Χρόνος ανάγνωσης περίπου:6 λεπτά

Οι εργολάβοι του Χρονιάρη | του Μιχάλη Στρατάκη


Άντε να ξεφύγουμε λίγο από τα γινάτια της πολιτικής, γιατί έχουμε και μια αθρωπιά που κοντεύει να αλεστεί η κακομοίρα στις μυλόπετρες των εκλογών και του πετροπολέμου τους, που όπου να ’ναι θα μας ξεκαυκαλώσει όλους.

Αφορμή για να ξεγλυστήσω από τα «γιούργια και τους φάγαμε», είναι η καλοπαντρεμένη μου που μου πουσούνισε από τον «Επιούσιο» εργολάβους και μου τους φανέρωσε με τέτοια χαρά, λες και μου φανέρωνε τα άγια των αγίων.

Εθάριε πως κουζουλαίνομαι για τούτα τα γλυκά, μα πού να κάτεχε ίντα μάνητα κι αμάχη τους βαστώ, για τα όσα μου ’χουνε ξοσμένα στα μικράτα μου.

Κοντοσιμώστε να σας δηγηθώ και να σας τρατάρω τους εργολάβους, γιατί εγώ στη μπούκα μου δεν τους βάζω.

Το καλοκαίρι εκείνο, που λέτε, που δούλεψα παραγιός στο ζαχαροπλαστείο των αδερφών Μανόλη και Θανάση Χρονιάρη στη Χανιόπορτα, σφράγισε για πάντα τη ζωή μου καθώς μέσα σε τρεις μήνες, στα έντεκα χρόνια μου, πήρα ένα μεγάλης σπουδαιότητας μάθημα.

Είχαν κλείσει τα σχολεία για τις θερινές διακοπές και, κατά που το συνήθιζα, έψαχνα να βρω δουλειά μιας και το πρόγραμμα της οικογένειάς μου δεν προέβλεπε καμιά απόδραση σε… παραδείσια νησιά!

Ο οικογενειακός φίλος μας Αριστείδης Χνάρης γνώριζε τους αδελφούς Χρονιάρη και μη θέλοντας να του χαλάσουν χατίρι δέχτηκαν να με «προσλάβουν» παρότι δεν διέθετα οποιαδήποτε γνώση γύρω από τα γλυκά.

Το μόνο που γνώριζα ήταν ότι… μου άρεσαν.

Προσλήφθηκα, λοιπόν, και μου ανατέθηκαν βαριά και άκρως υπεύθυνα καθήκοντα στον κρίσιμο τομέα του καθαρισμού του εργαστηρίου, που δεν ήταν παρά ένα δωμάτιο-παράγκα πίσω από το κατάστημα.

Τα γλυκά, όλα χειροποίητα, τα παρασκεύαζε ο Θανάσης, ο οποίος σπάνια έβγαινε από το εργαστήριό του.

Εκεί ήταν το βασίλειό του και άλλος κανένας δεν τολμούσε να διαβεί την πόρτα του. Ο Μανόλης ήταν το αφεντικό στο κατάστημα. Ο ένας αδελφός παρήγαγε, ο άλλος πουλούσε.

Και εγώ ήμουν ο κυρίαρχος στη φασίνα.

Πολύ καλοί άνθρωποι και οι δύο.

Κάθε μεσημέρι με έστελναν στο σπίτι τους, κοντά στον «Τάλω». Η μητέρα τους μου έδινε μια τσάντα με φαγητό και τους το πήγαινα στο μαγαζί. Έτσι το ζαχαροπλαστείο παρέμενε ανοικτό από πρωίας μέχρι νυκτός.

Το αφόρητο βασανιστήριο μου από την πρώτη στιγμή που μπήκα στο εργαστήριο ήταν οι μυρουδιές των γλυκών.

Τι ονειρεμένες μυρουδιές ήταν εκείνες.

Έμπαιναν στα ρουθούνια μου και έφταναν κατευθείαν στον εγκέφαλό μου. Αφού με ζάλιζαν έκαναν άλλη διαδρομή. Έφευγαν από τον εγκέφαλο και πήγαιναν στην κοιλιά μου.

Αυτό το καταλάβαινα από το γουργούρισμα των εντέρων μου. Αφού ταλαιπωρούσαν το γαστρεντερικό μου σύστημα, επισκέπτονταν το στόμα μου. Διαφορετικά δεν μπορούσε να εξηγηθεί το ότι… έτρεχαν τα σάλια μου.

Όσο για τα μάτια μου; Διαρκώς «καρφωμένα» στις λαμαρίνες με τα γλυκά.

Είμαι βέβαιος ότι οι κόρες των ματιών μου άλλαζαν σχήμα καθώς το βλέμμα μου έφερνε βόλτες στις λαμαρίνες. Ολοστρόγγυλες όταν έβλεπα τα κοκ, τριγωνικές όταν έβλεπα τους μπακλαβάδες, στενόμακρες όταν έβλεπα τα κανταΐφια και τετράγωνες όταν έβλεπα τις πάστες.

Το γλυκό όμως που έκανε τα μάτια μου να θέλουν να βγουν από τις κόγχες τους και να μπουν στη λαμαρίνα, ήταν οι εργολάβοι.

Αυτό το γλυκό με τρέλαινε. Ίσως γιατί δεν είχα φάει ποτέ μου εργολάβο. Ήταν το ινδοκάρυδο, ήταν το πηχτό σιρόπι, ήταν το κοκκινάδι στην κορυφή, ήταν το ανώμαλο της επιφάνειάς τους, δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που με έφερνε στα όριά μου σαν τους έβλεπα αχνιστούς στη λαμαρίνα.

Ο Θανάσης το κατάλαβε.

Και πώς να μη το καταλάβαινε αφού το μόνο που δεν έκανα σαν έβγαζε τους εργολάβους από το φούρνο ήταν να τον δέσω χειροπόδαρα σε μια καρέκλα και μετά να τους έτρωγα όλους μαζί με την λαμαρίνα.

Ήμουν όμως και υπερήφανος και δεν ήθελα να ζητιανέψω το γλυκό των ονείρων μου. Απλώς το κοίταζα και ονειρευόμουν ότι το έτρωγα.

– «Σ’ αρέσουν οι εργολάβοι;» με ρώτησε ο Θανάσης χαμογελώντας.

Άκου ερώτηση! Νόμισα ότι με δούλευε. Ήταν δυνατόν να μη μου αρέσουν; Για ποιόν με πέρασε!

-«Ε;»του απάντησα και ήταν η πιο ηλίθια απάντηση που είχα δώσει ποτέ!

-«Έλα δω ρε, πάρε ένα», μου είπε και μου άνοιξε τους εφτά ουρανούς.

-«Ε;» του ξανάπα και αισθάνθηκα δις ηλίθιος που καθυστερούσα να απλώσω το χέρι μου.

Άπλωσε αυτός το δικό του και στα δάχτυλά του κρατούσε αχνιστό το όνειρό μου. Είπα να μη γίνω τρίτη φορά ηλίθιος.

Ψέλλισα ένα «ευχαριστώ κύριε Θανάση» και πήρα τον εργολάβο.

Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο βαρείς είναι οι εργολάβοι.

Χορταστικοί στο μάτι, χορταστικοί στο στόμα, χορταστικοί και στο χέρι.

Αυτό είναι γλυκό, όχι τα άλλα.

Έφαγα σιγά-σιγά τον εργολάβο, μη με πει και λιγούρη, απόλαυσα και το τελευταίο ίχνος του γλείφοντας και ξαναγλείφοντας τα δάχτυλά μου και άρχισα να στεναχωριέμαι που το όνειρο κράτησε τόσο λίγο.

Όμως η στεναχώρια μου σταμάτησε πριν καλά- καλά αρχίσει. Αιτία, ο Θανάσης.

-«Θες κι άλλο ρε;» με ρώτησε.

-«Ε;» άντε πάλι η επανάληψη της ηλιθιότητάς μου.

-«Έλα ρε, πάρε κι αυτόν», είπε και έτεινε το χέρι του το ευλογημένο προς εμέ, προσφέροντάς μου επανάληψη της υπέρτατης ηδονής.

Ξανάπα «φχαριστώ κύριε Θανάση» και αυτή τη φορά απέφυγα να φάω τον εργολάβο λίγο-λίγο. Με δύο μπουκιές τον εξαφάνισα.

Για κάνα δευτερόλεπτο ο Θανάσης δεν ασχολήθηκε μαζί μου.

Έστρωνε μια πηχτή μάζα βανίλιας με ένα μεγάλο ξύλο πάνω σε κάτι γλυκά. Βλέποντάς τον χάρηκα γιατί κάθε φορά που έκανε αυτή τη δουλειά και όταν έμενα μόνος στο εργαστήριο, έπαιρνα εκείνο το μακρύ ξύλο και έτρωγα την ξεραμένη βανίλια που ήταν κολλημένη πάνω του.

Ξαφνικά σταμάτησε το στρώσιμο της βανίλιας και γύρισε προς το μέρος μου.

-«Τι κάθεσαι ρε; Δεν σ’ αρέσουν οι εργολάβοι;» με ρώτησε χαμογελώντας.

-«Τι να κάνω;» τον αντιρώτησα αποφεύγοντας αυτή τη φορά το ηλίθιο «ε;».

-«Φάε», μου ‘πε.

-«Ρε μπας και με δουλεύει;», σκέφτηκα. Δεν έδειχνε όμως να με δουλεύει.

-«Φάε», μου ξανάπε και μου έδειξε τη λαμαρίνα με τους εργολάβους.

Τι να ‘κανα; Αφού με… πίεζε, πήρα ακόμα έναν. Τον έστειλα αμέσως στο στομάχι μου να βρει τους άλλου δύο συντρόφους του.

-«Τι, μόνο έναν;» με ρώτησε ο Θανάσης.

Δεν είχα φάει μόνο έναν, τρεις είχα φάει, αλλά έκανα το κορόιδο.

-«Έλα ρε, φάε όσους θες, μη ντρέπεσαι», μου είπε ο Θανάσης και μου γύρισε την πλάτη ξαναπιάνοντας το μακρύ ξύλο και συνεχίζοντας να στρώνε τη μάζα της βανίλιας.

Σκέφτηκα τους καλούς τρόπους μου. Σαφώς μου υπαγόρευαν ότι δεν έπρεπε να προσβάλω αυτόν τον κύριο που με τόση ευγένεια με τράταρε μια λαμαρίνα ονείρου.

Και επειδή μου είχε γυρισμένη και την πλάτη άρχισα να καταβροχθίζω τον έναν κατόπιν του άλλου τους εργολάβους, φροντίζοντας τρία πράγματα.

Πρώτον να μην πνιγώ.

Δεύτερον να τους καταβροχθίζω ήσυχα για να μη με ακούσει ο Θανάσης και τρίτον να αραιώνω τους εναπομείναντες εργολάβους στη λαμαρίνα για να φαίνεται γεμάτη.

Δεν θυμάμαι πόσους έφαγα. Είχα σταματήσει να τους μετράω.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ξαφνικά άρχισα να χάνω τον κόσμο.

Φαίνεται πως όλα τα όργανα του σώματός μου είχαν γίνει εργολάβοι και στις φλέβες μου αντί αίμα κυκλοφορούσε σιρόπι.

Τι ζαλάδες, τι ανακατωσούρες, τι κατατονίες, τι τρέμουλο, όλα μαζί τα είχα λες και είχα βρει παρτίδα σακχαροδιαβήτη και είχα ψωνίσει χονδρικώς.

Έκανα ώρες να συνέλθω.

Τι ώρες δηλαδή; Ακόμα δεν έχω συνέλθει, παρότι πέρασαν τόσα χρόνια.

Όποτε βλέπω εργολάβο κάτι παθαίνω.

Ο οργανισμός μου αποσυντονίζεται και αρχίζει να λειτουργεί σε τρελούς ρυθμούς. Εργολάβο στο στόμα μου δεν ξανάβαλα.

Αλλά και γενικά με τα γλυκά οι σχέσεις μου δεν είναι οι καλύτερες.

Πολύ αργότερα, έμαθα ότι σκοπίμως ο Θανάσης με παρακινούσε να φάω όσο το δυνατόν περισσότερους εργολάβους.

Αυτό είναι το κόλπο που κάνουν οι ζαχαροπλάστες στους παραγιούς τους για να μη τους ταράζουν τα γλυκά.

Όμως εκείνο το πάθημά μου αποτέλεσε για εμένα ένα σημαντικό μάθημα που έχει να κάνει με την επικινδυνότητα που κρύβει η υπέρβαση του μέτρου.

Ακόμα και το όνειρο πρέπει να το ζει κανείς με μέτρο.

Διαφορετικά το όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη.

Όσο για τους εργολάβους των έντεκα χρόνων μου, μάλλον αυτοί φταίνε που και σ’ όλη τη δημοσιογραφική μου πορεία ποτέ δεν τα πήγα καλά με τους… άλλους εργολάβους.

Ιδιαίτερα με τους μεγαλοεργολάβους δημοσίων έργων.

Ούτε στα μάτια μου να τους δω δεν θέλω.

Μιχάλης Στρατάκης

γραφιάς


Μιχάλης Στρατάκης

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:74