Χρόνος ανάγνωσης περίπου:11 λεπτά

Απόπλους προς Σιγκαπούρη | της Άννας Τακάκη



Δεκαετία του 1980. Τέλη του Οκτώβρη, εκεί προς τα ξημερώματα λύνουν οι κάβοι από το λιμάνι του Άντεν, (νότια Υεμένη), όπου είχε γίνει η εκφόρτωση αργού πετρελαίου. Βίρα τις άγκυρες, και το πετρελαιοφόρο μας «Μαρία Ισαβέλλα» παίρνει ναύλο για Σιγκαπούρη, λιμάνι εκφόρτωσης. Η φόρτωση, θα γινόταν από το Μπαχρέιν του Περσικού, με βενζίνη. Ακόμη πιο επικίνδυνο φορτίο. Στην κουβέρτα υπήρχαν επιγραφές με μεγάλα γράμματα: NO SMOKING. Πέρα από την επικινδυνότατα, οι μυρωδιές και οι αναθυμιάσεις να φθάνουν ως το κόκκαλο!

Όλοι και όλα σε ετοιμότητα. Ο πρώτος κι ο τρίτος καπετάνιος με τον πιλότο (πλοηγό) στη γέφυρα και ο ναύτης στην τιμονιέρα, o υποπλοίαρχος και ο λοστρόμος πλώρα, ο ανθυποπλοίαρχος με τον ναύτη πρίμα, οι μηχανές στο φουλ, η τσιμινιέρα να πετά πυκνούς, μαύρους καπνούς κι όρτσα για καινούριες πολιτείες! Η πόλη του Άντεν σιγά σιγά απομακρύνεται από τα μάτια μου, το λιμάνι γίνεται μια απέραντη θάλασσα κι ύστερα ένας μακρύς ωκεανός! Μπήκαμε μέσα στον Περσικό Κόλπο με προορισμό το Μπαχρέιν, Αραβικό Εμιράτο, όπου το πλοίο θα φόρτωνε για Σιγκαπούρη. Στο Μπαχρέιν η φόρτωση έγινε μέσα στη θάλασσα από μια πλωτή δεξαμενή κι έτσι δεν είχα τη δυνατότητα να δω τίποτα σ’αυτό το λιμάνι. Οι στεριές φαινόταν μακριά. Οι θερμοκρασίες μεγάλες, στους 40 + βαθμούς. Ευτυχώς η φόρτωση κράτησε μιάμιση μέρα.

Βγήκαμε από τον Περσικό με ηρεμία. Απόλυτη απεραντοσύνη κι ένας γαλήνιος Ινδικός Ωκεανός έγλυφε τώρα το σιδερένιο σκαρί των ογδόντα χιλιάδων τόνων. Διανύσαμε όλο τον Ινδικό με θάλασσα ακύμαντη, και με τη θερμοκρασία ολοένα να ανεβαίνει καθώς πλησιάζαμε στον Ισημερινό. Πότε πότε, μιας μικρής έντασης σουέλ (υπόκωφος κυματισμός) μας λίκνιζε.

Κάθε τόσο βάζαμε ώρα μπροστά. Θάλασσα λαδιά, απέραντος ο ωκεανός, και τούτο το γερό σκαρί τον έσκιζε αφήνοντας πίσω του ολόλευκους σγουρούς αφρούς. Παρακολουθούσα την πορεία, πότε από το φινιστρίνι της καμπίνας μας, πότε από τη γέφυρα, και μετά τη δύση του ήλιου από τα καταστρώματα. Τη μέρα δεν τολμούσα να βγω έξω από την υπερβολική ζέστη. Τέτοια θάλασσα σαν γυαλί δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου. Τόσο απέραντο μπλε, και το βαπόρι μια μαύρη κουκίδα ανάμεσα σε ουρανό και θάλασσα!

Δεκαπέντε μερόνυχτα κράτησε αυτό το ταξίδι, με ταχύτητα μειωμένη για λόγους οικονομίας. Δεκαπέντε μέρες ουρανός και θάλασσα, και μόνο κάπου κάπου συναντούσαμε στην ίδια ή στην αντίθετη πορεία, βαπόρια φορτηγά, αυτοκινητάδικα, ή γκαζάδικα. Έλληνες ναυτικοί, ίδιοι κι αυτοί με μας, της ίδιας γαλάζιας μοίρας εραστές. Ο Ελληνικός εμπορικός στόλος όργωνε τις θάλασσες του κόσμου, καθώς στην πλειοψηφία τους τα βαπόρια που περνούσαν δίπλα μας ήταν Ελληνικά. Οι καπεταναίοι μεταξύ τους έδιδαν σήμα και συνομιλούσαν στη γέφυρα με το βιετσέφ. Μιλούσαν για την πορεία τους, για τα φορτία, τα λιμάνια, και ό,τι άλλο θα μπορούσε να σπάσει αυτή τη μοναξιά του ωκεανού. Κι εγώ να εξερευνώ τούτη τη γαλάζια ερημιά πότε στη γέφυρα, πότε στο κατάστρωμα δίπλα στα ρέλια μ’ ένα ζευγάρι κιάλια, πότε κάνοντας βόλτες στην κουβέρτα, απολαμβάνοντας τα κατακόκκινα δειλινά. Μια παρατηρήτρια στον κόσμο του παντός και του πουθενά, ρουφούσα το πούσι και την αρμύρα, ανακατεμένη με γκάζι, ένιωθα τη γοητεία να ζευγαρώνει με τη νοσταλγία, τη μοναξιά αγκαλιά με τη σκληράδα για να τα κάνω μετά από πολλά χρόνια στίχους.

«Εμείς που οι θάλασσες μας κλέψαν τη μιλιά
κι αντί για λόγια μας χαρίσαν Αφροδίτες
πλέμε ατάραχοι σε πέλαγα βαθιά
βουβοί εραστές του παφλασμού, του ανέμου δύτες!»…

«Πυρπολημένα θέλγητρα του κόσμου οι ακτές
με κιάλια τις σημάδευα γέρνοντας μπρος στα ρέλια…».

Με όλο τον ενθουσιασμό των εικοσιπέντε μου χρόνων, τον πόθο μου για ζωή, την αγάπη μου για εξερεύνηση καινούριων πραγμάτων, τόπων και περιστάσεων, ένιωθα ότι γινόμουν ένα με τους ναυτικούς μας. Ζούσα την καθημερινότητά τους, αφουγκραζόμουν τις συζητήσεις τους, ένιωθα τον καημό της στέρησης από τις φαμίλιες τους, άκουγα για λιμάνια και ταξίδια, για τις δουλειές και τις δυσκολίες που τυχόν προέκυπταν εν πλω, ένιωθα να είμαι κι εγώ ναυτικός. Μόνη γυναίκα σ’αυτό το ταξίδι, πάντα με προσοχή στο ντύσιμο και στη συμπεριφορά. Μια μικρή κλειστή κοινωνία αντροκρατούμενη ήταν, στερημένη από τη γυναικεία καλλιέπεια. Οι μέρες ίδιες και απαράλλακτες, οι νύχτες με ή χωρίς φεγγάρι, στην απόλυτη ησυχία, με μόνη ταραχή της τσιμινιέρας τον μακρόσυρτο ήχο, και το ματσακόνι ( είδος σφυριού) που δονούσε τη λαμαρίνα στο οχτάωρο της βάρδιας των ναυτών.

Δέκα η ώρα σέρβιραν καφέ στο σαλόνι, μια ανάσα και μια διακοπή από τις εργασίες αξιωματικών και πληρώματος. Δώδεκα η ώρα η συνάντηση στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό φαγητό, τρεις η ώρα ο απογευματινός καφές και πέντε η ώρα το βραδινό φαγητό. Τις νύχτες μαζευόμασταν στο σαλόνι, όπου βάζαμε σε βίντεο κασέτες, συνήθως ταινίες του Ελληνικού Κινηματογράφου αλλά και ξένες. Εκεί όλοι οι ναυτικοί γινόταν μια οικογένεια, όπου καθένας μιλούσε για τον τόπο του και τους δικούς του, κι έλεγε τις ιστορίες του.

Το ταξίδι σχετικά μεγάλο, αλλά ποτέ δεν έπληξα. Αφουγκραζόμουν και γευόμουν τη ναυτική ζωή, γευόμουν θάλασσα, χρωματιζόμουν θάλασσα και ουρανό, και χρυσοπόρφυρα δειλινά στον Τροπικό, πολλές φορές παρέα με δελφίνια και με τις σκέψεις μου να γυρνάνε σαν την προπέλα. Πότε στην πατρίδα που άφηνα μίλια μακριά, πότε στις πατρίδες του κόσμου. Πόσο μεγάλος ή μικρός μπορεί να είναι ο κόσμος!

Η λαύρα τώρα γινόταν πιο έντονη. Είμαστε ήδη στην καρδιά του Ισημερινού. Κάποια τελευταία μίλια ακόμη και το πολυσύχναστο λιμάνι της Σιγκαπούρης θα δεχότανε και τη δικιά μας πλωτή πατρίδα. Άρχισαν να διακρίνονται από μακριά οι στεριές, και τα πολλά ντόπια ψαροκάικα. Τόσα πολλά ψαροκάικα δεν είχα ξαναδεί, μα την αλήθεια!

Σούρουπο και τα φώτα των καΐκιών έμοιαζαν σαν μια μεγάλη πλωτή πολιτεία. Η νύχτα που μερόνυχτα ήταν σκοτεινή τώρα λαμπιρίζει. Φώτα πολλά και φώτα πολύχρωμα. Το μάτι πια θ’ αρχίζει να χορταίνει κι άλλα χρώματα πέρα από το γαλάζιο της μέρας και το μαύρο της νύχτας. Χορταίνει στεριά! Λίγο ακόμη και η πολυπόθητη πόλη της Ανατολής της πολυεθνικότητας και της πολυπολιτισμικότητας θα απλωνόταν μπροστά μας.

Η Σιγκαπούρη, ένα από τα μεγαλύτερα και εμπορικότερα λιμάνια του κόσμου, φαινόταν πλέον να πλησιάζει, με τους ουρανοξύστες να ξεχωρίζουν και το λιμάνι με τα μύρια τόσα πλοία! Η πόλη κράτος της Νοτιοδυτικής Ασίας στην χερσόνησο της Μαλαισίας, είναι ένας προορισμός που πάντα ήθελαν να πιάνουν οι ναυτικοί. Σε λίγο θα πατούσαμε στεριά σε μια πόλη κομβική, υπερσύγχρονη με ισχυρή οικονομία, αλλά και εξωτική μαγεία.

Τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις μετέδιδαν στην τοπική γλώσσα και ο ασύρματος έπιανε κανονικά. Όλα έδειχναν πως επιτέλους είμαστε στον πολιτισμό, και σε δυνατότητα επικοινωνίας με παράκτιο σταθμό.

Οι ναυτικοί όλοι ανέβαιναν στην αίθουσα του ασυρμάτου να ενημερώσουν τους δικούς τους και να ακούσουν τα δικά τους νέα, να ακούσουν τα παιδιά, τις γυναίκες τους, μέσω του Ελλάς Ράδιο. «Με ακούς; έτοιμος! φθάνομε Σιγκαπούρη! πώς είναι τα παιδιά; έτοιμος…». Η λέξη έτοιμος έδειχνε ότι τέλειωνε η φράση, αλλιώς θα συνέπεφταν οι συνομιλίες.

Οι μηχανές τώρα στο μισό, και μια πόλη υπερσύγχρονη και μαγευτική απλωνόταν μπροστά μας. Κτίρια μεγαλοπρεπή, ουρανοξύστες πανύψηλοι, αρκετή βλάστηση κι ένα λιμάνι με πάμπολλα πλοία, όλων των ειδών, τόσα πολλά μαζί δεν είχα ξαναδεί. Είχα ακούσει, εν τω μεταξύ, για τη Σιγκαπούρη από τους ναυτικούς που την είχαν επισκεφτεί, πως ήταν μια πληθωρική, πολυεθνική πόλη από πάσης φύσεως φυλές, πιο πολύ Μαλαισιάνους και Κινέζους, αλλά και το Ευρωπαϊκό στοιχείο να μη λείπει. Μια πλούσια πόλη, λιμάνι, με πολλούς χώρους αναψυχής για τους ναυτικούς, πολλά και διαφορετικά μαγαζιά, τόπος που οι ναυτικοί αγαπούσαν ιδιαίτερα για τα ψώνια τους, τα οποία έβρισκαν σε καλές τιμές αλλά και με πολλά παζάρια, ίδιον των ντόπιων.

Σε λίγο θα έπεφταν οι άγκυρες στη μεγαλούπολη της Ανατολής, ή την Ευρωπαϊκή πόλη της Ασίας, όπως αποκαλούσαν οι ναυτικοί. Έβλεπα με τα κιάλια την «πιλοτίνα», ένα γρήγορο σκάφος, να σκίζει τα λαδιά νερά και ν’ανεβάζει πάνω τον πιλότο, δηλαδή τον πλοηγό, για να πλοηγήσει το πλοίο στο λιμάνι, που εκείνος γνώριζε καλά τον ντόκο (προβλήτα) που θα έπεφτε.

Πλευρίσαμε στον ντόκο πρωινή ώρα. Πέφτουν οι άγκυρες, δένουν οι κάβοι, έρχονται οι πράκτορες και οι αρχές και σε λίγο κατάφθασαν και οι υπεύθυνοι της ναύλωσης και της εκφόρτωσης του πλοίου. Κι εγώ εκεί έξω στο μπαλκόνι της γέφυρας να βλέπω απέναντι έναν άλλο κόσμο. Μια μαγευτική χώρα απλωνόταν μπροστά μου! Μια σύγχρονη, ανεπτυγμένη πόλη με χρώμα ανατολίτικο και ευρωπαϊκό και με καλαίσθητα κτίρια. Δεν έβλεπα την ώρα να βγω έξω, να περπατήσω στους δρόμους της, να αναμιχθώ με τους ντόπιους, να δουν τα μάτια μου, να χορτάσουν χρώματα, πέρα από το μπλε γαλάζιο. Βέβαια το πλοίο μας ήταν γκαζάδικο και η φορτοεκφόρτωση κρατούσε από ώρες μέχρι δύο το πολύ μέρες. Σ’αυτό το λίγο διάστημα δεν είχαμε περιθώριο να ξεναγηθούμε σε αξιοθέατα. Η πολυτέλεια στα λιμάνια για τους ναυτικούς του γκαζάδικου ήταν να βρουν κάποιο καλό εστιατόριο για φαγητό, κατά προτίμηση βέβαια τα θαλασσινά, και μια βόλτα στα μαγαζιά, να ψωνίζουν για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Δεν είχε ακόμη δέσει το πλοίο και οι λεγόμενοι μπομπότηδες (μικροπωλητές) ανέβαιναν πάνω με γάντζους, φορτωμένοι με πραμάτειες. Θεέ μου, τι ήταν πάλι αυτό; Σαν αίλουροι ελίσσονταν για να προλάβουν θέση ν’απλώσουν τις πραμάτειες τους. Μετά που δέσαμε γέμισε το πλοίο από δαύτους. Μια πλωτή αγορά γίνηκε το πλοίο μας από καταστρώματα, σαλόνια, μέχρι αλουέδες (διαδρόμους).

Σε λίγες ώρες κατέβαινα τη λαμαρινένια σκάλα και βρέθηκα στο ντόκο. Από εκεί παρέα με άλλους ναυτικούς βγήκα σεργιάνι στην πόλη. Δυστυχώς ο σύζυγός μου, σαν υποπλοίαρχος, ήταν υπεύθυνος στη φόρτωση που ήδη άρχιζε και δεν μπορούσε να φύγει από το πλοίο. Μπήκαμε σε ένα ταξί μεγαλόπρεπο, περιποιημένο, που ο οδηγός του φορούσε στολή με καπέλο και λευκά γάντια. Καθαριότητα και κουλτούρα ανατολίτικη. Βγήκαμε στο κέντρο της πόλης όπου ο κόσμος μυρμήγκιαζε στους δρόμους και στα καταστήματα αλλά πιο πολλά ακόμη ήταν τα ποδήλατα και οι ποδηλατάμαξες που χρησιμοποιούνταν σαν ταξί για τις ένδοθεν μετακινήσεις. Μπήκαμε σε μια ποδηλατάμαξα και κάναμε μια γύρα στην πόλη με τα πανέμορφα πάρκα και τον τροπική βλάστηση, τις παγόδες και τα μοντέρνα κτίρια και τα πολυποίκιλα λουλούδια σε κεντρικούς χώρους. Τόσα πολλά λουλούδια και τόσο πράσινο…γέμιζε το μάτι μου χρώμα!

Σιγκαπούρη, μια ασιατική πόλη καλαίσθητη, όπου η ανθρώπινη παρέμβαση φαινόταν καθαρά. Όμορφα ρυμοτομημένη και πεντακάθαρη. Ήταν αρχές Νοέμβρη, αλλά η ζέστη ήταν πολλή καθώς είμαστε σε χώρα Ισημερινού. Χωθήκαμε σε κάποια πολυκαταστήματα, που ήταν στολισμένα ήδη με τα Χριστουγεννιάτικα. Λαμπρά όμορφα στολίδια και πληθώρα πραγμάτων. Και τι δεν ήθελες, να βρεις… από ηλεκτρονικά και ρολόγια, μέχρι διακοσμητικά, μεταξωτά υφάσματα, κιμονό, σουβενίρ… Μάτια να’χεις να βλέπεις και χρήμα να ξοδεύεις.

Την επόμενη μέρα βγήκα με τον σύζυγό μου και τον καπετάνιο του πλοίου. Είχε κάποιο περιθώριο καθώς το πλοίο έκανε το καθάρισμα στις δεξαμενές για το επόμενο φορτίο. Πήγαμε σε κάποιο εστιατόριο για φαγητό, όπου κυριαρχούσε η κινέζικη κουζίνα. Προτιμήσαμε θαλασσινά και άλλα ντόπια πιάτα συνοδευόμενα με σάλτσες ιδιαίτερα γευστικές. Ανακάλυψα μια άλλη γεύση και μια άλλη διατροφική κουλτούρα, καθώς πάνε χρόνια πολλά πίσω, που εδώ στον τόπο μας δεν υπήρχε ακόμη σε βαθμό τέτοιο η δυνατότητα των ξενόφερτων γεύσεων. Βέβαια στην πηγή τους είναι πολύ διαφορετικά.

Οι αντιθέσεις σε όλο τον κόσμο υπήρχαν και υπάρχουν. Ένα μικρό κοριτσάκι πουλούσε λουλούδια. Του δώσαμε χρήματα και το κράτησα για λίγο στην ποδιά μου. Μου άρεσαν τα σχιστά ματάκια του και το χαμόγελό του. Και ήταν τόσο δα μικρό και μόνο του στους δρόμους. Διαφορετικά συναισθήματα ταρακούνησαν την νεανική ψυχή μου… Ήμασταν, θυμάμαι, σε υπαίθριο χώρο του εστιατορίου, όταν ξαφνικά και χωρίς καμιά προειδοποίηση άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς η βροχή. Μπήκαμε γρήγορα μέσα ώσπου να περάσει. Ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Έτσι είναι σ’αυτά τα μέρη τα τροπικά. Φύγαμε αργά το βράδυ, για τη μικρή μας πλωτή πατρίδα. Το «Μαρία Ισαβέλλα» την επαύριο θα έλυνε τους κάβους για μια νέα χώρα, μια άλλη Ήπειρο, καθώς το τηλεγράφημα έδινε απόπλου προς το Σίδνευ της Αυστραλίας. Σίγουρα κάτι διαφορετικό θα έβλεπαν πάλι τα μάτια μου κι αυτό με έκανε να αντέχω τη μονόχνοτη γαλάζια ερημιά. Άλλες δυο εβδομάδες με ουρανό και θάλασσα… Έβαλα στο κασετόφωνο την κασέτα με το «Σταυρό του Νότου» που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν. «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό…» Και νότισε ακόμη πιο πολύ η αρμύρα το κορμί μου, και μύρισε θάλασσα η ζωή μου!…

Άννα Τακάκη

«Ναυτικά διηγήματα»


[Η εικόνα που συνοδεύει το διήγημα είναι η ελαιογραφία «Sailing ships anchored at sunset» του Ολλανδού θαλασσογράφου Abraham Hulk (1813-1897)]


Άννα Τακάκη

Η Άννα Τακάκη είναι ποιήτρια, συγγραφέας και αρθογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ορεινό χωριό Ζήρος, Σητείας, απ’ όπου και η πρώτη πηγή των εμπνεύσεών της. Ζει μόνιμα στη Σητεία της Κρήτης. Ταξίδεψε επί χρόνια ως συνοδός του συζύγου της πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού. Τις εμπειρίες της από τη ζωή της ναυτοσύνης έχει καταγράψει σε ποιήματα και διηγήματα.
Ποίημά της έχει μελοποιηθεί από τον παγκοσμίου φήμης μουσουργό Νίκο Αστρινίδη. Ποιήματα και Μαντινάδες της περιλαμβάνονται στο CD «Ριζοχάρακο» με τους μουσικούς, Καλλιόπη Βασιλείου, Νεκτάριο Μαρίνο και Γιάννη Λεθιωτάκη.
Έχει πάρει μέρος σε Παγκόσμια Λογοτεχνικά Συνέδρια, έχει βραβευτεί για την ποίησή της από τον Παγκόσμιο Πολιτιστικό Φορέα «Αμφικτιονία Ελληνισμού», και έχει τιμηθεί από τοπικούς φορείς για την προσφορά της στην παράδοση. Επίσης ποιήματά της περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες και κρητικά λευκώματα.
Είναι μέλος του «Πανεπιστημίου των Ορέων». Η ηθογραφία της «Ο Κουμαρτζής» έχει διασκευαστεί σε θεατρική παράσταση και έχει παρουσιαστεί με επιτυχία, από τα παιδιά του 1ου ΕΠΑΛ Χανίων στην Τεχνική Σχολή Αυγόρου Αμμοχώστου στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την αδελφοποίηση των δυο σχολείων.
Μέχρι σήμερα έχει εκδόσει τα λογοτεχνικά έργα:
Χρώμα Θαλασσινό, ποίηση, 2004
Αλλιώς φυσά τ’αέρι ποίηση, «Μουσικό Εργαστήρι Αεράκη» 2007
Υγιέ μου, το τραγούδι της μάνας, Αμφικτιονία Ελληνισμού» ποίηση, 2010
Ο Κουμαρτζής, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2011
Τα σκαρφίσματα του Σηφαλιού, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2013
Στσι γειτονιές του Ρώκριτου, ποίηση, «iδeα Sitia»,2013
Μαίανδρος ο Έρωτας, ποίηση, «Βεργίνα»,2015
Η αναφορά μου στο Ν. Καζαντζάκη, ποίηση, «Ιωλκός», 2016
Χρώμα θαλασσινό, επανέκδοση, «Ιωλκός», 2016
Η κρίση θέλει τερτίπι, θεατρικό, «Βεργίνα», 2017
κι έχει αρκετό έργο ανέκδοτο.  

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:93