Χρόνος ανάγνωσης περίπου:13 λεπτά

Άιντε δε σ’ αρνιού-, σ’ αρνιούμαι χαλασιά μου (2ο μέρος) | της Χαρούλας Βερίγου




[Συνέχεια από το πρώτο μέρος]

Στο χρόνο απάνω, παρακινημένος απ’ τον Κούβαρη, της είχε γυρέψει γάμο, θα την ήφερνε νύφη στον Τσαμαντά, είπε να μιλήσει στη μάνα και στην αδερφή της, αν τό ’θελαν έρχονταν κι εκείνες μαζί, κάπως θα ’βρισκαν τρόπο να πορεύονταν, θα μεγάλωνε και το κούτσικο σε οικογένεια, καλύτερα τ’ ορφανό, «κι εγώ βλάμης» , είχε πει ο Κούβαρης κι έδωκαν τα χέρια. Κείνη τη φορά όμως, του είχε φανεί κάπως αλλιώτικη, σάματις χλομή, κακοδιάθετη, λίγο αδυνατισμένη, μα και πάλε, δεν έβαλε κακό στο μυαλό. Έρθε πίσω καταχαρούμενος, ζήτησε την ευκή απ’ τον πατέρα, ναι είπε και η βάβω Ρίνα, έβαλε μπροστά σκέδια για καινούργια ζωή ο Γιώτης.

Απ’ τη χαρά του μαναχός τραγούδαε, μαναχός χόρευε. Έτσι γένεται όποιος κοζιάρει. Κι όλο απέταε το ντέφι ψηλά, ζύγιαζε τα χέρια φτερούγες στο βουνίσιο αγέρα, έγερνε κατά πίσω το κεφάλι, μετά τ’ άρπαζε γρήγορα με ορμή, τό ’φερνε γύρα απ’ το κορμί του τρέμοντας, κι έλεγες πως έκλαιγε αυτό, το ντέφι, πώς τό ’κανε εμείς δεν ξέραμαν, αυτός όμως το γρώνιζε…

Πού πας περδικομάτα μου, μωρέ,
τώρα το μεσημέρι
Θα σε λερώσει ο κουρνιαχτός,
μωρέ, θα σε μαυρίσει ο ήλιος
Κι αν με λερώσει ο κουρνιαχτός, μωρέ,
κι αν με μαυρίσει ο ήλιος
Θα βρω νερό για να λουστώ, μωρέ,
πέρα στην κρύα βρύση
Στα φουντωτά κλωνάρια μου, μωρέ,
να ξαποστάσεις έλα
Κι όταν θα πέσει το δροσιό, μωρέ,
τότε αν θέλεις φεύγα
Δε φεύγω εγώ πουλάκι μου, μωρέ,
δε φεύγω μακριά σου
Εδώ θα φτιάξω τη φωλιά, μωρέ,
να κελαηδώ κοντά σου.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1914, η βάβω Ρίνα είχε ανάψει τον φούρο στο κατώι. Πυρωμένη και η γάστρα να ψήσει το κρέας. Η ζύμη σκεπασμένη με το μαλλινοσέντονο στη σκάφη, δεν έπαιρνε να φουσκώσει όπως άλλες φορές. Είχε κρύγιο, πολύ. Θά ’ρχονταν η Λένη, να πλάσουν οι δυο τα ψωμιά, κατόπιν θά ’φτιαναν και τις πίτες με το μπομποτίσιο. Ο Γιώρης με την πατατούκα στο παραγώνι σύμπαινε τα κούτσουρα στη στια. Ούι, τού πετάζονταν οι σπίθες ψηλά, «οχτροί, αρρώστια, κακό νταλαλάκι, ούι, όξω το κακό όποιο κι αν είναιτο, μακριγιά κι αλάργα» , έριξε ένα κλαδί δάφνη, «ξορκισμένο να ’ναι» , μονολόγησε. Ο Μίχος κι ο Γιώτης περαίτευαν τα ζωντανά, κάποια γένναγαν, είχαν ανάγκη τα μαύρα.

Σουρούπωνε όταν φανερώθηκε στην πόρτα κείνος ο καλαντζής απ’ το Μπαμπούρι, ο Κούβαρης. Έπιε ένα τσίπουρο, έρθε ο Γιώτης τα κάμανε δυο, κι ύστερα τρίγια, μα κουβέντα δεν μολόγαγε, δεν τού ’βγαινε η λαλιά. Φαίνονταν βαριοκαρδισμένος, δεν ήξερε πως ν’ αρχέψει την κουβέντα. Απ’ τα πολλά ήβρε τρόπο, ζμπόρισαν γι’ άλλα κι άλλα, κι έπειτα είπε πως είχε μάθει στον Παρακάλαμο, από κάποιους άλλους καλαντζήδες τα κακά χαμπέρια, ούι, τ’ άλαλα και τα μπάλαλα.

Κοντολογίς, είχε βρουν την αδερφή της Πανάγιως, με τ’ εκείνο το κούτσικο στην αγκαλιά της, σιάδη στην αυλή τσ’ εκκλησιάς, στο μαναστήρι των Αξιαρχών. Τα στόματα και των δυονών έχασκαν, αυτό το μαυρότυχο είχε πλαντάξει στο αίμα κι αυτή λιωμένη, δεν τής είχε μείκει σάρκα για σάρκα ψηλά στο κορμί, το ’σφιγγε ακόμη στον κόρφο η μαυρονιά η αχάρητη. Η δόλια η μάνα άνοιξε το λάκκο και παράχωσε την θυγατέρα και τ’ αγγόνι της μαζί, κι όχι στο κοιμητήρι μα πέρα στο λόγγο κατά το ρέμα. Οι άνθρωποι στη ρούγα είχαν καιρό που την σκιάζονταν, χρυσό μήλο δεν έπαιρναν απ’ το χέρι της, τόσος φόβος. Ως τις είκοσι του Δεκέμβρη είχε πάει και η μάνα σε χειρότερο χάλι.

«Για την Πανάγιω μω φούλη, έμαθες τίποτις;» , με αγωνία είχε ρωτήσει ο Γιώτης μα δεν πήρε απόκριση. Μήτε άκουσε τι τον ορμήνεψαν οι γονέοι, μήτε έκαμε δεύτερη σκέψη. Σέλωσε τ’ άλογο, ρίχτηκε από τη ράχη στα περάσματα όπως ήξερε, κίνησε μες τη νύχτα κι έκανε ένα κρύγιο διαολεμένο, ούι σε περόνιαζε ως το κόκκαλο.

Την πρόλαβε την άλλη μέρα, βασιλέματα ήλιου, στη δύση της δικής της ψυχής, ζωντανή, μα κέρινη, δεν είχε απαντοχή, μάγουλα και μάτια βουλιαγμένα, κι όλο έβηχε, έβηχε, την έπνιγε αυτός ο πλάνταμος στο γκιόξι, έφτιε αίμα η μαύρη, η δολιοκόπελη, την είχε θερίσει κι αυτή το χτικιό ολομόναχη κι αβοήθητη. Παρά τη θερμασιά που την έκαιε, τον γρώνισε, κατάπιε τα μουγκρητά του πόνου, ανακάθισε στο σάισμα, τράβησε τη βελέντζα, έριξε τον πλάτη στα μαξιλάρια να μπορέσει να στηρίξει το κορμί πό ’δινε μάχη να μη λυγίσει, ζορίστηκε, την έπιακε βήχας και ρίγος, πετάχτηκαν οι φλέβες στο λαιμό, γιόμισαν τα άδολα μάτια της ποτάμια. Δεν ζήταε βοήθεια, μήτε σωτηρία, να φύγει μακριά της ζήταε, να σωθεί αυτός από την αρρώστια, μα δεν έφυγε, δεν μπόρεσε να την αφήκει έρμη τις τελευταίες στιγμές, δεν το βάσταε η καρδιά του. Κράτησε μια νύχτα όλη κι όλη, κείνη τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, την κράταε αγκαλιά, έξω τα νυχτοπούλια κάτι καταλάβαιναν και τα σκυλιά κάπου παραπέρα στον άλλο μαχαλά αλύχταγαν. Την είδε που ταράχτηκε, την κράτησε πιο σφιχτά, μπορεί να σκίζονταν η καρδιά του, μα αλλιώς θέλησε να την αποχαιρετήσει για κείνο το μακρινό ταξίδι που καθένας παγαίνει ασυντρόφιαστος:

Σκίζω ρι-, μωρή Πανάγιω, σκίζω ρίζω το λεμόνι
άιντε σκίζω ρίζω το λεμόνι, βρίσκω τη Πανάγιω μέσα.
Άιντε βρίσκω τη Πανάγιω μέσα πό ’πλεκε χρυσό γαϊτάνι
πό ’πλεκε χρυσό γαϊτάνι πάει για τη Δερβιτσάνη.
Ωρέ γεια σ’ Πανάγιω μ’ μια, γεια σ’ Πανάγιω μ’ δυο,
γεια σ’ Πανάγιω μ’ τρεις, κι αν θα παντρευτείς
κι αν θα παντρευτείς τι καλό θα δεις;
Θ’ αγκαλιάσεις, θα φιλήσεις και θα βαρεθείς.

Αγέρας σηκώθηκε, άνοιξε το παραθύρι, μπήκαν μέσα τρεις πεταλούδες, έκαναν ένα γύρο την κάμαρη, έφυγαν τέσσερις…

Στη ρούγα έπεφταν απαλά οι πρώτες παπλαμούδες, κι η πάχνη στα κεραμίδια που δε γνώριζε γιατί ήταν εκείνο το χάραμα τόσο μα τόσο θλιβερό, έδωσε μια και σκόρπισε κρουσταλλιασμένη.

«Ωρέ αφέντη θάνατε…» , παραδέχτηκε νικημένος κι ύστερα «αχ τι να τον κάνω τον ντουνιά, άχ τον έρημο τον κόσμο…» , την ασπάστηκε νεκρή κι αστόλιστη την αυγή και όχι νύφη…

Απόγιορτα, γύρισε στον Τσαμαντά, κατάκοπος, ανταριασμένος, όλο χολή. Δεν του πήραν πολλές κουβέντες. Έμεικε σ’ ένα καλύβι πλάι στο γρέκι από έγνοια μην τους κολλήσει την παλιαρρώστια, τό ’ρχονταν κρίμα να τους πάρει στο λαιμό του. Από μακριά τους ζήτησε να τ’ αφήκουν το ψωμί και να μην τον ζυγώσουν, αν έζηγε θα τα κατάφερνε μαναχός, ήξερε να περαιτευτεί, δεν είχε ανάγκη.

Διάβηκαν οι μέρες, κι οι νύχτες, την έκλαψε. Φλεβάρης, είχε ανθίσουν οι αμυγδαλιές, μύτη δεν τού ’σταξε, οριό δεν τον έπιακε, «γερός είμαι» , είπε μέσα του, κατέβηκε στο χωριό, έσμιξε κόσμο, έμαθε νέα.

«Αφού δεν χάθηκα από την αρρώστια, ας πάω κιντυνεμένος στη μάχη, δεν είναιτη ζωή χωρίς την Πανάγιω» , αυτό σκέπτονταν πάνω στην πίκρα του κι έτσι πήρε την απόφαση, είχε πάει εθελοντής στην Κορυτσά, καένας δεν του το ζήτησε, γύρευε τρόπο να κονταροχτυπηθεί με τον άτιμο το Χάρο. Είχε σταθεί τυχερός, γλίτωσε.

Όταν έρθε πάλε πίσω και τον είδαν ζωντανό, Πασχαλιά, 6 Απρίλη του 1914 ήταν που φανερώθηκε, ωρέ και τι χαρά έκαμαν, και για πότε έστησαν τραπέζι όξω κάτω απ’ τον τσέρο, έπιαν κι έφαγαν όλοι μαζί. Ο Μίχος του ήφερε το ντέφι κάποια στιγμή, τού ’γνεψε με τα μάτια. Το κοίταζε, έλεγαν δεν θα τ’ άγγιζε, μα γελάστηκαν…

Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος πάει να βρει βιολιά
για να βγει να τραγουδήσει στη φτωχολογιά.
Φάτε πιέτε και γλεντάτε όλοι βρε παιδιά
όποιος πάει στον κάτω κόσμο δεν ξαναγυρνά.
Ψεύτικη είναι η ζωή μας πως να σας το ειπώ
ένα πρωί και μεσημέρι κι ένα δειλινό.
Φάτε πιέτε και γλεντάτε όλοι βρε παιδιά
όποιος πάει στον κάτω κόσμο δεν ξαναγυρνά.

Την άλλη μέρα αχάραγα πήγε στο ποτάμι, πλύθηκε, φόρεσε καινούργια μπουραζάνα, ποκάμισο μπούτσιρο, ζήτησε να του φέρουν το μαχαλοσάκι πό ’χε κρεμασμένο σ’ ένα κλιτσινάρι στο κατώι. Ξύπνησαν όλοι, κατάλαβαν, αγκαλιάστηκαν, γραπώθηκαν από τους πλάτες, έτρεμαν σύγκορμοι, είπαν δυο λόγια να τ’ αλλάξουν γνώμη, δεν έπιασαν τόπο, έκλαψαν κάμποσο κι αφού στέρεψε ο πόνος στα μάτια σφούγγισαν με τα χέρια τα ματοτσίνορα, χωρίστηκαν. Έτσι αποχαιρέτησε πατρικό, γονικά, τον αδερφό, παιδιά και κοπέλες, μπαρμπάδες και θειάκες, κείνος που τον ήλεγαν Γιώτη. Τα είχε ζυγίσει καθώς φαίνονταν, όσο έζηγε, θά ’ζηγε μαναχός, δίχως σπίτι, δίχως γνώμη ποτέ πια για γάμο, όπου νύχτωνε κι όπως ξημέρωνε. Mε τους λύκους; Με τους λύκους. Mε τα πουλιά; Με τα πουλιά. Με τους ανθρώπους; Mε τους ανθρώπους, με το μαχαλοσάκι στον πλάτη και το ντέφι στον ντρουβά, να το ’χει παρηγόρια στα δύσκολα.

«Έκα Γιώτη, στάσου παιδάκι, χλωροσιά τση μάνας, πούθε κινάς λεβέντη μου» , είχε ρωτήσει δακρυσμένη η Ρίνα κι ο καημός την έκανε να τραμπαλίζεται αποκαμωμένη. Ήγλεπε την πίκρα στο γλέμμα του. Έτσι σιαλαϊσμένη πιάστηκε από την ανθισμένη κρασομηλιά. Τούτη η πίκρα του μισεμού της έκοβε τα γόνατα.

Στάθηκε, την αφουγκράστηκε να βαριανασαίνει. Κι η δική του καρδιά είχε σφιχτεί, πέτρα. Ένας κόμπος είχ’ ανέβει στο λαιμό, τον έπνιγε. Ό,τι ήταν η ζωή του μέχρι τότε χώρεσε σε μια στιγμή. Το κοπάδι του Μίχου τον περικύκλωσε. Τα σκυλιά γάβγισαν κάπως αλαφιασμένα. Μια αλλόκοτη βουή έφτανε στ’ αυτιά του, πότε τραγούδι, πότε μοιρολόι. Σάστισε, για λίγο μόνο. Άπλωσε το χέρι έκοψε ένα κλαδάκι απ’ τ’ ανθισμένο δέντρο, τό ’φερε στη μύτη, άνοιξε τα ρουθούνια, ρούφηξε την μυρωδιά ως την ψυχή, κάπου μέσα του φανερώθηκε η εικόνα της Πανάγιως ζωντανή, κράτησε τον αναστεναγμό, δάγκωσε τα χείλη, μάτωσαν…

«Σιακάτου μάνα, κατά την Πελοπόννησο, σιακάτου πααίνω, έχω μέρες μπροστά, μη σκιάζεσαι καρτερεί η ζωή, έχε γεια…» , σπιρούνισε τ’ άλογο, κι όχι μόνο δεν έριξε ένα γλέμμα πίσω του, μα και δεν ξαναγύρισε ποτέ…

«Να σε θέλει η ζωή» , τον ευχήθηκε η Ρίνα, μα σαν τον έχασε απ’ τα μάτια της, δεν ήγλεπε, δεν άκουε, δεν οσφραίνονταν ντότι. Είχε μείκει με την πνοή απ’ την ανάσα του καρφωμένη στο μεσόφρυδο. Τράνταξαν τα σωθικά της, σπάραξε. Μαραγκιασμένη διπλώθηκε στα δυο, γούριαξε, φωνή ως την τσούκα της Μουργκάνας, ως τα σωθικά τ’ ουρανού που βλέπει κρίμα κι άδικο και βρέχει, κοπελίτσα μου γραμμένη και ζωγραφιστή…

Από καθαρή αμηχανία και μόνο, η Χαρούλα, την Πρωτοχρονιά του 1984, νύφη στους Φιλιάτες, καθισμένη στην πράσινη φλοκάτη στο τζάκι έφερε το χέρι στο αριστερό αυτί και άγγιξε εκείνη την κρυφή ελιά που ήξερε πως είχε κληρονομιά από τον παππού της το Σιγανομανώλη, σαμιά την λένε στην Κρήτη. Αυτή ήταν και η αφορμή, μια ελιά, ίσως και τα σγουρά της μαλλιά. Μετά τα ούι και ούι που ακούστηκαν σε ένδειξη απορίας, αφού είδαν και ψηλάφησαν το σημάδι μα φανερή αναστάτωση, έφτυσαν στον κόρφο, έριξαν τα κάρβουνα στο ποτήρι και τ’ αλάτι στη φωτιά, τη μέτρησαν με τον πλάστη στην πλάτη σταυρωτά, είπαν και κάτι λόγια να ξορκίσουν το κακό, η θειάκω Αντρίγιοβα πρώτη άνοιξε το συρτάρι της θύμησής και ξέθαψε την ιστορία του Γιώτη Μπάντιου απ’ τη σκόνη του καιρού και την αθάλη του χρόνου. Ό, τι ξέχναγε εκείνη, το συμπλήρωναν η Φωτοτζίγκοβα του Τσιάκου απ’ το Περδικάρι, η Γιώργαινα του Βασίλη Τζίγκου, η Μίγια του Κωτσιατσιάβου, κι όπου άφηναν την κουβέντα στη μέση, στην άκρη, δεν έχει σημασία, την έπιαναν η Φωτομπάντιοβα, η Τσιάβω του Φωτοράπτη, η Αθηνά του Παπανίκα, ο Φωτοτζίγκος. Όταν όμως έμπαινε στην κουβέντα ο πεθερός της Χαρούλας, σώπαιναν. Τον άφηναν με σεβασμό να συμπληρώσει τις λεπτομέρειες, να γυρίσει πίσω την κουβέντα να διορθώσει όσα είχαν ειπωθεί, «εσύ Γιώρη, εσύ που τον είχες πρωτομπάρμπα, γρωνίζεις σωστότερα από τ’ εμάς» παραδεχόταν πως μόνο αυτός ο Γιώρη Μπάντιος, γιός τ’ αδερφού τού Γιώτη, του Μίχου, αυτός μπορούσε να γνωρίζει κι όχι μόνο καλύτερα από όλους, μα κι από κοντά, αφού ήταν ο μόνος τον είχε γυρέψει και συναντήσει στα Ολύμπια, προτού ξεσπάσει ο πόλεμος του σαράντα, είχε προλάβει μάλιστα και τον είχε διδάξει την τέχνη του κασσιτερωτή.

«Είχε χαρεί ο δόλιος π’ ανταμώσαμαν. Σ’ ένα πλουσιόσπιτο κοντά στον αρχαίο τόπο με τις κολώνες, κάποιοι νοικοκυραίοι τού ’χαν παραχωρήσει ένα δωματιάκι στο κατώι, είχε βάλει και μια κρασομηλιά στην πόρτα, την είχε δω ανθισμένη, τι θάμα, πώς γέμιζαν μυρωδιά τα πλεμόνια. Βράζαμαν τα λουλούδια, τα κάναμαν τσιάι πίναμαν μια τσιάφκα το πουρνό. Μετά τό ’ρινε στο τσίπουρο, πολύ έπινε και κάπνιζε σάματις φουγάρο. Από φαγί έτρωε λίγο, τραγούδαγε ολημερίς, αδύνατος σουβλί παλικάρι, καλή καρδιά ο μαύρος. Εκείγια μό ’μαθε κι εμένα την τέχνη του καλαντζή, αυτός μ’ έμπασε και στο χορό σ’ ένα πανηγύρι, κι όσα λεφτά είχε στην τσέπη δεν τα λογάριασε ντότι, τά ’χε ρίξει όλα στα όργανα, από τη χαρά του που με καμάρωσε, παιδί τ’ αδερφού του ωρέ, έμεικε πανί με πανί, όξω οι τσέπες απ’ τη μπουραζάνα, η μια τρύπια, απέταε το ντέφι ψηλά, έφερνε γύρα απ’ τον εαυτό του, γέλαγε. Είχα μείκει μαζί του έξι μήνες, καταλάβαινα πως δεν ήταντος καλά, όλο τον σούβλιζε η καρδιά, έσφιγγε τα δόντια, δάγκωνε τα χείλη, δεν το μολόγαγε. Μ’ ένα κρασόμηλο ωρέ, μ΄ένα δοράκινο μισοφαγωμένο στο χέρι και το ντέφι στα γόνατα τον είχε ξετρυπώσει μεσάνυχτα ο αφέντης θάνατος, ώρα που πιάνονταν τ’ άστρα στο χορό, εκείγια κάτου στην Πελοπόννησο…» , ο Γιώρη Μπάντιος ως το βασίλεμα της δικής του ζωής, έτσι θυμόταν τον Γιώτη όταν άνοιγε το αλφαβητάρι της μνήμης.

Και μάζευε τα λόγια η Χαρούλα, χρόνια, μόνο μάζευε, λέξεις που δεν ήξερε, ιστορίες που δεν είχε ποτέ φανταστεί, -αυτή του Γιώτη την είχε ακούσει πολλές φορές- , μάζευε χωρίς να ρωτάει, μάζευε στιγμές…

Έτσι έγιναν οι στιγμές ολάκερη ζωή, σταγόνα – σταγόνα, στις χούφτες τις μάζεψε, άπραγη στην αρχή και με πολλές επιζήμιες σκέψεις, με την αλισάχνη να χτενίζει τα βλέφαρα, μα πάντα προσηλωμένη στην αγάπη. Ήταν που έδινε σημασία στα σημάδια, που δεν τ’ άφηνε να γίνουν σημεία και τέρατα, που είχε μάθει να διεκδικεί την ευχή και όχι την κατάρα, που δεν είχε αποχαιρετήσει ποτέ το παιδί μέσα της, που είχε υπομονή και ήξερε ν’ ακούει με τις ώρες, που ήταν κι αυτή κάπως πειραγμένη, γιατί πίστευε σε χειραψίες με στοιχειά κι αερικά, που άνοιγε το σημειωματάριο του έρωτα για να μην πιάσει μούχλα και λερωθεί το αύριο…

«Αύριο, παλιές συλλαβές καινούργια ανάγνωση» , ψιθύρισε, η Χαρούλα μια νύχτα που το φεγγάρι είχε χαμηλώσει για να φέγγει η μοναξιά, Μάρτη μήνα στα Γουβιά στην Κέρκυρα με θέα τα χιονισμένα Ηπειρώτικα βουνά και μια έγνοια…

Σιωπηλά μέσα της, μια φωνή ρωτούσε «Καίκνως; Ώβυς;»

«Καίκνως Χαρούλα…», ακούστηκε μες τη σιγαλιά, κι ύστερα, όταν έπιασε τον κοντυλοφόρο κι άρχισε να μουτζουρώνει το λευκό χαρτί, με παράπονο, «Ζωή μου…»

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης

Χαρούλα Βερίγου
Κέρκυρα 20 Μάρτη του 2022

Από το υπό έκδοση βιβλίο
Παπλαμούδες να πέφτουν οι λέξεις
Καίκνως – Ώβυς


Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου

Η Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου, (λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου) γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962. Μεγάλωσε στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Κέρκυρας. Εργάστηκε στον Ξενοδοχειακό Τομέα, καθώς και στις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης ως Διοικητικός Υπάλληλος. Την γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Πιστεύει στην αγάπη. Συνεργάζεται με τα Διαδικτυακά Περιοδικά, Σβούρα-αρτ, Ποιείν, Fractal, Ατέχνως κ.α. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί από τους: Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργη Κοντογιάννη, Ανδρέα Ζιάκα, Γιάννη Νικολάου, Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και Θοδωρή Καστρινό.

Η μέχρι τώρα εργογραφία της περιλαμβάνει τα βιβλία:

– Αύριο, μια ελιά η μέσα πατρίδα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2023, Αθήνα
– Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών, Αφήγημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2021, Αθήνα
– Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2020, Αθήνα
– Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2019, Αθήνα
– Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα
– Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2018, Αθήνα
– Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2017, Αθήνα
– Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Ιούνιος 2015, Αθήνα
– Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
Συμμετοχές σε συλλογικά έργα
– Γράμματα της ποίησης, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: Ατέχνως, 2020, Αθήνα
– Μονόλογοι, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: το βιβλίο, 2017, Αθήνα
– Λογοτεχνικά Μονοπάτια, Εκδόσεις: Όστρια, 2022, Αθήνα
– Λογοτεχνικό Ολόγραμμα 1, Έκδοση της Εταιρείας Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού, Τυπογραφείο Γιώργου Κωστόπουλου, Δεκέμβριος 2022, Αθήνα

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:625