Χρόνος ανάγνωσης περίπου:2 λεπτά

Η κάμπια | της Ιφιγένειας Μανουρά


Είχαμε συμφωνήσει με το κοπέλι να πάμε μαζί για ψώνια. Μας αρέσει να πηγαίνομε παρέα και να παίρνομε και απαγορευμένες τροφές για τα βράδια που είναι ελεύθερα, δις και τρις μηνιαίως, που τρώμε οτιδήποτε. Περιμένω να έρθει από τη δουλειά, περιμένω, άφαντος. Στέλνω μήνυμα και μετά από ένα τέταρτο απαντά ότι το ξέχασε -για πολλοστή φορά- και έχει πάει για καφέ. Σε λίγο στέλνω πάλι μήνυμα.

-Έφαγα σε μαρούλι κάμπια, έχω ξαπλώσει και περιμένω να ποθάνω.

-Νούλα, ήντα λες;

-Ό,τι άκουσες. Παίρνει τηλέφωνο.

-Καλά είσαι;

-Προς το παρόν καλά.

-Και προς το μέλλον, πώς το κόβεις;

-Γροίκα παέ μια αργκό!!!

-Νούλα, δεν θωρείς την κατάστασή σου, σε κάψανε τα λεγόμενά μου; Και ήντα θα κάμεις, δε μπας σε κιανένα γιατρό;

-Πράμα, να κάτσω θέλω να περιμένω και όντε ντακάρουνε οι σφοδροί πόνοι θα δω ήντα θα κάμω.

-Νούλα, έχεις παραισθήσεις και λες ό,τι θες, ήντα θα πει σφοδροί πόνοι;

-Σφοδροί πόνοι.

-Περίμενε και έρχομαι. Σε δέκα λεφτά φτάνει ξεγλωσσισμένος. Στο μεταξύ έχω ετοιμάσει τη λίστα με τα ψώνια και μερικές τσάντες.

-Νούλα, στο γιατρό πας;

-Όι για ψώνια, άντε πάμε.

-Και οι πόνοι;

-Α οι πόνοι τση κάμπιας; Επεράσανε. Και το άπονο παιδί κάνει στροφή, κάτι ψιθύρισε μέσα από τα δόντια ντου ότι δεν την παλεύει και καλά, αλλά δεν πολυκατάλαβα, χτυπά με δύναμη την πόρτα, ευτυχώς δεν την-ε ξεμασκούλωσε, και εξαφανίζεται. Και εγώ ’πομένω στα κρύα του λουτρού. Πιάνω το βιβλίο μου και αναβάλω τα ψώνια.

Την επόμενη έρχεται πασίχαρος και ξεσκεπάζει το τσικάλι, ανοίγει τον φούρνο της ηλεκτρικής κουζίνας, ανοίγει το ψυγείο, πράμα.

-Νούλα, πράμα δεν έψησες;

-Έψησα.

-Ήντα;

-Εκειανά που επουσουνίσαμε οψάργας!!! Παίρνει τηλέφωνο και παραγγέλνει γύρο.

-Mα,(το Νούλα χαϊδευτικό εκ του μανούλα, το κόβουμε όταν έχουμε νεύρα και λέμε σκέτο μα, εκ του μάνα) έχε το νου σου, για θα ’ρθει το κοπέλι από τον «Κόμβο», να ακούσεις το μηχανάκι. Έρχεται η παραγγελία και θωρώ μόνο ένα πακέτο, δυο μπύρες και μια σαλάτα. Δες παέ ένα κοπέλι να μην παραγγείλει πράμα για μένα, τσατίστηκε φαίνεται – σκέφτηκα – μα ετσατίστηκα και ’γω και έκατσα και έφαγα τα πάντα, σκουπίδια ξεσκουπίδια τουλάχιστον ήτανε νόστιμα, ήπια και τη μια μπύρα και την άλλη την έχωσα στο ψυγείο.

-Μα, ακόμη δεν ήρθε το κοπέλι;

-Ήρθε.

-Και πού είναι το φαγητό;

-Το έφαγα.

-Μια μερίδα έφαες μοναχή σου; Nα σκάσεις θες!! Και για τσοι δυο μας ήτανε και δε μου ’φηκες ούτε μπουκιά; Για κειονά έτρωγα τοσηνά ώρα που παρ’ ολίγο να σκάσω και δεν ετελείωνε το φαγητό; Και η τιμή, μου φάνηκε βέβαια υπερβολική, αλλά είχα και να φάω προ κορονοϊού και δεν εκάτεχα καθόλου που βρισκόταν οι τιμές.

-Ε, δε θα φάω σήμερα. Στο μεταξύ να το έχω λυπηθεί τόσο πολύ, που να μου ’ρχεται να βάλω τα κλάματα, αλλά εκρατήθηκα, μην εκμεταλλευτεί την αδυναμία μου. Έβρασε μακαρόνια, έβαλε ανθότυρο και σάλτσα και έφαγε, αφού πρώτα με ρώτησε εάν ήθελα να φάω και γω.

-Μα, πάμε για ψώνια να τελειώνουμε, γιατί απ’ ό,τι θορρώ δεν θα ξαναφάω μαγειρευτό φαγητό. Και επήγαμε για ψώνια.

Ιφιγένεια Μανουρά


Ιφιγένεια Μανουρά

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:287