Χρόνος ανάγνωσης περίπου:9 λεπτά

Βαγγέλης Λιοδάκης: Οι καλλιτέχνες πασχίζουν να βελτιώσουν το «συλλογικό μας όνειρο»


Συντονίζει και σκηνοθετεί θεατρικές ομάδες, διδάσκει σεμινάρια υποκριτικής, και κάνει μαθήματα θεατρικής αγωγής και παιχνιδιού σε παιδιά και εφήβους. Έχει παίξει σε πάνω από 50 θεατρικές παραστάσεις σε έργα κλασικού ρεπερτορίου, αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας, σύγχρονου ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου, παιδικού θεάτρου, σε παραστάσεις θεάτρου δρόμου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σε μουσικές παραστάσεις και performances με καταξιωμένους σκηνοθέτες. Έχει πρωταγωνιστήσει σε βραβευμένες ελληνικές ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους, σε τηλεταινίες, τηλεοπτικές σειρές και διαφημίσεις σε τηλεόραση και ραδιόφωνο. Έχει συνεργαστεί με τα ΔΗΠΕΘΕ: Ρούμελης, Ρόδου, Πάτρας, Καβάλας, Ιωαννίνων, Κρήτης, Βορείου Αιγαίου, με το Δημοτικό Θέατρο Ρεθύμνου, το Δημοτικό Θέατρο Μυλοποτάμου και με πλήθος θεατρικών ομάδων, σε δύο εκ των οποίων υπήρξε συνιδρυτής. Επίσης έχει πάρει μέρος σε παραστάσεις θεάτρου για το ραδιόφωνο και σε θεατρικά αναλόγια.
Παρακολούθησε τα μαθήματα του Θεατρικού Εργαστηρίου «Κύτταρο». Στη συνέχεια, αποφοίτησε με υποτροφία την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης «Ωδείο Αθηνών». Έχει επίσης παρακολουθήσει σεμινάρια του Ryszard Cieślak της σχολής Grotowski, για το σωματικό θέατρο και βιωματικά σεμινάρια Ψυχοδράματος.
Το φθινόπωρο του 2022 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση και διδασκαλία υποκριτικής στην Ανώτερη Δραματική Σχολή της Κρήτης «ΝΟΤΟΣ», αναγνωρισμένη από το Υπουργείο Παιδείας, με έδρα το Ηράκλειο.
Ο Βαγγέλης Λιοδάκης αφού έκανε την περιπλάνησή του, γύρισε στη γενέθλια γη για να προσφέρει το ταλέντο και τις γνώσεις του ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Τον βρήκαμε ανάμεσα στα γυρίσματα και τα μαθήματα και κλέψαμε λίγο από τον χρόνο του για να απαντήσει στα ερωτήματά μας.

Αγαπητέ κ. Λιοδάκη, φύγατε νωρίς από το Ρέθυμνο, αλλά επιστρέψατε δυναμικά και είστε άκρως δημιουργικός. Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να επιστρέψετε στα πάτρια εδάφη;

Πιστεύω ότι οι περισσότεροι Κρητικοί που φεύγουν από την Κρήτη, στο πίσω μέρος του μυαλού τους, έχουν την επιστροφή στη γενέτειρα. Φύγαμε από την Κρήτη οικογενειακώς και σταδιακά όλα τα μέλη της οικογένειας μου, επιστρέψαμε στην Κρήτη. Είναι η Κρήτη μας φάρος και λιμάνι. Είναι ο τόπος τέτοιος που ό,τι εδώ φυτρώσει, όσο μακριά κι αν πάει, η ρίζα παραμένει εδώ. Είναι ο αέρας ο κρητικός που σε καλεί να πετάξεις μακριά μόνο για να λαχταρήσεις περισσότερο του γυρισμού την ώρα. Για μένα ο κύκλος της περιπλάνησης έκλεισε κι η ώρα της επιστροφής ήρθε πριν από κοντά 10 χρόνια.

Η επιλογή να ζείτε στην επαρχία πιστεύετε σας έχει «στερήσει» πράγματα;

Δε νιώθω να στερούμαι ζώντας στην επαρχία. Η επιλογή ήταν συνειδητή. Η επαγγελματική μου ασχολία πέρασε από πολλά ενδιαφέροντα στάδια. Η Αθήνα που ήταν η έδρα μου, δεν είχε να μου προσφέρει κάτι περισσότερο. Με πλούτισε σε εμπειρίες και διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον επαγγελματικό μου ορίζοντα. Πιστεύω έφυγα την κατάλληλη στιγμή. Ζώντας στην επαρχία διεύρυνα τη δημιουργικότητα μου με τρόπο που στην Αθήνα, θα ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο, (λόγω χαρακτήρα), να το κάνω.

«Το Ημερολόγιο ενός Τρελού» του Νικολάι Γκόγκολ.

Έχετε εργαστεί ως ηθοποιός σε μεγάλες τηλεοπτικές παραγωγές όπως τα σίριαλ «Λόγω τιμής» και «Μια μέρα του Αυγούστου» που προβάλλεται στην ΕΡΤ σε σκηνοθεσία της Ζωής Σγουρού. Το κοινό σας απολαμβάνει, αλλά εσείς, τι αποκομίσατε από τη συμμετοχή σας σε αυτές;

Ζώντας επί χρόνια στην Αθήνα είχα τη χαρά και την τιμή να λάβω μέρος σε ταινίες σε μικρού και μεγάλου μήκους και σε κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Μέσα από αυτές απέκτησα είναι αλήθεια κάποια αναγνωρισιμότητα, αλλά κυρίως είχα την ευκαιρία να δουλέψω με πολύ ενδιαφέροντες συνεργάτες, με γνώση για το αντικείμενο τους, με μεράκι και αγάπη για αυτό που έκαναν εκείνη τη στιγμή. Δεν είναι εύκολο να βρεθεί κανείς σε τέτοια συγκυρία, αλλά όταν συμβεί, νιώθεις σα να σου χαρίστηκε ένα σπουδαίο δώρο. Για τον κόσμο είναι ένα καλό αποτέλεσμα. Προσωπικά είναι η σχέση μου με τους ανθρώπους που έφεραν ένα καλό αποτέλεσμα, εργαζόμενοι με μόχθο, με φροντίδα και αγάπη. Αυτές οι σχέσεις είναι πολύτιμες. Αυτές κρατώ.

Πιστεύετε ότι τα τηλεοπτικά κανάλια έχουν κάνει ποιοτική στροφή σε ότι αφορά τις ελληνικές παραγωγές τα τελευταία χρόνια;

Ίσως δεν είμαι ο καταλληλότερος να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, γιατί στην πραγματικότητα δεν παρακολουθώ τηλεόραση. Φυσικά βλέπω τις δουλειές που κάνω για να μαθαίνω από τα πιθανά λάθη μου, αλλά δε μπορώ να μιλήσω για το σύνολο της τηλεόρασης γιατί δεν το γνωρίζω. Δεν έχω χρόνο να δω. Συνήθως τις ώρες που ο κόσμος βλέπει τηλεόραση, εγώ εργάζομαι. Ή κάνω πρόβες, ή παίζω σε κάποια παράσταση, ή προετοιμάζομαι για την επόμενη μέρα. Εκείνο όμως που υποψιάζομαι, από όσα κλεφτά παίρνει το μάτι μου, είναι ότι λίγες είναι οι ποιοτικές εξαιρέσεις. Η τηλεόραση έχει προσανατολισμένη απεύθυνση και ακολουθεί στερεότυπα. Βεβαίως εξελίσσεται καθώς «αλλάζουν οι εποχές», αλλά πιστεύω με εξαιρέσεις φυσικά, ότι ο πήχης είναι ακόμα χαμηλά.

Με τη Θεατρική Ομάδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Σταυρωμένου το έργο του Παύλου Μάτεσι «Η τελετή».

Από το 2018 παραδίδετε μαθήματα θεάτρου στις ομάδες Α.Ψ.Ε.Ν.Τ.Η., του Πολιτιστικού Συλλόγου Σταυρωμένου καθώς και του Δημοτικού Θεάτρου Μυλοποτάμου ενώ κάνετε θεατρικό παιχνίδι για παιδιά και ενήλικες στη θεατρική ομάδα ΧΩΡΑφΙ που μάλιστα έχετε δημιουργήσει. Πώς θα παροτρύνατε κάποιον/α να συμμετέχει σε αυτές τις δραστηριότητες;

Η ομάδα «Α.Ψ.Ε.Ν.Τ.Η» δραστηριοποιείται από το 2013. Με το Δημοτικό Θέατρο Μυλοποτάμου η πρώτη συνεργασία ήταν το 2017. Με τη θεατρική ομάδα του Πολιτιστικού Συλλόγου Σταυρωμένου από το 2018, καθώς και με τη θεατρική ομάδα «ΧΩΡΑφΙ». Σε αυτές τις ομάδες βρίσκονται απλοί άνθρωποι με αγάπη για το θέατρο, με διάθεση για προσφορά και αλληλεπίδραση. Η συμμετοχή σε αυτές τις ομάδες ή άλλες παρόμοιες με το ίδιο αντικείμενο, είναι ταυτόχρονα ένα αυτογνωσιακό ταξίδι. Θα έλεγα λοιπόν σε κάθε έναν/μία, να βγει από το «καβούκι» του, να έρθει σε επαφή με άλλους ανθρώπους, να δοκιμάσει τα όρια του πραγματικά, όχι εικονικά-ψηφιακά. Να συναναστραφεί αληθινούς ανθρώπους και να φτιάξει τον κόσμο έτσι όπως πραγματικά θα ήθελε να είναι. Και όχι όπως θέλουν κάποιοι να τον πείσουν ότι είναι. Κυρίως όμως να πάψει να φοβάται.

Από την πρώτη επίσημη θεατρική εμφάνιση ως «Ορέστης» στην «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή στο Παγοποιείο το 1985 έως την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη, που σκηνοθετήσατε το 2020 με το «ΧΩΡΑφΙ-Κέντρο Προαγωγής Ψυχικής Υγείας & Παραστατικών Τεχνών» έχετε διανύσει μια ανεπανάληπτη πορεία. Αλήθεια, τί θα ξεχωρίζατε από αυτές τις επιλογές σας;

Μετά την «Αληθινή Απολογία του Σωκράτη», ακολούθησαν «Ο Ιππότης με τη Σκουριασμένη Πανοπλία» του Ρόμπερτ Φίσερ, η «Βαβυλωνία του Δ. Βυζάντιου και η «Τελετή» του Παύλου Μάτεσι. Κάθε έργο με το οποίο καταπιάνομαι, αποτελεί για μένα ειδική «πρόκληση». Για παράδειγμα, η «Βαβυλωνία» είναι ένα έργο που γράφτηκε το 1836 και μιλά για την εθνική μας ασυνεννοησία με μια γλώσσα με τοπικούς ιδιωματισμούς και ντοπιολαλιές γεμάτες μουσικότητα, χάρη και σπιρτάδα, μα και ταυτόχρονα τόσο δύσκολες στην κατανόηση τους. Όλο αυτό, σαν παραστατικό υλικό, είναι μια πρόκληση. Κάθε έργο έχει προκλήσεις, μικρές ή μεγάλες, που κάνουν κάθε εγχείρημα ξεχωριστό και με ανάγκη για εξατομικευμένη φροντίδα. Περισσότερο όμως από τα ίδια τα έργα, ξεχωρίζω τη συναναστροφή με τους ανθρώπους: Ως ηθοποιός, με τους προικισμένους σκηνοθέτες που η συνεργασία μαζί τους μου άνοιξαν δρόμους και διεύρυναν τους υποκριτικούς μου ορίζοντες. Ως σκηνοθέτης και δάσκαλος, με ανθρώπους παθιασμένους με το θέατρο, που μοιραστήκαμε φανταστικές, αυθεντικές καλλιτεχνικές διαδρομές.

Έχετε δώσει περισσότερες από πενήντα παραστάσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το θέατρο είναι η μεγάλη σας αγάπη ή η τηλεόραση;

Στην πραγματικότητα, είναι δύο διαφορετικές τέχνες. Πιστεύω πως το θέατρο είναι περισσότερο δουλειά του ηθοποιού, που ζωντανός επί σκηνής αλληλεπιδρά με τους θεατές. Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση είναι περισσότερο είναι δουλειά του σκηνοθέτη, του μοντέρ, του φωτογράφου. Το σινεμά μπορεί να ξεγελάσει τον θεατή. Το θέατρο από την άλλη βασίζεται στην ικανότητα και στη διαρκή ειλικρίνεια με το θεατή παρόντα. Είναι σα να ζωγραφίζει κάποιος στον αέρα για όσους παρευρίσκονται στο χώρο. Όταν σβήσουν τα φώτα δε μένει τίποτα από τη ζωγραφική. Μόνο η εντύπωση, το αίσθημα, η συγκίνηση, η μαγεία. Αν έπρεπε να διαλέξω, θα διάλεγα το θέατρο.

Πώς η θεατρική πράξη βοηθά να εμβαθύνει ένας άνθρωπος και να αποκτήσει καλύτερη ενσυναίσθηση;

Η ερώτηση σας έχει διπλή οπτική. Από τη μεριά του θεατή ή του ηθοποιού; Από τη μεριά του ηθοποιού φαντάζομαι είναι πιο φανερό. Καθώς περιδιαβαίνει πλήθος ρόλων, συλλέγει πληροφορίες και συναισθήματα χαρακτήρων, δηλαδή διαφορετικών πλευρών του εαυτού του. Γίνεται έτσι ευαίσθητος στο να αντιμετωπίζει τον κόσμο με πλήθος «οπτικές», οπότε με ευκολία «συναισθάνεται». Από τη μεριά του θεατή τώρα φαντάζομαι, με ανάλογο τρόπο λειτουργεί. Φτάνει ο θεατής να έχει παρευρεθεί σε πλήθος ετερόκλητων, καλών θεατρικών δράσεων, ικανών να τον συν-κινήσουν.

Το ψυχόδραμα, ιδιαίτερα το κοινωνιόδραμα, βοηθά στην αυτοβελτίωση; Πέστε μας λίγα λόγια για αυτήν σας την εμπειρία και αν σε κάτι σας έχει βοηθήσει.

Το ψυχόδραμα από όσο ξέρω, είναι μια ξεχωριστή ομαδική αυτογνωσιακή-ψυχοθεραπευτική προσέγγιση που χρησιμοποιεί θεατρικές διαδικασίες αλλά έχει αναπτύξει δικές του μεθόδους ενδοσκόπησης, που αφορούν στο άτομο και στη συγκεκριμένη ομάδα κάθε φορά. Οι ψυχοδραματιστές είναι θεραπευτές. Οι ηθοποιοί καλλιτέχνες. Είχα εμπειρία συμμετοχής σε τέτοιες ομάδες και τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα.

Ο ηθοποιός σήμερα είναι ή πρέπει να είναι ολόπλευρα καλλιεργημένος άνθρωπος με κοινωνική γνώση και συμμετοχή στα κοινά ή να αρκείται στην υποκριτική εκπαίδευση που προσφέρει μια σχολή θεάτρου;

Μια σχολή θεάτρου προσφέρει εξειδικευμένες γνώσεις θεατρικής παιδείας που απευθύνεται σε ενήλικες ανθρώπους. Βοηθούν στην καλλιέργεια της προσωπικότητας αλλά σαφώς δεν αρκούν. Ο ηθοποιός οφείλει να είναι ενεργός πολίτης, ευαισθητοποιημένος στα κοινά, από όπου πρέπει διαρκώς να ανατροφοδοτείται για να εμπλουτίζει τις εμπειρίες του. Για μένα καλλιτέχνης και ιδιώτης, είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Οι καλλιτέχνες πασχίζουν να βελτιώσουν το «συλλογικό μας όνειρο». Προσβλέπουν σε μια καλύτερη κοινωνία. Δε μπορεί να έχουν άγνοια του τί προσπαθούν να αλλάξουν προς το καλύτερο.

Τα νέα παιδιά που καταπιάνονται με την υποκριτική τέχνη, μπορούν να βιοποριστούν με αυτήν ή είναι αναγκασμένα να κάνουν άλλες «άσχετες» δουλειές για να ζήσουν;

Όχι μόνο τα νέα παιδιά. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι ηθοποιοί, αν θέλουν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους, αν θέλουν να μπορούν αν λένε «όχι» σε δουλειές που δεν τους αντιπροσωπεύουν, οφείλουν να αναζητούν εναλλακτικές ευκαιρίες βιοπορισμού. Δεν είναι τωρινό φαινόμενο. Πάντα οι καλλιτέχνες αντιμετώπιζαν τέτοιες δυσκολίες και πολλοί λίγοι έγιναν ευκατάστατοι μέσω της τέχνης.

Η διαφήμιση καταλαμβάνει μέρος της ζωής μας καθώς εισβάλει σε αυτήν μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Ένας ηθοποιός είναι «αναγκασμένος» να συμμετέχει σε διαφημίσεις ή έχει τη δυνατότητα της επιλογής;

Σε όλα υπάρχει διάκριση. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με το θέατρο και τον κινηματογράφο, μου φαινόταν αδιανόητο να κάνω διαφήμιση. Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι καλώς ή κακώς είναι μέρος της δουλειάς μου. Αλλά όπως στη δουλειά μας διαλέγουμε τί θα κάνουμε (από επιλογή δεν έχω κάνει ούτε μία βιντεοταινία όταν στην εποχή μου αυτές είχαν πλημμυρίσει την αγορά), έτσι και στη διαφήμιση οφείλουν οι επιλογές μας να μην αντιβαίνουν στην ηθική μας.

Από τον Σεπτέμβρη είστε ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής της Ανώτερης Δραματικής σχολής «Νότος». Ποιά είναι τα σχέδιά σας για την ανάπτυξη και ανάδειξη του πολιτιστικού – καλλιτεχνικού δυναμικού του τόπου μας;

Θα ήθελα ο ΝΟΤΟΣ να προσφέρει ολοκληρωμένη και ουσιαστική θεατρική εκπαίδευση. Είναι η μόνη αναγνωρισμένη από το υπουργείο πολιτισμού ανώτερη δραματική σχολή στην Κρήτη. Θα ήθελα οι σπουδαστές να αποκτήσουν εφόδια που να τους κάνουν περιζήτητους και ξεχωριστούς. Θα ήθελα να γίνει ένας πυρήνας ανθρώπων ικανών να κάνουν προτάσεις που όχι απλώς δε θα έχουν τίποτα να ζηλέψουν τις προτάσεις της πρωτεύουσας, αλλά φτάνοντας εκεί, να τάραζαν τα νερά της. Ξέρω ότι δεν γίνονται εύκολα αυτά τα πράγματα. Χρειάζεται χρόνος και φυσικά στήριξη από την πολιτεία, το Δήμο, τους φορείς. Είθε να υπάρξει.

Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας, ευχόμαστε κάθε επιτυχία στη δημιουργική σας προσφορά, στο θέατρο, στην τέχνη γενικότερα και στον τόπο μας.


Βαγγελιώ Καρακατσάνη

Δεν έχω ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή μου / κι ούτε σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας...