Χρόνος ανάγνωσης περίπου:6 λεπτά

«Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα» | της Άννας Τακάκη

.

Άριστα δέκα. Διαγωγή κοσμιοτάτη! Ήγραφε το ενδεικτικό, της ΣΤ΄ Δημοτικού τση Ζαφειρούλας. Το εβάστα καλά στα χέρια και φεύγει τρεχαπετάμενη να το πάει τω γονέω τζη. Μα εκείνοι, δουλευτάδες αθρώποι, ήτονε ακόμη στο θέρος. Το κοπέλι δεν κρατιέται και πάει γλακιτό στο χωράφι να τως το δείξει. Φωνιάζει απ’ αλάργο, μάνααα! πατέρααα! μα εκείνοι, μουλωμένοι να δρεπανίζουνε δεν εκούσανε πράμα. Και το Ζαφειρούλι ξετρυπώνει σαν κόκκινο τριανταφυλλάκι μέσα από τα κίτρινα ξερά στάχυα: Επήρα δέκα! Άριστα δέκα! Να, δείτε το ενδεικτικό μου.

Μπράβο θυγατέρι μου, λέει ο πατέρας. Εύγε, Ζαφειρούλα μου, λέει κι η μάνα. Χαρώ το ’γω το διαβαστερό μου. Εδά θα σε πέψομε στο Γυμνάσιο. Κι είντα λες να γενείς; Δασκάλα, για καθηγήτρια;

-Τόσονά χαμηλά μ’ εχετε γονέοι μου; Εγώ θέλω να γενώ δικηγορίνα! Μπα, όχι, θα γενώ γιατρίνα καλιά. Παιδίατρος, να κάνω καλά τα κοπέλια. Είδετε για πότε επόθανε οπροχθές το κοπελάκι του Παθιομανώλη; Κι εκάνανε τόσανά μοιρολόγια ω, το κακομοίρικο! Αν είχαμε επαδέ γιατρό ήθελα να σωθεί. Γιακειόνα εγώ θα σπουδάσω να γενώ γιατρός να ρθω στο χωριό μου να κάνω καλά τα κοπέλια.

-Μαγάρι θυγατέρι μου, να πέψει ο Θεός να γενείς ετσά που λες. Να ’χεις γλυκό ψωμί να τρως και να μην τυραννάσαι σαν κι εμάς στα χωράφια, να σε τρώει τη μια η κάψα και τη άλλη η κρυγιάδα.

Μετά τς’ εισαγωγικές εξετάσεις, η Ζαφειρούλα μπαίνει στο Γυμνάσιο. Τση νοικιάσανε και μια κάμερα στην πολιτεία, τση βάλανε τ’ απαραίτητα για το μικρό νοικοκεριό, πήρε τα βιβλία τζη, τα τετράδια τζη, κι ήπεσε με τα μούτρα στο διάβασμα. Στην πρώτη τάξη, μαθήτρια πρώτη, διαβαστερή, έξυπνη, εβάστα εκείνη το απουσιολόγιο. Αλέργα και χωρατατζού ως ήτονε, τηνε περιτριγυρίζανε όλοι οι συμμαθητάδες τση, άσε που στην κάμερά τζη εμπαινοβγαίνανε ασερνικά, θηλυκά, να τωσε δείξει στα αρχαία, ή στα μαθηματικά που εκείνοι ήτονε σκράπες. Το ’χε πάρει απάνω της, που ξεχώριζε κι είχε πλια όρεξη να διαβάζει και να γράφει και να γυρεύγει εξωσκολικά βιβλία να μελετά. Περνά την πρώτη τάξη παρά λίγο με είκοσι. Η χαρά τζη και η χαρά τω γονέω τζη πολλά μεγάλη. Αδέρφια δεν είχε, μια κι αμοναχή την είχανε οι γονέοι τζη, φτωχοί αθρώποι, μα εδουλεύγανε τη γη κι εζούσανε, επερίσσευγε και κάτι ντις να τηνε σπουδάξουνε.

Στη Δευτέρα τάξη αρχινίσανε να φουσκώνουνε τα βυζάκια τζη, κι από καρυδάκια, εγενίκανε μανταρινάκια. Τση ’ρθε και η περίοδος, ψήλωσε κι άλλο. Κοπελοδείχνει, μαθές η Ζαφειρούλα, που θέλει πλια να τηνε λενε Ζαφειρένια, όπως και γράφεται. Τα μαλλάκια τζη καστανόξανθα και τα μάτια τζη πρασινογάλαζα, με τα κερασένια χειλάκια το δροσερό κορμί σαν τα κρύα τα νερά, με τη μιλιά να τρέχει σα γαργαροπόταμος, δεν επέρνα απαρατήρητη όπου και να ’θελα συνάψει. Μήδε κι από νεαρούς, μήδε κι από πλια μεγάλους. Κι οι συνομήλικοί τζη ακόμη τηνε περιτριγυρίζανε και τηνε θέλανε όλοι στην παρέα ντως. Στη Τρίτη τάξη είχε ξετελέψει μια πανώργια κοπελούδα, ψηλή, λιγνομεσάτη, κι άρχισε να λουσάρεται και να ξετζανώνει. Πολλά τση ’ρεσαι να σάζεται, και να καμαρώνεται στον καρφίχτη. Αγόρασε κραγιόνια και πούδρες για τα κρυφά ραντεβουδάκια η όμορφη κοπελοπούλα, που ’χε νάζι, σκέρτζο και αέρα. Κι απού ’τανε διαβαστερή και έξυπνη, όλα τα ξέτρεχε, και τα γράμματα και τσι βόλιτες, και τ’ αλίσι βερίσι με τσι νεαρούς, αλλά οι βαθμοί τζη είχανε πέσει πιο κάτω από το άριστα. Ώσαμε που γνώρισε τον Αγησίλαο, απού ’χε τα διπλά τζη χρόνια. Ντελόγο τα μυαλά τζη πήρανε φύλλα και φτερά. Εκείνος είχε ένα μεγάλο κατάστημα στο κέντρο τση πόλης με πολλά είδη εμπορεύσιμα. Η Ζαφειρούλα πήγε να πουσουνίσει κι εκεί δώσανε γνώρα. Κι από δω σ’ έχω από κει σ’ έχω την καλόπιασε ο τριαντάρης, τη γλύκανε στα κεράσματα και στα πολλά λόγια. Την εξεμονάχιαζε και τση ’κανε ερωτική εξομολόγηση, ώσαμε που η κοπελοπούλα εξεμυαλίστηκε, και δεν ήθελε μπλιο τα διαβάσματα και το σκολειό. Πολυώρα δε θέλει να ξελασκάρει ο νους τ’ αθρώπου.

Μια μέρα τηνε κλέβγει ο Αγησίλαος. Ένα σούσουρο εγίνηκε στο σκολειό από τσι μαθητάδες και τσι καθηγητάδες.

Εκλέφτηκε η Ζαφειρένια, η άριστη μαθήτρια! Κρίμας τα αριστεία τζη, κρίμας τα γράμματα που ’μαθε. Χαράμι επήγανε. Κι εκείνος που τηνε κατάφερε δεν είχε και την καλύτερη φήμη. Οι γονέοι τζη είχανε να γενούνε, πού δεν επεριμένανε από το μοναχόπεδό ντως να κάμει τέτοια κατσουκέλα.

Εκείνη είχε όνειρα να γενεί γιατρίνα, να γιατρεύγει τα κοπέλια. Πώς στο καλό αλλαξογνώμισε; Αγούγιας του π’ αλαργέψει το θηλυκό!.. Μα κι αυτό το ποδεινιατήκανε, κι εκάμανε τζη το γάμο. Εταχτοποιήσανε ντη στην πόλη, τάξε δεν ήπαιρνε και όποιο κι όποιο. Ολόκληρο εμπορικό είχε ο Αγησίλαος. Άλλοι ελέγανε πως είχε και πολλούς παράδες. Έλα σου δα που τα πράματα δεν είναι ως φαίνουνται! Κιανείς δε βρέθηκε να τς’ ανοίξει τα μάτια; Εκείνη μικρή και άβγαρτη κι ο γαμπρός πολύξευρος, σπάταλος χαρτοπαίχτης και πότης τση ’κανε τη ζωή μαύρη. Το χαρτί και το ζάρι ήτονε δα πιο ταχτικό, εσάσε κι είχε μια κερά και του κράτειε το μαγαζί, μα είντα μαγαζί, που είτανε όλο χρεωμένο; Ώσαμε που τονε πνίξανε τα χρέη και του βάνει λουκέτο. Όπου να ’ναι θα τονε χώνανε μέσα. Κι επόμεινε η Ζαφειρένια μ’ ένα μωροκόπελο στην αγκαλιά δίχως λεφτά και μ’ ένα άντρα ανεπρόκοπο και κακό να τηνε βασανίζει.

Είντα να κάμουνε οι γονέοι τζη, την αποβαστούσανε όσο εμπορούσανε, μα και τσ’ αποχτυπούσανε, γιάντα ν’αφήσει το σκολειό, απού ’θελα να σπουδάσει, ως το ’λεγε και να ’χει μια καλή ζωή.

«Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα», λέει η μικρομάνα, και νανουρίζει το μωρό τζη. Κι εκεί που το νανούριζε τηνε παίρνανε τα κλάηματα.

-Δεν είναι αυτή ζωή, παιδί μου, να κλαις και να στενοχωράσαι. Κατέχομε πως δεν περνάς καλά, γιατί του προκομμένου σου του φταις εσύ και το κοπέλι, κι εδά που τα’χασε όλα, τα βάνει μετά σένα. Κανείς δεν μπορεί να τονε συνηφέρει. Κακά ήπαιξες την πετρά σου θυγατέρα μου, κρίμα τη νιότη σου και την ομορφιά σου. Δεν μπορώ να σε θωρώ να μαραζώνεις. Άς τονε και έλα στο χωριό, και να ζήσομε θέλει όλοι.

Η Ζαφειρένια δεν άντεξε άλλο. Επήρε το κοπέλι τζη και πήγε να ζήσει στο χωριό. Ο κύριός τση τηνε κατασκότωσε στο ξύλο σαν ήκουσε την απόφασή τζη να φύγει και να τον αφήσει.

Τα χρόνια που ήζησε στο χωριό ήτανε ελεύθερα αλλά τυραννισμένα. Στα χωράφια, στη λάτρα, στο σπίτι, στο ζύμωμα όλα τα ’κανε, κι όλα τα ’μαθε. Σαν πουλιά ταξιδιάρικα τση ’ρχονται οι μνήμες στο μυαλό από τα χρόνια που ήτανε στο Γυμνάσιο, κι απού’ χε τόσηνιά πέραση σαν άριστη μαθήτρια. Μαγάρι να μην άφηνε το σκολειό. Μαγάρι να μην άλλαζε μυαλά… Άχι, στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα, λέει πάλι.

Μια μέρα η μάνα τζη τση λέει.

-Πήγαινε παιδί μου πάλι στο σκολειό. Δεν πειράζει που ’σαι μεγαλωπή. Δεν πειράζει που ‘χεις κοπέλι. Εμείς θα το κρατήξομε, εμείς θα το μεγαλώνομε, να πας θυγατέρι μου να σπουδάξεις. Ποτέ δεν είναι αργά, παιδί μου. Πήγαινε, να κάμεις το όνειρό σου. Αμαρτία είναι τέτοια μυαλά να θαύγονται.

-Αλήθεια μου το λες μάνα; Και λες να γενώ γιατρίνα; Εγώ αυτό ήθελα… και να ’ρθω στο χωριό μου. Το ’χα υποσχεθεί. Μα με τύφλωσε ο έρωντας. Με τον καιρό είδα το λάθος μου κι ήθελα να γυρίσω στο σκολειό, μα ο προκομμένος δεν ήθελε μήδε να το γροικήσει. Ναι, θα πάω στο Γυμνάσιο να το τελειώσω, κι ύστερα θα σπουδάξω, γιατί ποτέ δεν είναι αργά, μάνα μου!

Ύστερα από χρόνια η Ζαφειρένια γύρισε γιατρίνα στο χωριό τζη.

Σητεία 16. Γεννάρη 2021

Άννα Τακάκη

 

.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:55