Χρόνος ανάγνωσης περίπου:4 λεπτά

2520! | του Γιώργου Χουρμουζιάδη


«Οι περισσότεροι είχαν να πλυθούν και ν’ αλλάξουν έναν ολόκληρο μήνα, ίσως και περισσότερο, και οι μορφές τους, μαύρες και ισχνές, από τις κακουχίες και την απλυσιά, ελάχιστα πλέον θύμιζαν τα παλιά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους»!

Με τον τρόπο αυτόν ένας αντάρτης του ΔΣΕ περιγράφει την κατάσταση των ανταρτών μετά τον ελιγμό που πραγματοποίησε ο ΔΣΕ από τον Γράμμο στο Βίτσι. Ένας ελιγμός, μια στρατιωτική κίνηση, δηλαδή, που χαρακτηρίστηκε από τους ειδικούς ως τακτική κίνηση πρωτοφανούς στρατηγικού σχεδιασμού και απροσδόκητης πραγματοποίησης, που όπως έχει γραφτεί από πολλούς για πολλά χρόνια διδασκόταν ως μοντέλο στρατηγικής τακτικής στις στρατιωτικές ακαδημίες της Ευρώπης. Και ιδιαίτερα, μάλιστα, γιατί πραγματοποιήθηκε από μαχητές που στους ώμους τους βάρυνε μια «ήττα», η ήττα του Γράμμου.

Κι αυτές ήτανε οι δυο βασανιστικές σκέψεις που αλώνιζαν μέσα στο μυαλό μου όσο ανεβαίναμε όλο το συνεργείο της ανασκαφής του Δισπηλιού, 29 άτομα, δηλαδή, φοιτητές και αρχαιολόγοι, για τους Χιονάδες. Για το χωριό που είναι κρεμασμένο πάνω από την κοιλάδα του Γοργοπόταμου, και υποταγμένο κάτω από τον κύριο όγκο του Γράμμου, την πιο ψηλή του κορυφή, με ύψος 2520, και τον αυχένα της Μπάτρας. Αυτό το χωριό που το έκανε γνωστό ο Κίτσος Μακρής με το βιβλίο του «Χιοναδίτες Ζωγράφοι». Το χωριό που μαζί με το Επταχώρι, τη Βούρμπιανη και την Πυρσόγιαννη, το Ασημοχώρι και την Αετομηλίτσα πριν από 53 χρόνια, πριν από μια ολόκληρη ζωή, δηλαδή. Πριν από μια ζωή που μετράει μέσα της πολλές λύπες και πολλές πληγές, πολλή πίκρα και πολλή περιπέτεια, γέμισαν με τις μεταλλικές φοβέρες των πολυβόλων και των όπλων, των ντουφεκιών και του πυροβολικού. Γέμισαν ακόμα με αίμα, με ιαχές και αλαλαγμούς θριάμβων και θανάτων. Τα χωριά όπου τα παράθυρα των πέτρινων σπιτιών τους γέμισαν εικόνες αιμάτων, αβυσσαλέων πληγών και απέραντου μίσους. Κι όμως ποιό από τα νέα παιδιά που τη «βρίσκουν» γενικώς, έχουν ακούσει για τα χωριά αυτά; Και ποιός δάσκαλος μίλησε στα παιδιά αυτά για τη Βούρμπιανη, την Πυρσόγιαννη, τους Χιονάδες, την Μπάτρα και το 2520;

Το σκεφτόμουνα κι αυτό, όσο ανεβαίναμε. Σκεφτόμουνα, όμως, πιο πολύ αν οι μαχητές που έφευγαν από το Γράμμο στις 28 Αυγούστου του 1948 για να πάνε στο Βίτσι και να πολεμήσουν εκεί άλλον ένα χρόνο ήτανε «ηττημένοι» και τι νόημα είχε εκείνο το κουράγιο που τους οδήγησε να πάνε μέχρι την άκρη της ζωής τους και να κάνουν ιστορική πράξη το δραματικό και έξω από κάθε λογική προσδοκία ηρωικό «άλμα», που ως τακτικός στρατηγικός ελιγμός, Γράμμος Βίτσι, διδάχτηκε ως μάθημα για τις στρατιωτικές ακαδημίες της Ευρώπης.

Ναι, αυτό γυρνούσε μέσα στο μυαλό μου καθώς πλησιάζαμε στους Χιονάδες και είχαμε δεξιά μας τον Γοργοπόταμο και αριστερά μας το «Στενό» στις 5 Αυγούστου του 2001, τη μέρα εκείνη, δηλαδή, που πριν από 53 χρόνια, σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες: «η κατάληψη από την ΙΧ μεραρχία του κυβερνητικού στρατού της οχυρής θέσης «Στενό» πραγματοποιήθηκε στις 5 Αυγούστου και ο δρόμος για προώθηση προς το Σταυρό και την Κιάφα ήταν πλέον ανοιχτός. Το τελευταίο αυτό ύψωμα, η Κιάφα, θα ήταν και το σημείο συνάντησης των δυνάμεων» του κυβερνητικού στρατού που δρούσε εκείνη την εποχή κάτω από τις διαταγές του Αμερικανού στρατηγού Βαν Φλιτ και που σύμφωνα με το στρατηγικό σχέδιο «Κορωνίς» έπρεπε σε εκείνο ακριβώς το σημείο του απέραντου Γράμμου να περικυκλώσει τις δυνάμεις του ΔΣΕ, για να καταρρεύσει έτσι το μέτωπο της αντίστασης. Μια κατάρρευση, και σ’ αυτό το σημείο έφτανε η σκέψη μου, που με καμιά ανάλυση δε φαινότανε σαν Ήττα. Μια «κατάρρευση» που μπορεί να χαρακτηριζόταν από το «τέλος» των σωμάτων, δε σήμαινε όμως, με κανέναν τρόπο και το «τέλος» των ψυχών και της ατέλειωτης αντίστασης. Μια κατάρρευση που δεν μπορεί κανείς, όσο απαισιόδοξα και αν σκέφτεται, να την εντοπίσει μέσα στις σημερινές αποφάσεις του λαϊκού κινήματος, που είναι έτοιμο για τον αποφασιστικό «ελιγμό» προς το «Βίτσι» ενός άλλου αγώνα, πιο σκληρού πιο αποφασιστικού! Θα σταματήσω όμως εδώ, γιατί θέλω να ξαναφέρω στο μυαλό μου την εικόνα του 2520, όπου δε γράφτηκε η λέξη «ήττα», αλλά η λέξη «Αρχή».

Γιώργος Χουρμουζιάδης

[Πρώτη δημοσίευση στο ένθετο του Ριζοσπάστη «7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ», 19/09/2001]


Ο Γιώργος Χουρμουζιάδης (26/11/1932-16/10/2013), ομότιμος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1932, όπου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Διακρίθηκε για το πλούσιο επαγγελματικό, ακαδημαϊκό και επιστημονικό του έργο, ιδιαίτερα στους κλάδους της ιστορίας, της αρχαιολογίας και της μουσειολογίας. Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση τα χρόνια 1961-1964 και το 1965 ορίστηκε Έφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας. Το 1973 έγινε Διδάκτωρας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, ενώ την περίοδο 1976-1978, ως υπότροφος της Alexander v. Humbolt στη Χαϊδελβέργη, μετεκπαιδεύτηκε στην Ευρωπαϊκή Ιστορία.
Το 1981 εκλέχθηκε καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κοσμήτορας το 1983. Το 1985 έγινε αντιπρύτανης στο ΑΠΘ. Ασχολήθηκε με την έρευνα της Νεολιθικής Περιόδου κάνοντας ανασκαφές σε προϊστορικούς οικισμούς της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, επίσης ασχολήθηκε συστηματικά με τη Μουσειολογία και οργάνωσε ειδικά φροντιστήρια στο ΑΠΘ. Εξελέγη βουλευτής με το ΚΚΕ στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2000 και του 2004. Υπήρξε πρωτοπόρος στη διάδοση και στην Ελλάδα των θεωρητικών «κινημάτων» της Αρχαιολογίας, που αναπτύχθηκαν στην Αμερική και στην Ευρώπη και εξέδωσε και διηύθυνε γι’ αυτό τον σκοπό τα περιοδικά «Ανθρωπολογικά» (1978-1982), «Γόρδων» (1991-1995) και «Ανάσκαμμα» (2008-2013). Συνέγραψε 5 βιβλία και ανέπτυξε πλούσια αρθρογραφία, ενώ ταυτόχρονα υπήρξε μέλος πολλών Ευρωπαϊκών Αρχαιολογικών Ινστιτούτων. Από το 1992 ο Γ. Χουρμουζιάδης διηύθυνε τις ανασκαφές στον προϊστορικό λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού Καστοριάς και υπήρξε, επίσης, επιστημονικός υπεύθυνος για το πρόγραμμα LIFE, για την οργάνωση στην περιοχή της λίμνης Καστοριάς του πρώτου Οικομουσείου, με βάση τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Δισπηλιό.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:210