Χρόνος ανάγνωσης περίπου:15 λεπτά

Άννα Τακάκη: Είναι πλούτος η γλώσσα μας. Πολύτιμα μέταλλα, που αναμιγνύονται και φτιάχνουν μέγα έργο.

Η Άννα Τακάκη είναι ποιήτρια, συγγραφέας και αρθογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ορεινό χωριό Ζήρος της Σητείας, απ’ όπου και η πρώτη πηγή των εμπνεύσεών της. Ζει μόνιμα στη Σητεία της Κρήτης. Ταξίδεψε επί χρόνια ως συνοδός του συζύγου της, πλοιάρχου του Εμπορικού Ναυτικού. Τις εμπειρίες της από τη ζωή της ναυτοσύνης έχει καταγράψει σε ποιήματα και διηγήματα.
Τα θέματά της αντλεί από τη λαογραφία και την παράδοση, από βιωματικές εμπειρίες και από την ίδια τη ζωή, καθώς εξελίσσεται.
Ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί από τον παγκοσμίου φήμης μουσουργό Νίκο Αστρινίδη. Ποιήματα και Μαντινάδες της περιλαμβάνονται στο CD «Ριζοχάρακο» με τους μουσικούς, Καλλιόπη Βασιλείου, Νεκτάριο Μαρίνο και Γιάννη Λεθιωτάκη.
Έχει πάρει μέρος σε Παγκόσμια Λογοτεχνικά Συνέδρια, έχει βραβευτεί για την ποίησή της από πολιτιστικούς φορείς και συλλόγους και έχει τιμηθεί για την προσφορά της στην παράδοση. Επίσης ποιήματά της περιλαμβάνονται σε ποιητικές ανθολογίες και κρητικά λευκώματα.
Τα έργα της έχουν προβληθεί σε Κρήτη, Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη και Βόρεια Ελλάδα, μέσω Κρητικών Πολιτιστικών Συλλόγων και μέσα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από το διαδίκτυο.
Είναι μέλος του «Πανεπιστημίου των Ορέων». Ποιήματά της έχουν γραφεί για τη δράση αυτή κι έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του.
Έχει μιλήσει για την ιδιωματική γλώσσα και την ποίηση σε σχολεία της Σητείας και των Χανίων. Η ηθογραφία της «Ο Κουμαρτζής» έχει διασκευαστεί σε θεατρική παράσταση και έχει παρουσιαστεί με επιτυχία, από τα παιδιά του 1ου ΕΠΑΛ Χανίων στην Τεχνική Σχολή Αυγόρου Αμμοχώστου στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την αδελφοποίηση των δυο σχολείων.
Έχει αρκετό έργο ανέκδοτο. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει εννέα λογοτεχνικά έργα:
Χρώμα Θαλασσινό, ποίηση, 2004
Αλλιώς φυσά τ’αέρι ποίηση, «Μουσικό Εργαστήρι Αεράκη» 2007
Υγιέ μου, το τραγούδι της μάνας, Αμφικτιονία Ελληνισμού» ποίηση, 2010
Ο Κουμαρτζής, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2011 ISBN: 978-960-9523-02-8
Τα σκαρφίσματα του Σηφαλιού, κρητική ηθογραφία, «Βεργίνα», 2013 ISBN: 978-960-9523-42-4
Στσι γειτονιές του Ρώκριτου, ποίηση, «iδeα Sitia»,2013
Μαίανδρος ο Έρωτας, ποίηση, «Βεργίνα»,2015 ISBN: 978-960-9523-91-2
Η αναφορά μου στο Ν. Καζαντζάκη, ποίηση, «Ιωλκός», 2016 ISBN: 978-960-426-864-1
Χρώμα θαλασσινό, επανέκδοση, «Ιωλκός» 2016 ISBN: 978-960-426-895-5
Η κρίση θέλει τερτίπι, θεατρικό, «Βεργίνα», 2017 ISBN: 978-618-5215-64-4

Με μεγάλη προθυμία δέχτηκε να συζητήσουμε για τη ζωή της και το δημιουργικό της έργο.

Κυρία Τακάκη, από τη Ζήρο στα πέρατα του κόσμου, πλάι στον άνδρα σας – πλοίαρχο. Τί είναι το πιο σημαντικό που θα κρατούσατε από όλη αυτήν τη διαδρομή;

Πρωτίστως σας ευχαριστώ, που μου δίνετε την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις γραμμές. Μέσα από τη διαδρομή μου στις θάλασσες και στα λιμάνια του κόσμου κρατώ δυο πράγματα: τη γνώση και την εμπειρία. Μπορώ να πω, πως ήταν η πρώτη ευκαιρία που μου δώθηκε να γνωρίσω τον κόσμο, μαζί με τον μικρόκοσμο των ναυτικών, ν’ ανακτήσω η ίδια ψυχική δύναμη και θάρρος μέσα από τη ναυτική ζωή, που καθόλου εύκολη δεν είναι, αλλά και να ανακαλύψω έξω την Ελλάδα.

Στα εικοσιτέσσερα χρόνια της νιότης μου, νιόπαντρη, γεμάτη όνειρα, είχα τη λαχτάρα να φύγω πέρα από τα στενά σύνορα του ακριτικού χωριού μου και πέρα από τα σύνορα της πατρίδας μου. Να γνωρίσω νέους τόπους, άλλες πατρίδες, να δουν τα μάτια μου, να ελευθερώσω το νου και τη σκέψη μου. Ήθελα να «μεταλάβω» κι εγώ λίγο με το θαλασσινό νερό των ναυτικών, μα πιο πολύ να δω άλλους πολιτισμούς, μέσα από τα ταξίδια, ως συνοδός του συζύγου μου. Και δεν ήταν λίγα. Έξι μπάρκα, σε έξι διαφορετικά πλοία, και σε διαφορετικούς προορισμούς. Πάτησα το πόδι μου και στις πέντε ηπείρους της Γης.

Και να σας πω, πως παντού βρήκα μια Ελλάδα! Δάκρυσα στην Αμβέρσα, καθώς έμπαινε το πλοίο μας στο λιμάνι κι έπαιζε ο εθνικός μας ύμνος. Στο Σίδνευ της Αυστραλίας ένας Έλληνας μου είπε: «Όπου κι αν πας πουθενά αλλού δεν θα βρεις σαν την Ελλάδα και σαν την Κρήτη». Αυτό το κράτησα κι ακόμη το κρατώ. Σ’ ένα μικρό λιμάνι της Αργεντινής έτυχε να πάμε σε μια ταβέρνα. Εκεί μας είπαν πως ήταν μια κυρία που μιλούσε ελληνικά. Και πραγματικά, όχι μόνο μιλούσε, αλλά ήταν η βλάχικη προφορά της ίδια και απαράλλαχτη, όπως ακριβώς όταν έφυγε στα δώδεκά της από ένα χωριό της Λάρισας. Εκεί παντρεύτηκε και ρίζωσε. Δεν ξαναγύρισε ποτέ στην Ελλάδα. Γριά πια, κουβαλούσε τη γλώσσα και τα έθιμα στην άλλη της πατρίδα. Πολύ με συγκίνησε. Αυτό δεν είναι γνώση; Γνώση είναι ακόμη, να εννοήσω από μικρή και μέσα από αυτή τη διαδρομή μου, πως η ζωή δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, και θέλει θάρρος και δύναμη για να την κερδίσεις.

Ζήσατε από «πρώτο χέρι» τη ζωή και τις δυσκολίες των ναυτικών και τις αποτυπώσατε στο χαρτί, είτε ως διηγήματα, είτε ως ποιήματα. Ποια από αυτές τις καταγραφές σας, θεωρείτε την πιο συγκλονιστική και θα θέλατε να τη μοιραστείτε μαζί μας;

Κατ’ αρχή να σας πω πως είμαι άνθρωπος της εξερεύνησης και της περιπέτειας. Γιαυτό και τόλμησα να ακολουθήσω τον σύζυγο σε πλοία που δεν ήταν κρουαζιερόπλοια μήτε φορτηγά. Μύριζαν γκάζι κι όλων των ειδών τα καύσιμα. Σε μια βόμβα πάνω ήμασταν. Η νιότη βλέπεις από τη μια, κι ο έρωτας από την άλλη… Μήπως και ήξερα που θα πήγαινα την πρώτη φορά; Τα γκαζάδικα δεν καθόταν πολύ στα λιμάνια, κι η θάλασσα πότε γαλάζια, πότε γκρίζα, πότε μπουνάτσες και πότε φουρτούνες και κυκλώνες, άλλαζε συνεχώς χρώμα και διάθεση. Από δέκα μέρες κρατούσε το ταξίδι μέχρι ένα ολόκληρο μήνα. Την εποχή που υπήρχε ως μέσο επικοινωνίας μόνο ο ασύρματος κι αυτός δεν έπιανε όταν ήμασταν βαθιά στον ωκεανό. Καμιά επαφή με τον έξω κόσμο, καμιά με την οικογένειά μας. Έτσι όλο το πλήρωμα γινόταν μια οικογένεια. Στην καλύτερη περίπτωση είχα τουλάχιστον μια γυναίκα για παρέα, σε κάποια μπάρκα ήμουν μόνη μου. Συμμεριζόμουνα τους ναυτικούς, τη σκληρή δουλειά τους έξω στα καταστρώματα κάτω από 42+ βαθμούς, μέσα στα τάνκια, (δεξαμενές) ή στο μηχανοστάσιο, ή στη γέφυρα του πλοίου. Τα βράδια μετά τις βάρδιες καθόμασταν στην τραπεζαρία. Καθένας είχε και τη δική του ιστορία να πει. Όλες αυτές οι εικόνες καταγράφηκαν στο συνειδητό του νου, και πολύ αργότερα έγιναν ποιήματα, όταν μετά από μια τυχαία μπορώ να πω κι απροσδόκητη στιγμή, μου ήρθε μια σκέψη. Αυτό ήταν η αρχή. Και να σημειώσω, η πρώτη μου έμπνευση είχε σχέση με τη ναυτοσύνη και καταγράφηκε εν πλω, αλλά στα δικά μας πελάγη αυτή τη φορά, καθώς ο σύζυγος επέστρεψε από τα ποντοπόρα στην ακτοπλοΐα του τόπου μας. Έτσι έγραψα την πρώτη μου ποιητική συλλογή το 2004 με τον τίτλο από ομώνυμο ποίημα «Χρώμα θαλασσινό». Θεωρώ πως εκεί είναι καταγεγραμμένες όλες οι εμπειρίες μου, τα συναισθήματα, και ότι είδα και έζησα τα χρόνια αυτά κοντά στους ναυτικούς μας.

Αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι να συνυπάρχετε για χρόνια, σε ένα καράβι με τόσους άντρες;

Σίγουρα είναι δύσκολο και μονότονο. Πρέπει να συνυπάρχεις με τη μοναξιά, να ακολουθείς ένα πρόγραμμα, να έχεις υπομονή και να μην νιώθεις ναυτίες, ούτε φόβο. Θυμάμαι όταν πέσαμε σε κυκλώνα στον Ειρηνικό Ωκεανό. Το πλοίο έγερνε συνεχώς, τα έπιπλα πηγαινοέρχονταν, η μέρα γινόταν νύχτα, η θάλασσα έβγαινε ως το φινιστρίνι κι εγώ έπρεπε να είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι και να βαστιέμαι από τα κάγκελα. Όταν όμως είχε κάλμα μπουνάτσα, συνήθως κοντά στον Ισημερινό, απολάμβανα τη μαγεία της θάλασσας, τα εξαίσια χρωματιστά δειλινά μ’ έναν κατακόκκινο ήλιο βουτηχτή στον απέραντο ορίζοντα, τα δελφίνια να σύρνουν μπρος στην πλώρη το χορό τους, κι όλα τα έβλεπα ποιητικά, ασχέτως πως ακόμη δεν είχα πιάσει μολύβι να γράψω μια λέξη. Η έμπνευση όπως προείπα ήρθε πολύ αργότερα. Ακόμη σε μια κλειστή ανδροκρατούμενη κοινωνία έπρεπε να προσέχω την εμφάνιση μου, να μην είμαι προκλητική. Έπρεπε να ασπάζομαι το ωράριό των ναυτικών, να συμπεριφέρομαι κι εγώ λίγο πολύ σαν ναυτικός, λαμβάνοντας μέρος στα γυμνάσια για τυχόν ναυάγιο. Όταν το πλοίο δεν αγκυροβολούσε στο λιμάνι, παρά στο πέλαγος, στη ράδα κατά τη ναυτική ορολογία, έπρεπε να μάθω να χρησιμοποιώ την ανεμόσκαλα για τις εξόδους. Κι αυτό θέλει θάρρος και ψυχική δύναμη, που τα αποκτάς κάτω από αυτές τις συνθήκες. Έχει μεγάλη δύναμη ο άνθρωπος τελικά.

Γράφετε στο τοπικό ιδίωμα και επιμένετε παραδοσιακά σε μια εποχή που ταλαντούχοι νέοι δημιουργοί «επιστρέφουν» στα παραδοσιακά έργα. Είναι οι λέξεις ένα όπλο προστασίας του πολιτισμού ενός τόπου, απέναντι στην κακώς εννοούμενη εξέλιξη;

Σωστά το είπατε, κ. Καρακατσάνη. Οι ιδιωματικές λέξεις έρχονται αντιμέτωπες με μια εξέλιξη, που δεν ξέρουμε που οδεύει. Έχουν όμως τα όπλα και οπλίτες τους να τις προστατεύουν. Κι έχουν τη δύναμή τους ν’ αντιστέκονται στον χρόνο και στην κάθε φθορά. Δεν είπα ποτέ πώς θα γράψω και τι θα γράψω. Με ορίζει η ίδια η γλώσσα, με την οποία αναθράφηκα. Αυτήν ασπάστηκα κι αυτήν εξακολουθώ και υποστηρίζω. Νομίζω είναι η ρίζα μου που με βαστά γερά. Αν και έχω γράψει και στη νεοελληνική, πάλι δεν μπορώ να ξεφύγω τελείως από αυτήν την παραδοσιακή. Ο ιδιωματισμός είναι το πλουμίδι του κεντήματός μου, είναι το ξόμπλι ενός υφαντού που ξεκινά από την Κρήτη για να απλωθεί στην Ελλάδα και στον κόσμο. Και είμαι περήφανη για τα ξόμπλια μου. Οι λέξεις μου είναι η γενιά μου, είναι ο τόπος μου, η παράδοσή μου. Επιμένω λοιπόν στην παράδοση, γιατί αυτή διδάχτηκα και μ’ αυτή πορεύτηκα. Η κρητική διάλεκτος, που πολλές φορές διαφοροποιείται από περιοχή σε περιοχή, κρατεί μια ιστορία ολόκληρη, κι ανασύρει ένα πολιτισμό από το βάθος των αιώνων. Δεν θέλουμε να τον αφήσουμε να αλλοιωθεί, μα ούτε και να αφανιστεί. Όσο μπορούμε κι έχουμε θύμησες και βιώματα τον καταγράφουμε. Είτε στα ποιήματα, είτε στα πεζογραφήματα, είτε στα λεξικά. Γιατί οι λέξεις εκτός από ιστορία, είναι και εικόνες, είναι και φιλοσοφία. Μια λέξη κρητική έχει ένα βαθύ νόημα που πολλές φορές δεν μπορείς να το αποδώσεις στα ελληνικά. Μια φράση και μόνο μπορεί να περικλείει μια μικρή ιστορία. Είναι πλούτος η γλώσσα μας. Πολύτιμα μέταλλα, που αναμιγνύονται και φτιάχνουν μέγα έργο. Ένα κράμα λέξεων αρχαϊκών, αραβικών, ενετικών, τούρκικων, συνθέτουν την ντοπιολαλιά και τον χαρακτήρα μας. Από κει περνά η ιστορία, η λαογραφία και ο πολιτισμός μας. Είναι ακόμη η γλαφυρότητα, και η δύναμη τους, που τις κάνει να τις αγαπάμε και να τις υπερασπιζόμαστε. Κρατούν μέσα τους, σαν μεγαλείο ψυχής, το δράμα και τη μουσικότητα, γιαυτό και επιλέγω να γράφω σ’ αυτή τη γλώσσα. Και νομίζω πως μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να την αφήσουμε αναλλοίωτη μέσα από τα έργα μας, ακόμη κι αν κάποτε μετά από χρόνια -δεν ξέρουμε πότε- μπορεί να εκλείψει να λέγεται και να ακούγεται παντελώς.

Πώς πιστεύετε ότι η κρητική ντοπιολαλιά θα διατηρηθεί στην πορεία του χρόνου και ποιά είναι η ευθύνη των δημιουργών;

Καθώς όλα εξελίσσονται, εξελίσσεται και η γλώσσα μας. Ήδη στα χωριά μας, λέξεις που θυμάμαι πως λέγανε στα παιδικά μου χρόνια, τις έχουν αφαιρέσει πια από το λεξιλόγιο. Κι αυτό θα συνεχιστεί. Παρήγορο θα είναι, να εξακολουθούμε να μιλούμε στην ντοπιολαλιά μας με όσες λέξεις μας μένουν, για να την ακούνε τα παιδιά μας και να την ασπάζονται. Πιστεύω πως κρατεί ακόμη τα κλωνάρια της, βέβαια πιο πολύ στην ορεινή Κρήτη και στα χωριά απ’ ό,τι στις πόλεις. Επίσης θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη η κρητική διάλεκτος, σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού μας και να διδάσκεται ως ένα ιδιαίτερο μάθημα στα σχολεία της Κρήτης. Είτε αναλύοντας ένα ποίημα στην ντοπιολαλιά είτε διήγημα ή παραμύθι. Τώρα αν διατηρηθεί στην πορεία του χρόνου εξαρτάται από πολλά. Μέσα όμως από τα λογοτεχνικά και λαογραφικά κείμενα των δημιουργών, κι εδώ εναποθέτεται η ευθύνη που λέτε, δηλαδή με τι ύφος θα γράψουν και πόσο θα ευαισθητοποιηθούν σ’ αυτό το κομμάτι, μπορεί να παραμείνει ζωντανός ο λόγος, καθώς και ο τρόπος ζωής των ανθρώπων, η λαογραφία μας, τα ήθη και τα έθιμά μας. Αν σε τελευταία ανάλυση, με το πέρασμα των χρόνων και των αιώνων χαθεί, θα υπάρξουν στιγμές που θα αναπαριστάται επί σκηνής, όπως γίνεται με πολλά κλασικά έργα. Και τότε θ’ ακούγεται η γλώσσα ετούτη που μεγάλωσαν οι παππούδες μας, που μεγαλώσαμε κι εμείς και την αφήνουμε παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές. Για να γνωρίζουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν. Γιαυτό λοιπόν είναι χρέος μας κι ευθύνη, να μην αφήσουμε να ξεχαστεί. Κι αν κάποτε εξασθενίσει να είστε βέβαιοι, πως πολλοί θα ψάχνουν κι άλλοι τόσοι θα την ανακαλύπτουν.

Ποιήματά σας έχουν μελοποιηθεί από τον διεθνούς φήμης μουσουργό και πιανίστα, Νίκο Αστρινίδη. Ακόμη, έχετε υπογράψει ως δημιουργός τους στίχους σε τραγούδια (Να΄ταν η θάλασσα γυαλί, Τόπε χρυσέ, Βαρύς ο αναστεναγμός, Αγέρας είσαι) στον δίσκο «Ριζοχάρακο» σε συνεργασία με την Καλλιόπη Βασιλείου, τον Γιάννη Λεθιωτάκη και τον Νεκτάριο Μαρίνο. Ποιές ήταν οι πρώτες σας εντυπώσεις όταν ακούσατε τα τραγούδια σας ντυμένα με τη μουσική εξαίρετων δημιουργών;

Χαίρομαι που είχα αυτήν την τιμή και τους ευχαριστώ. Πρώτα ήταν η έκπληξη, που ήρθε σαν δώρο εξ ουρανού, και μετά ερχόταν η χαρά με τη συγκίνηση. Οι λέξεις μου ήταν γυμνές και ντύθηκαν. Όχι μόνο ντύθηκαν στολίστηκαν αρχοντικά από άρχοντες μουσικούς κι από τις υπέροχες φωνές των τραγουδιστριών που έντυσαν τους στίχους μου. Το ποίημα μου «Είσαι μια θάλασσα» επιλέχτηκε από την «Αμφικτιονία Ελληνισμού», Παγκόσμιο Πολιτιστικό Φορέα με έδρα τη Θεσσαλονίκη και μελοποιήθηκε μαζί με άλλα ποιήματα νέων ποιητών από τον μουσουργό και πιανίστα Νίκο Αστρινίδη, σε απόδοση της Αngelica Cathariou mezzo soprano. Παραδοσιακοί στίχοι μου περιλαμβάνονται στο δίσκο «Ριζοχάρακο» όπου η Καλλιόπη Βασιλείου έδωσε το δικό της χρώμα και την δική της ψυχή. Η αλήθεια είναι πώς όταν ακούς το ποίημά σου να γίνεται τραγούδι, παίρνει μια άλλη διάσταση. Οι εικόνες ζωντανεύουν περισσότερο και το συναίσθημα ενδυναμώνεται. Επίσης γίνεται πιο κατανοητό και πιο προσιτό στον κόσμο. Ο κάθε ποιητής, του οποίου μελοποιούνται κάποια ποιήματά του, νιώθει χαρά και περηφάνια μαζί. Είναι μια παραπάνω επιβεβαίωση να συνεχίσει να κάνει αυτό που προσπαθεί κι αυτό που του λέει ο νους κι η καρδιά του.

Το έργο σας έχει διακριθεί και έχετε βραβευτεί γι αυτό. Πιστεύετε ότι ο δημιουργός παρουσιάζοντας ένα καλό έργο, θα πρέπει να απευθυνθεί στους διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς ή οι καλύτεροι κριτές ενός έργου είναι οι αναγνώστες;

Οι διαγωνισμοί ωφελούν γιατί σου δίδουν το ερέθισμα της προσπάθειας και να δεις που βαδίζεις. Ξέρετε, την αρχή όταν μπαίνεις σε αυτό το χώρο και έχεις να συναγωνιστείς με πολλούς, επιζητάς μια κριτική ή μια αναγνώριση και τρέχεις παντού. Ζητάς γνώμες από ειδικούς και παίρνεις μέρος σε διαγωνισμούς, εγγράφεσαι σε διάφορους πολιτιστικούς φορείς κ.λ.π. Αυτό έκανα κι εγώ. Και δεν κρύβω πως στις πρώτες εκδόσεις μου με κατείχε μια μεγάλη έγνοια μαζί με τον ενθουσιασμό της δημιουργίας, ώστε ν’ αρχίζω να παρουσιάζω τα έργα μου στο κοινό και στα μέσα επικοινωνίας, γιατί αυτή είναι και η ανταμοιβή του λογοτέχνη τελικά. Να μοιράζεται το πόνημά του με τον κόσμο, να το κοινοποιεί και να παίρνει δύναμη να συνεχίζει γι’ αυτό που αγαπά να κάνει. Αν δεν υπάρχει κοινό που τον ακούει και τον διαβάζει, μπορεί να εφησυχάσει ή να το κάνει για τη δική του ευχαρίστηση. Γιατί το γράψιμο είναι μια καλή εκτόνωση συναισθημάτων, είναι μια ευχάριστη δημιουργία. Πρωτίστως καθένας το κάνει για τον εαυτό του. Και γράφει ό,τι του αρέσει κι ό,τι τον προστάζει η δική του εσωτερική φωνή. Δεν γράφει κατά παραγγελία. Βγάζει προς τα έξω τη δική του αλήθεια, μέσα από τα διάφορα ερεθίσματα. Όταν αυτή την αλήθεια την εισπράττουν και άλλοι τότε πιστεύω έχει πετύχει κάποιο στόχο. Και βέβαια οι αναγνώστες είναι ο καλύτεροι κριτές τελικά.

Έχετε εκδώσει έως σήμερα εννέα λογοτεχνικά έργα. Ωστόσο παρατηρώ ότι έχετε να εκδώσετε έργο από το 2017 παρότι έχετε πολλά έτοιμα έργα. Σκέφτεστε να προχωρήσετε στην έκδοσή τους;

Όπως λέτε έχω αρκετά έργα ανέκδοτα και ο λόγος που δεν τα έχω εκδώσει ακόμη είναι πως πάνω σ’ αυτό το αμόνι που χτυπώ καθημερινώς τις λέξεις μου, πρέπει ακόμη να τις λειάνω, να τις καλλωπίσω. Νομίζω πως με τα χρόνια σε ό,τι κι αν καταπιαστεί κανείς αποκτά περισσότερες γνώσεις και πείρα και είναι ο πρώτος κριτής για το έργο του. Το αφήνει πρώτα και ωριμάζει λίγο και το ξαναβλέπει. Αυτό το διάστημα είχα να τελειώσω κι ένα μεγάλο έργο που μου πείρε χρόνια. Γενικά ό,τι κι αν γράψω το βλέπω πολλές φορές. Μπορεί να χρειαστεί να προσθέσω ή να αφαιρέσω κάτι. Δεν σου επιτρέπεται μετά από τόσα που έχεις γράψει να κάνεις λάθη. Αυτό είναι το ένα και το άλλο, όταν σου έρχεται μια καινούρια έμπνευση, αφήνεις τα παλιά και συνεχίζεις με καινούρια, ή κάνεις κάποιες σημειώσεις. Οι λέξεις γεννούν λέξεις, οι ιστορίες άλλες ιστορίες. Όταν κάτι σε καλεί εκείνη τη στιγμή, δεν το αφήνεις. Τα ερεθίσματα έρχονται σε ανύποπτο χρόνο. Επίσης οι ηθογραφίες, που ως επί το πλείστον καταπιάνομαι, έχουν περισσότερη δουλειά και μελέτη ως προς τη χρήση της τοπικής διαλέκτου και περισσότερη έρευνα.

Ανεξάρτητα με το τι γράφω και χαίρομαι πολύ και το ζω εκείνη την ώρα που το καταγράφω, μεγάλη χαρά και ικανοποίηση νιώθω, όταν τα μοιράζομαι με τον κόσμο και άλλη τόση, όταν βλέπω την ανταπόκρισή του. Γιαυτό σκοπεύω να προχωρήσω σε νέες εκδόσεις. Αυτό άλλωστε είναι και μια ηθική ανταμοιβή για τον λογοτέχνη.

Πόσο και πώς επηρεάστηκαν οι καλλιτέχνες δημιουργοί στα χρόνια του covid 19; Υπήρξαν ερεθίσματα και έμπνευση, ως απόρροια των κοινωνικών περιορισμών;

Σίγουρα η κάθε εποχή αφήνει το στίγμα της. Αφήνει τ’ αποτυπώματά της. Ο λογοτέχνης εισπράττει πολλά ερεθίσματα στην κοινωνία που ζει, με όλες τις ανατροπές, και όλα όσα βιώνει. Με άλλα λόγια, συσσωρεύει σπόρους, και είτε τους φυτεύει την ίδια στιγμή στη γόνιμη γη των συναισθημάτων του, είτε τους φυλάσσει για μετά. Τίποτα δεν μπορεί να μείνει αδιάφορο στο νου και τη συνείδησή του. Ούτε μπορεί να κλείσει τ’ αυτιά και να μην ακούσει τις φωνές γύρω του, τις αγωνίες, τις προσδοκίες και να μην γίνει κι αυτός η φωνή που θα πει σε απροσδιόριστο χρόνο τι έγινε, ας πούμε για αυτή την εποχή της πανδημίας, και να καταγράψει κοινωνικά φαινόμενα. Κι αν δεν τα γράψει τη δεδομένη στιγμή, μπορεί αργότερα να γίνει η αφετηρία ενός διηγήματος ή μυθιστορήματός του, καθώς περνούν τα χρόνια και οι εξελίξεις τρέχουν κι όλα μεταβάλλονται. Για να γράψουμε ξεκινούμε πάντα από ένα επηρεασμό. Από κάτι που μας συγκλονίζει. Κι αν ανατρέξουμε στην ιστορία της λογοτεχνίας, πολλοί λογοτέχνες εκφράστηκαν κάτω από καταστάσεις της εποχής τους.

Τί νέα δημιουργία να περιμένουμε από εσάς στο επόμενο διάστημα;

Αυτό το διάστημα επεξεργάζομαι και ετοιμάζω για έκδοση μια συλλογή 22 διηγημάτων στην ντοπιολαλιά, βασισμένα σε αληθινά γεγονότα του περασμένου αιώνα, ιστορίες ζωής μιας άλλης εποχής, όπου βέβαια δε λείπει το λαογραφικό και ηθογραφικό στοιχείο.

Σας ευχαριστούμε για την κουβέντα μας και σας ευχόμαστε άφθονη δημιουργία που την χρειάζεται ο τόπος μας και καλή επιτυχία στα σχέδιά σας.

Βαγγελιώ Καρακατσάνη

Δεν έχω ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή μου / κι ούτε σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας...
Αναγνώσεις:88