Κρίμα είναι, Ζηνοβία, να μην πας στο γυρμνάσιο. Η γνώση βοηθά τον άθρωπο και του δίδει άλλες ευκαιρίες. Τση ’πε ο νεαρός Πάρις εκειδά που κάνανε τον περίπατο και τση ’κοψε ένα κλαδί γιασεμάκι που ξεπρόβαιρνε από μιαν αυλή και τση το ’δωσε να το μυρίσει.

Το βράδυ στο χορό ξεφαντώσανε όλοι. Ο σάντολος χόρεψε με τη φιλιότσα του που ήτανε πρώτη χορευταρού, μα χόρεψε και με τον νεαρό Πάρι. Νέος γοητευρικός και γλυκομίλιτος, αλλά και πρώτος χορευτής κι αυτός. Όλη τη νύχτα δεν άφηνε τη μικρή κοπελοπούλα. Κι εκείνη έδειχνε να έχει ένα πρόσωπο φεγγάρι με δυο κόκκινα ρόδα στα αφράτα τση μαγουλάκια.

Την άλλη μέρα άργησε να σηκωθεί η Ζηνοβία.

-Σήκω παιδί μου κι ένα κονταρόξυλο είναι ο ήλιος! Έχομε δουλειές με φούντες πάλι σήμερο. Η διασκέδαση διασκέδαση και η δουλειά δουλειά.

Μα η Ζηνοβία αυτή τη μέρα ήτανε αλλού κι αλλού. Τση μιλεί η μάνα τζη, κι αυτή πράμα.

-Ηντά ’χεις παιδί μου, ποιος σε πείραξε οψές;

-Μάνα θα πάω στο γυμνάσιο. Το αποφάσισα.

-Θαρρώ πως είσαι ολότελα φυρομυαλισμένη. Δυο χρόνια όπου γιας είναι που έχεις τελέψει το δημοτικό, εδά θα πας; Ήντα γράμματα ανεστοράσαι;

-Θα ξαναδιαβάσω και θα δώσω εξετάσεις. Ποτέ δεν είναι αργά.

Μα η μάνα, που κατιντίς παραπάνω κατέχει και προαιστάνεται σα και να κατάλαβε…

-Μπάνα σου καλάρεσε ο ντεληκανής Ζηνοβγιό; Αυτός σε ξεσήκωσε; Να δούμε ήντα θα πει κι ο κύρης σου.

Μα εκείνη είχε πάρει την απόφασή τζη. Διάβασε όλο το καλοκαίρι κι έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο γυμνάσιο. Κι εκεί που δεν της αρέσανε τα γράμματα, έγινε μια καλή και διαβαστερή μαθήτρια. Με τον Πάρι είχανε μια τακτική αλληλογραφία. Βλεπόταν πότε πότε όταν ερχόταν κι αυτός για διακοπές. Χτίσανε μια όμορφη σχέση που κράτησε για πάντα. Αρραβωνιαστήκανε μόλις μπήκε κι αυτή στην ακαδημία.

Γλωσσάρι:
κατσιλούπαρδος: αυτός που λουφάζει και παρακολουθεί κάτι σιγά σιγά και ύπουλα.
λούπαζε: κρυβόταν και παραμόνευε.
κατσιρμά: κρυφά και ύπουλα
ξετροχαλιάζω: χαλώ την τροχάλα
ξα μου: στην εξουσία μου
αηγός: αυλάκι νερού, αγωγός
παρακάτσευγε: παραμόνευε
ανηφοράδες: καμινάδες
συνοροαντρόυνο: ανδρόγυνο λίγο καιρό στεφανωμένο
παπαδουλίζουνε: τρεμοπαίζουνε και θαμπώνουν
τσιρφελίδες: τριζόνια
θιαμπόλι: φλογέρα
αγκανάρεται: αγκομαχεί
φτενά: λεπτά
θροφανή: παχιά
αραμούρο: θόρυβος
έντρομα: πρόχειρα, φανερά
απογκαφή: η εικόνα που έχουμε όταν κοιτάξουμε την τελευταία στιγμή, όταν κάποιος στρίβει και δεν προλαβαίνουμε να τον γνωρίσουμε.
αφανταξές: φαντάσματα
ξεκαπυρωμένη: με κοκκινισμένο το πρόσωπο από τη ζέστη
γούζεσαι: γκρινιάζεις
κανακαρά: χαϊδεμένη
αυραγά: αύριο βράδυ
ελάφαζε: ανάσαινε βαριά
γλάκι: τρέξιμο

Άννα Τακάκη

Από τη συλλογή «κρητικά νάκλια»


Η Άννα Τακάκη είναι ποιήτρια, συγγραφέας και αρθογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ορεινό χωριό Ζήρος, Σητείας, απ’ όπου και η πρώτη πηγή των εμπνεύσεών της. Ζει μόνιμα στη Σητεία της Κρήτης. Ταξίδεψε επί χρόνια ως συνοδός του συζύγου της πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού. Τις εμπειρίες της από τη ζωή της ναυτοσύνης έχει καταγράψει σε ποιήματα και διηγήματα.

Ποίημά της έχει μελοποιηθεί από τον παγκοσμίου φήμης μουσουργό Νίκο Αστρινίδη. Ποιήματα και Μαντινάδες της περιλαμβάνονται στο CD «Ριζοχάρακο» με τους μουσικούς, Καλλιόπη Βασιλείου, Νεκτάριο Μαρίνο και Γιάννη Λεθιωτάκη.

Έχει πάρει μέρος σε Παγκόσμια Λογοτεχνικά Συνέδρια, έχει βραβευτεί για την ποίησή της από τον Παγκόσμιο Πολιτιστικό Φορέα «Αμφικτιονία Ελληνισμού», και έχει τιμηθεί από τοπικούς φορείς για την προσφορά της στην παράδοση. Επίσης ποιήματά της περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες και κρητικά λευκώματα.

Είναι μέλος του «Πανεπιστημίου των Ορέων». Η ηθογραφία της «Ο Κουμαρτζής» έχει διασκευαστεί σε θεατρική παράσταση και έχει παρουσιαστεί με επιτυχία, από τα παιδιά του 1ου ΕΠΑΛ Χανίων στην Τεχνική Σχολή Αυγόρου Αμμοχώστου στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την αδελφοποίηση των δυο σχολείων.

Μέχρι σήμερα έχει εκδόσει τα λογοτεχνικά έργα:
Χρώμα Θαλασσινό, ποίηση, 2004
Αλλιώς φυσά τ’αέρι ποίηση, «Μουσικό Εργαστήρι Αεράκη» 2007
Υγιέ μου, το τραγούδι της μάνας, Αμφικτιονία Ελληνισμού» ποίηση, 2010
Ο Κουμαρτζής, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2011
Τα σκαρφίσματα του Σηφαλιού, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2013
Στσι γειτονιές του Ρώκριτου, ποίηση, «iδeα Sitia»,2013
Μαίανδρος ο Έρωτας, ποίηση, «Βεργίνα»,2015
Η αναφορά μου στο Ν. Καζαντζάκη, ποίηση, «Ιωλκός», 2016
Χρώμα θαλασσινό, επανέκδοση, «Ιωλκός», 2016
Η κρίση θέλει τερτίπι, θεατρικό, «Βεργίνα», 2017
Αροδαμοί κι Αγκαραθιές, «Σβούρα Εκδοτική», 2023
κι έχει αρκετό έργο ανέκδοτο.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:191