Χρόνος ανάγνωσης περίπου:2 λεπτά

Η παραπόνεση | του Νίκου Λουκαδάκη



…Είδα τον μέγα Κόρακα, τον γέρο-Ψηλορείτη…

Σίμωσε γιε μου πια κοντά να σου ξεφανερώσω
τ’ όνειρο τ’ οψαργαδινό, μπέλι και ξαλαφρώσω…
…Ήμουνε λέει μοναχός στ’ αόρι ξωμονάρης,
άγριος ήτον’ ο καιρός, κρυγιός κι ανεβροχάρης.
Σ’ ένα μιτάτο βρέθηκα, τρανό, καλοσασμένο
που το ‘χανε μ’ ασήκωτες πλακούρες στεγιασμένο
κι ως ήνοιξα την πόρτα ντου, την καλοκαρφωμένη
θωρώ παρέα διαλεχτή, ‘μορφομπεγεντισμένη.
Άντρες, ανήμερα θεριά, σε τάβλα τρωγοπίναν,
αδερφικά, χίλιες ευχές, ο γεις τ’ αλλού εδίναν
κι ήταν ζωσμένοι ‘πό κορφής με την αρματωσά ντως,
πιτήδειες οι κουβέντες τος, πιτήδεια η φορεσά ντως.
Τση λευτεριάς πρωτότοκοι, πολέμαρχοι μεγάλοι
κι ως του ‘πρεπε καθότανε στση τάβλας το κεφάλι,
των Σφακιανών το καύχημα, ο Δάσκαλος ο Γιάννης,
ξαθέρι για τσοι Κρητικούς, για την Τουρκιά χεϊτάνης.
Πια δίπλα ντου ο Λόγιος, τ’ Αι-Θωμιανό λιοντάρι
που γενιτσάρων κεφαλές, μπόλικες είχε πάρει.
Ο Ξωπατέρας πλάι ντου μπαρουτοκαπνισμένος,
από τη χέρα του Θεού δαφνοστεφανωμένος.
Σιμά, Λεράτος και Φραγκιάς που στέναν τσι μπροσκάδες
και τ’ όνομά ντως τρέμανε μπέηδες και αγάδες.
Εκειά ‘τονε κι ο Μαστραχάς, του Ρούβα ο καβαλάρης
που στου πολέμου τη φωθιά πάντα ‘μπαινε μπροστάρης.
Είδα Ξετρύπη δίπλα ντως, Νιώτη, Σμπωκοβασίλη
τσ’ Ανωγειανούς που ενάφτανε τσ’ ελπίδας το καντήλι.
Είδα μαζί ντως τον αητό, τον Γιάννη τον Παλμέτη
απου ‘καμε το σώμα ντου στη λευτεριά ραέτι.
Είδα τον μέγα Κόρακα, τον γέρο-Ψηλορείτη
που δίχως του δε θα ‘τονε λευτερωμένη η Κρήτη.

***
Έκεια που τρωγοπίνανε ξάφνου ενελωθήκαν,
ορθοί ανεσηκώθηκαν και σφιχτοαγκαλιαστήκαν.
Ριζίτικο ντακάρανε του παραπονεμάτου
κι απ’ τα θεμέλια σείστηκαν οι πέτρες του μιτάτου.
Στα παλαιινά ντως βάσανα το νου κλωθογυρίζαν,
στενάζαν και παραχωστά τα μάθια ντος σφουγγίζαν.

***
Απείς ‘ποτραγουδήξανε και τα ποτήρια πιάσαν
παίρνει το λόγο ο Κόρακας κι όλοι ντως εσωπάσαν:
«Αδέρφια μου πως ρέγομαι την καλοσυντροφιά σας,
την παλικαροσύνη σας και τη ‘μορφοπρεπειά σας.
Ήφαγα, ετραγούδηξα κι ήπια με την ψυχή μου,
μα ‘δα γροικάτε να σας πω την παραπόνεσή μου.
Το αίμα μας ξοδιάσαμε για τούτονε τον τόπο,
παρηγοριά εδώκαμε κι ελπίδες των αθρώπω
κι αν τση σκλαβιάς εσπάσαμε τ’ ατσάλινα κερκέλια,
όλοι μασε λησμόνησαν, γερόντοι και κοπέλια.
Σαν να μην εσηκώσαμε τη λευτεριά στσι πλάτες
σαν να μην πορπατήξαμε στου θάνατου τσι στράτες.
Κιανείς δεν τα δηγάται μπλιο όσα ‘χομε καωμένα,
χαράμι οι θυσίες μας κι ό, τι ‘χομε σερμένα».
Γύρισε τότε ο Κόρακας, αγριοκοίταξέ με
κι η στέγη εσοθρούλισε και καταπλάκωσέ με.
Ετότεσας πετάχτηκα στο μεταξύπνημα μου
και ποταμός τα δάκρυα, τρέχαν στα μάγουλά μου.
Όφου υγιέ μου, ίντα ντροπή!

Λουκαδάκης Νίκος
«Ο Δαφνιανός»


Ο Νίκος Λουκαδάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1973. Μεγάλωσε σε μια εποχή και σε ένα περιβάλλον που του επέτρεψε να αγαπήσει τα βιβλία, τη γνώση και το απαύγασμα της ανθρώπινης τέχνης, την ποίηση. Εργάζεται σε μεγάλη βιομηχανία της Κρήτης και είναι παντρεμένος με δύο παιδιά. Αρθρογραφεί σε εβδομαδιαία βάση στην τοπική εφημερίδα της Κρήτης «Αντίλαλος», για την λαογραφία, τη γλώσσα και την ιστορία μας.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:103