Χρόνος ανάγνωσης περίπου:5 λεπτά

Τη νύχτα που γκρεμίστηκε το μισητό φασιστικό σύμβολο από την Ακρόπολη | του Θεματοφύλακα ιστορικής μνήμης



Νύχτα της 30ης προς 31η Μάη 1941. Μια απαίσια σημαία με σβάστικα κυμάτιζε πάνω από ένα από τα πιο διάσημα ορόσημα του κόσμου, την ελληνική Ακρόπολη. Οι κατακτητές επέβαλαν απαγόρευση κυκλοφορίας στην κατακτημένη χώρα τους, στήνοντας περιπολίες. Οι δρόμοι προς την Ακρόπολη φυλάσσονταν προσεκτικά. Όμως δύο τολμηροί νεαροί κατάφεραν να τρυπώσουν μέσα από μια σπηλιά που οι εισβολείς δεν γνώριζαν ότι υπήρχε.

Στις 30 Μάη 1941, δύο Έλληνες φοιτητές πατριώτες, ο Μανώλης Γλέζος (9/9/1922 – 30/3/2020 και ο Λάκης Σάντας (22/2/1922 – 30/4/2011), χρησιμοποίησαν τις γνώσεις τους για τα μυστικά περάσματα στην Ακρόπολη για να διαλύσουν τη γερμανική σημαία που είχε τοποθετηθεί εκεί στις 27 Απρίλη.

Ο Γλέζος και ο Σάντας ανέβηκαν στην Ακρόπολη από ένα υπόγειο πέρασμα και λέγεται «Πανδρόσειο Άντρο». Ο ιστός της σημαίας ήταν πολύ ψηλός. Έπρεπε να τον κουνήσουν για να σκίσουν τη σημαία, η οποία έπεσε και τους σκέπασε και τους δύο.

Μόλις ελευθερώθηκαν, οι δυο φίλοι έσκισαν το μισητό φασιστικό σύμβολο των Γερμανών σε κομμάτια και τα έριξαν στον πάτο του πηγαδιού που οι αρχαίοι τάιζαν τον Εριχθόνιο. Ο καθένας τους κράτησε ένα μικρό κομμάτι από τη σημαία με τη σβάστικα για τον εαυτό του…

Ο Λάκης θυμήθηκε: «Ήταν μια τεράστια σημαία περίπου 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Με λύσσα την κόψαμε απ’ το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ’ τον αγκυλωτό σταυρό για να έχουμε να το δείχνουμε. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει περίπου τρεις ώρες, απ’ την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Κατεβήκαμε όπως είχαμε ανέβει. Για να την πάρουμε μαζί μας ήταν αδύνατο, καθώς η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψουμε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.»

Στο σπίτι, ο Μανώλης έδωσε σιωπηλά ένα κομμάτι της σκισμένης σημαίας στη μητέρα του: «Ορίστε, μητέρα, κρύψε αυτό το κουρέλι. Μέχρι τη νίκη».

Το πρωί όλη η πόλη κι όλη η Ευρώπη έμεινε άναυδη: η σημαία του Χίτλερ είχε εξαφανιστεί χωρίς ίχνος. Το περιστατικό ήταν εξαιρετικά δυσάρεστο για τους κατακτητές. Με διαταγή του Χίτλερ οι στρατιώτες της στρατιωτικής μονάδας που φρουρούσε την Ακρόπολη εκτελέστηκαν, οι αξιωματικοί στάλθηκαν στο μέτωπο, αλλά οι υπεύθυνοι για το σκίσιμο της σημαίας δεν βρέθηκαν. Την 1η Ιούνη «οι άγνωστοι που είχαν ξηλώσει τη γερμανική σημαία» καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο.

Η είδηση διαδόθηκε πολύ πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας, εμπνέοντας όλους τους αγωνιστές κατά του ναζισμού – φασισμού. Όπως είπε ο Σαρλ ντε Γκωλ, «ο άνθρωπος που το έκανε αυτό ήταν ο πρώτος αντάρτης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου».

Ο Λάκης (Απόστολος) Σάντας, συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές της Πανυπαλληλική Επιτροπή του ΕΑΜ και στη συνέχεια της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ. Πήρε μέρος σε αρκετές μάχες και το 1944 τραυματίστηκε. Υπό το αντικομμουνιστικό καθεστώς της μεταπολεμικής Ελλάδας, κυνηγήθηκε για τις αριστερές του πεποιθήσεις. Το 1946 τον εξόρισαν στην Ικαρία. Το 1947 καταδικάστηκε σε θάνατο και φυλακίστηκε στην Ψυττάλεια, απ’ όπου το 1948 στέλνεται στο τρίτο τάγμα Μακρονήσου. Θα δραπετεύσει με τη βοήθεια ενός φίλου, θα διαφύγει στην Ιταλία και θα ζητήσει πολιτικό άσυλο στον Καναδά, όπου θα ζήσει μέχρι το 1962. Το 1963 επέστρεψε στην Ελλάδα όπου έζησε για το υπόλοιπο της ζωής του. Η δικτατορία της 21η Απρίλη 1967 τον συνέλαβε και τον φυλάκισε.

Έλεγε χαρακτηριστικά ο Λάκης Σάντας «Τους Γερμανούς πολέμησα, …όμως οι Έλληνες με καταδίκασαν σε θάνατο».

Ο Μανώλης Γλέζος συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από το ΕΑΜ Νέων και την ΕΠΟΝ. Στις 24 Μάρτη του 1942, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη από γερμανικό κλιμάκιο και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Συνελήφθη και πάλι στις 21 Απρίλη του 1943 και στις 7 Φλεβάρη 1944. Κατάφερε να δραπετεύσει στις 21 Σεπτέμβρη 1944. Μετά την απελευθέρωση εργάσθηκε σαν συντάκτης στο Ριζοσπάστη κι από τον Σεπτέμβρη του 1947 σαν αρχισυντάκτης του, μέχρι το κλείσιμο της εφημερίδας από τις Αγγλόδουλες ελληνικές αρχές το Δεκέμβρη του 1947.  Στις 3 Μάρτη 1948 συνελήφθη για τις πολιτικές του πεποιθήσεις και καταδικάστηκε αρκετές φορές με διάφορες ποινές και μια φορά σε θάνατο. Αν και φυλακισμένος, ο Μανώλης Γλέζος εκλέχτηκε βουλευτής Αθηνών της ΕΔΑ. Στις 5 Δεκέμβρη 1958 ο Γλέζος συνελήφθη για παράβαση του αναγκαστικού νόμου 375/1936 περί κατασκοπείας με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της ΕΣΣΔ και καταδικάστηκε με ποινή ισόβιας κάθειρξης. Ο Γλέζος καταδικάστηκε μαζί με άλλα στελέχη του ΚΚΕ και το 1959 σε φυλάκιση 5 ετών, εκτόπιση 4 ετών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων επί 8 έτη. Μετά από διεθνή κατακραυγή αποφυλακίστηκε το 1962. Με το πραξικόπημα της αμερικανοκίνητης χούντας της 21 Απιλη 1967 συνελήφθη και κρατήθηκε επί τέσσερα χρόνια στο Γουδί, το Πικέρμι, στη Γενική Ασφάλεια Χωροφυλακής, τη Γυάρο, το Παρθένι Λέρου και τέλος στον Ωρωπό απ΄όπου και απελευθερώθηκε το 1971 μετά από γενική αμνηστία. Μετά τη χούντα, πολιτεύτηκε με διάφορα κόμματα κι έγινε βουλευτής αρκετές φορές. Τιμήθηκε το 1959 με το χρυσό μετάλλιο Ζολιό Κιουρί του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης και το 1963 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Έζησε και ήταν ένας ζωντανός θρύλος της ελληνικής αριστεράς μέχρι τον θάνατό του τον Μάρτη του 2020.

«Δεν θα παίξω τον ήρωα», έλεγε ο Μανόλης Γλέζος. «Αν κάποιος σας πει: εδώ, δεν φοβάμαι τίποτα, λέει ψέματα. Το κυριότερο είναι να νικήσεις το φόβο σου. Το μίσος και η μνησικακία μας βοήθησαν. Στις 30 Μάη 1941 ο Χίτλερ μίλησε στο Ράιχσταγκ και είπε – οι Γερμανοί νίκησαν τον εχθρό στην Κρήτη, η Ευρώπη μας ανήκει. Και τότε ο φίλος μου κι εγώ αποφασίσαμε – αν το πιστεύεις εσύ, κάθαρμα, θα σου δείξουμε…».

Από συνέντευξη με τον Μανώλη Γλέζο (2005) για το κατέβασμα του φασιστικού συμβόλου:

«Δεν μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό με ακριβείς λεπτομέρειες αυτή τη στιγμή. Ο Λάκης και εγώ ήμασταν στενοί φίλοι. Ήμασταν σε μια οργάνωση που προσπαθούσε να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της κατά τη διάρκεια της κατοχής. Προσπαθήσαμε να βάλουμε φωτιά στα μεταγωγικά των Γερμανών, περπατήσαμε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για να φτιάξουμε επί τόπου ένα σχέδιο για να βάλουμε φωτιά στα εχθρικά αεροπλάνα. Γέμιζαν μπουκάλια με εύφλεκτο υγρό και τα έριχναν στα ναζιστικά οχήματα. Κάποια έπιασαν φωτιά, άλλα όχι.

Εμείς δεν είχαμε ειδικές γνώσεις. Με τον Λάκη μιλούσα τις περισσότερες φορές για το τι θα μπορούσε να γίνει για να προκληθεί σοβαρή ζημιά στους κατακτητές.

Μια μέρα, καθισμένος στα σκαλοπάτια μιας σκάλας κοντά στο Ζάππειο, με ένα νεύμα του ματιού μου εφιστώ την προσοχή του Λάκη σε μια ναζιστική σημαία με σβάστικα στην Ακρόπολη. Η αντίδραση του Λάκη ήταν μια σύντομη «διαταγή». Ο Λάκης ήταν έξυπνος τύπος! Το επίπεδο της αμοιβαίας κατανόησής μας ήταν «με μια ματιά» – δεν χρειάστηκαν επιπλέον λόγια. Μια σιωπηλή ματιά ο ένας στον άλλον σήμαινε μια ολοκληρωμένη επιστολή! Αυτή ήταν η φυσιολογική συμπεριφορά δύο νέων Ελλήνων στις τραγικές ώρες για την πατρίδα τους. Δεν μπορώ να το αποκαλέσω κατόρθωμα».

Θεματοφύλακας ιστορικής μνήμης


Δανιήλ Τσιορμπατζής

Τι όμορφο που είναι να ζεις / να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο / τη ζωή να τη νιώθεις τραγούδι αγάπης / τι όμορφο που είναι να ζεις / σαν παιδί να απορείς και να ζεις.
Αναγνώσεις:199