Χρόνος ανάγνωσης περίπου:7 λεπτά

Η Τσιγγάνα κι η μοτοσικλέτα | του Φίλιππα Φιλίππου



Ο ασυρματιστής οδηγούσε αργά το «Απαλούζα» στις στροφές της παραλιακής λεωφόρου, πηγαίνοντας πάντα δεξιά, προσέχοντας να μην αγγίζει τα λευκά μεταλλικά κολονάκια, που ήταν φυτεμένα στην άκρη του δρόμου. Ήταν Ιούλιος κι εξαιτίας της εξόδου των κατοίκων της πρωτεύουσας προς τα νησιά και την επαρχία η κίνηση των οχημάτων ήταν περιορισμένη. Μολονότι η λεωφόρος ήταν σχετικά έρημη, αυτός έτρεχε μόνο με εξήντα χιλιόμετρα την ώρα, δέκα λιγότερο από όσο έγραφαν οι πινακίδες της Τροχαίας. Το αμάξι το είχε σχεδόν θωρακίσει: Ατσάλινοι προφυλακτήρες μπροστά και πίσω, παρμπρίζ από ειδικό άθραυστο υλικό, λάστιχα φαρδιά, άσε που από τη μάνα του διέθετε αερόσακο. Κατά τη γνώμη των ειδικών που είχε συμβουλευτεί, ήταν απίθανο να πάθει κάτι σοβαρό σε περίπτωση τρακαρίσματος – το πολύ πολύ να έβγαινε μωλωπισμένος.

Αμέριμνος καθώς ήταν, κάποια στιγμή χαμογέλασε γιατί θυμήθηκε μια παροιμία που του έλεγε η γιαγιά του: «Όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει». Εντάξει, δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος, αλλά καλού κακού αυτός όφειλε να παίρνει τα μέτρα του. Ακριβώς τότε είδε τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με τους αναμμένους προβολείς που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά, την έβλεπε πάνω στη στροφή να τρέχει με ταχύτητα που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια των πινακίδων. Προφανώς, ο οδηγός της εκμεταλλευόμενος τον άδειο δρόμο έβγαζε τα απωθημένα του, παραβιάζοντας τους κανόνες του Κ.Ο.Κ., ίσως να ένιωθε σαν εκείνο τον ξένοιαστο καβαλάρη που υποδυόταν ο Πίτερ Φόντα στη γνωστή ταινία, ή μήπως ήταν ο Τζακ Νίκολσον;

Στην επόμενη στροφή, ο ασυρματιστής έχασε για λίγο τη μοτοσικλέτα από τα μάτια του, αλλά πολύ γρήγορα την είδε να προβάλει σαν ατίθασο άλογο με τα μεταλλικά της μέρη να λαμποκοπάνε στις αχτίδες του ήλιου. Ο οδηγός της θύμιζε αναβάτη του φαληρικού Ιππόδρομου, που βαστούσε γερά τα γκέμια του αλόγου του, οδηγώντας την κούρσα. `Η, καλύτερα, με τα μαύρα ρούχα, το μαύρο κράνος και τ’ απλωμένα χέρια του που κρατούσαν το τιμόνι και έμοιαζαν με φτερά, θύμιζε περισσότερο άγγελο της Κόλασης.

Ξαφνικά, ο ασυρματιστής θυμήθηκε την Τσιγγάνα και την προφητεία της.

Καθόταν σ’ ένα παγκάκι στην Ομόνοια, στη σκιά ενός φοίνικα, παρακολουθώντας τους περαστικούς, επαρχιώτες, τουρίστες, περίεργους. Δύο ξανθομάλλες του Βορρά, με σορτς και σακίδια στην πλάτη, διαφανή πουκαμισάκια και πράσινα γυαλιά ηλίου, προκλητικές μέσα στην αθωότητά τους, αιχμαλώτισαν το βλέμμα του. Η Τσιγγάνα τον πλησίασε, τον απόκοψε από τα θέαμα, στάθηκε μπροστά του και τον παρατηρούσε με τα μαυροκίτρινα, διεισδυτικά μάτια της. Έπειτα κάθισε δίπλα του, χωρίς να πάψει να τον περιεργάζεται. Η αίσθηση πως τον ξεγύμνωνε με το βλέμμα, πως διαπερνούσε τα ρούχα και το φλοιό του μυαλού του, είχε γίνει αφόρητη. Ο μοναδικός τρόπος για ν’ απαλλαγεί από την παρουσία της ήταν να σηκωθεί και να φύγει, κάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν αντάξιο ενός δυναμικού άντρα, που του άρεσε η περιπέτεια, η άθληση, η ταχύτητα. Όταν του ζήτησε φιστίκια, άδειασε στη χούφτα της το μισό σακουλάκι. Εκείνη μασούλησε ένα φιστίκι με τα χρυσά δόντια της και του κράτησε το χέρι.

– «Να σου πω τη μοίρα σου;»

Είχαν φτάσει στο ψητό. Ο ασυρματιστής περίμενε να του κάνει αυτή την ερώτηση, γι’ αυτό δεν έφευγε, γι’ αυτό δεν τη διαολόστελνε. Τα άλλα περί αναξιότητας και δειλίας αποτελούσαν απλές δικαιολογίες, που δεν έπειθαν ούτε τον ίδιο. Άραγε, επρόκειτο για την ίδια Τσιγγάνα, που πριν τέσσερα χρόνια, στην ίδια πλατεία, στο ίδιο παγκάκι, είχε διαβάσει το χέρι του και είχε βγει αληθινή η προφητεία της;

Την Χ. την είχε γνωρίσει εντελώς τυχαία κάποτε που ήταν ξέμπαρκος, μια βροχερή μέρα που έτρεχε με τη μοτοσικλέτα του, στην οποία είχε δώσει το όνομα «Απαλούζα» – από το άλογο του Μάρλον Μπράντο στην ομώνυμη ταινία. Εκείνη στεκόταν στην άκρη του δρόμου περιμένοντας ταξί, της μίλησε, την έβαλε στη σέλα και την πήγε σπίτι της. Έτσι άρχισε η ιστορία τους, μια περιπέτεια έρωτα και πάθους, μα και λάθους ταυτόχρονα, αφού για χάρη της εγκατέλειψε τη θάλασσα και την ξένοιαστη ζωή των λιμανιών.

Τον είχε διαβεβαιώσει ότι τον αγαπάει κι ο ασυρματιστής, με αναπτερωμένο το ηθικό του, της εκμυστηρεύτηκε τα όνειρά του. Με την πρώτη ευκαιρία θα καβαλούσαν το «Απαλούζα» και θα γύριζαν όλο τον κόσμο, από Βορρά στο Νότο, κι από Ανατολή σε Δύση – ήθελε να μιμηθεί τον Ερνέστο Γκεβάρα που σε νεαρή ηλικία έκανε το γύρο της Νότιας Αμερικής με τη μοτοσικλέτα του. Θα διασχίζανε τις πόλεις της Ευρώπης, τις ερήμους της Αφρικής, τις στέπες της Σιβηρίας, τις πάμπας της Αργεντινής, θα διανυκτερεύανε σε μοναστήρι του όρους Σινά και σε παγόδα του Θιβέτ, θα κοιμόνταν στη σκιά μιας χουρμαδιάς στο Σουδάν και ενός κάκτου στο Μεξικό, θα κάνανε έρωτα στις όχθες του Κίτρινου ποταμού και του Αμαζόνιου. Τέλος, θ’ αράζανε σ’ ένα εξωτικό νησί, κατά προτίμηση στα Γκαλαπάγος.

Κάποιο μεσημέρι, ο ασυρματιστής βρέθηκε στην Ομόνοια κι επειδή κουράστηκε κάθισε κάτω από έναν φοίνικα. Από κει πέρασε μια Τσιγγάνα, που, έναντι ενός χαρτονομίσματος, του διάβασε το χέρι, προφητεύοντας πως μια γυναίκα θα τον κάνει να κλάψει. Εκείνος γέλασε και την εξαπόστειλε, βέβαιος πως η Χ. δε θα τον πρόδιδε, δε θα ‘φευγε – άλλη γυναίκα προφανέστατα εννοούσε – ήταν σίγουρος γι’ αυτήν και δε φοβόταν μην τη χάσει. Λίγο αργότερα, εκείνη έφυγε χωρίς αυτόν για ένα νησί των Κυκλάδων, αφήνοντάς του μήνυμα στον τηλεφωνητή να μην την αναζητήσει. Έτσι έμεινε μόνος με τη μοτοσικλέτα του να περιπλανάται στους δρόμους της πόλης.

Η Τσιγγάνα με τα χρυσά δόντια τού χαμογέλασε για πρώτη φορά, του έπιασε το χέρι, άνοιξε την παλάμη κι έμεινε κάμποσα λεπτά σκεφτική, διαβάζοντας τις γραμμές. Όταν ξαναμίλησε, δε χαμογελούσε πια, στα μάτια της διάβασε κάτι σαν οίκτο.

– «Βλέπω μια μοτοσικλέτα».

– «Έχω μια μοτοσικλέτα».

– «Βλέπω μια μοτοσικλέτα, που φέρνει θάνατο».

– «Τον δικό μου ή αλλουνού;»

– «Βλέπω μόνο τη μοτοσικλέτα».

Η Τσιγγάνα σηκώθηκε, ο ασυρματιστής της έδωσε ένα χαρτονόμισμα, μα εκείνη φάνηκε απρόθυμη να το πάρει. Καθώς την έβλεπε ν’ απομακρύνεται, σκεφτόταν πως ήταν καλός και προσεκτικός οδηγός, δεν κινδύνευε πάνω στη μοτοσικλέτα, μέχρι τότε δεν του είχε συμβεί κανένα ατύχημα. Έχοντας, ωστόσο, το προηγούμενο με τη Χ., αποφάσισε να πάρει μέτρα προστασίας, γι’ αυτό πούλησε τη μοτοσικλέτα κι αγόρασε αυτοκίνητο, στο οποίο έδωσε το ίδιο όνομα: «Απαλούζα».

Ξαφνικά, ο ασυρματιστής είδε μπροστά του, σε απόσταση εξακοσίων μέτρων, τους προβολείς της μοτοσικλέτας που έπαιρνε τη στροφή. Έτρεχε τώρα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το ‘βλεπε καθαρά, σκεφτόταν πως αυτή η υπέρβαση των ορίων ταχύτητας ήταν επικίνδυνη, τόσο για τον αναβάτη, όσο και γι’ αυτόν τον ίδιο. Μα, δεν έχουν καθόλου μυαλό μερικοί οδηγοί; σκεφτόταν – η παραλιακή λεωφόρος δεν είναι πίστα αγώνων. Η μοτοσικλέτα τώρα πλησίαζε ολοταχώς, έτρεχε υπερβολικά, συνεχώς πλησίαζε, οι προβολείς της μοιάζανε με φωτεινά μάτια, δύο πελώρια απειλητικά μάτια, τα μάτια της Τσιγγάνας στην Ομόνοια, που δεν έκρυβαν απειλή, μόνο οίκτο.

Ο ασυρματιστής έσφιξε γερά το τιμόνι με τα δυο του χέρια κι έδωσε εντολή στο δεξί του πόδι να πατήσει φρένο, μα το πόδι πάτησε γκάζι και το αμάξι όρμησε μπροστά. Αυτό τον αιφνιδίασε. Προσπαθώντας να ελέγξει το τιμόνι που του ξέφευγε, το ‘φερε λίγο προς δεξιά, τότε όμως βρέθηκε μπροστά του το μεταλλικό κολωνάκι, το οποίο υποχώρησε και το αμάξι βρέθηκε στο κενό, απογειώθηκε, ανέπτυξε ταχύτητα, πέταξε σαν αεροπλάνο, σαν αεριωθούμενο, σαν ρουκέτα, έσκισε τους αιθέρες και χάθηκε στον ορίζοντα. Η εμφάνιση του ιπτάμενου αντικειμένου, και στη συνέχεια η εξαφάνισή του, κατατρόμαξε τους λουόμενους που κολυμπούσαν ή έκαναν ηλιοθεραπεία – άντρες, γυναίκες και παιδιά.

Φίλιππος Φιλίππου


[Η εικόνα που συνοδεύει το διήγημα είναι του Ρώσου ψηφιακού καλλιτέχνη Artem Rhads Chebokha, άτιτλο, 2015]


Ο Φίλιππος Φιλίππου γεννήθηκε στην Κέρκυρα τον Δεκέμβρη του 1948. Έχει εκδώσει συνολικά είκοσι βιβλία. Από το 1968 ως το 1982, με μικρά ή μεγάλα διαλείμματα, ταξίδεψε ως μηχανικός σε φορτηγά καράβια. Το πρώτο του βιβλίο, «Οι Κνίτες, τέκνα της ανάγκης ή ώριμα τέκνα της οργής;» εκδόθηκε το 1983. Ακολούθησαν οι μικρές βιογραφίες «Ιδανικοί αυτόχειρες ή ζήτω ο θάνατος» (1984), το αφήγημα «Οι εραστές της θάλασσας ή Το βιβλίο του άγνωστου ναύτη» (1986), τα αστυνομικά μυθιστορήματα «Κύκλος θανάτου» (1987 και 2007), «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» (1988) και «Το μαύρο γεράκι» (1996), η μελέτη «Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας» (1996), το επίσης αστυνομικό «Αντίο, Θεσσαλονίκη» (1999), το αφήγημα «Ομόνοια» 2000. «Ταξίδι στον ομφαλό της Αθήνας» (2000), το μυθιστόρημα «Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη» (2003), το μυθιστόρημα «Νέα Υόρκη, καλοκαίρι και μοναξιά» (2005), τη βιογραφία «Κωσταντίνος Θεοτόκης, σκλάβος του πάθους» (2006) και τα μυθιστορήματα «Ο θάνατος του Ζορμπά» (2007) και «Ο άντρας που αγαπούσαν οι γυναίκες» (2009), «Ο οργισμένος έφηβος» (2010), «Ο ερωτευμένος Ελύτης» (2011), «Ζωή και θάνατος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», (2012). «Η κόρη του εφοπλιστή» (2013), Οι περιπέτειες της Ελεάννας στη θάλασσα» (2014). Το βιβλίο του «Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη» μεταφράστηκε στα καταλανικά και στα ρουμανικά. Διηγήματά του έχουν περιληφθεί σε γερμανικές ανθολογίες ενώ άρθρα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις του έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας και της Λευκωσίας. Στις εφημερίδες «Αυγή» και «Εποχή» και στο περιοδικό «Αντί» έγραφε κείμενα για τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύει στην εφημερίδα «Το Βήμα» κριτικές και παρουσιάσεις αστυνομικών βιβλίων.


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:49