Χρόνος ανάγνωσης περίπου:16 λεπτά

Χριστούγεννα αλά Ελληνικά! | της Πηνελόπης Κολοβού



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Το Χριστόψωμο

Τα Χριστούγεννα είναι μια από τις μεγαλύτερες θρησκευτικές εορτές των Ελλήνων. Η ευχή «Καλές γιορτές» είναι από τις πιο χαρακτηριστικές κατά την περίοδο πριν και μετά τα Χριστούγεννα, μέχρι τα Θεοφάνια ή Φώτα στις 6 Ιανουαρίου (Δωδεκαήμερο).

Χριστόψωμο ή Χριστοκουλούρα

Το χριστόψωμο είναι το ψωμί που φτιάχνουν οι γυναίκες, με ιδιαίτερη φροντίδα και υπομονή, τις παραμονές των Χριστουγέννων, ειδικά για τη μεγάλη αυτή γιορτή. Η προετοιμασία του είναι μία πολύ σημαντική διαδικασία. Χρησιμοποιούνται ακριβά υλικά, ενώ κατά το ζύμωμα οι γυναίκες τραγουδούν:

«Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει (=γίνει)».

Αρχικά παίρνουν τη μισή από τη ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα (δαχτυλίδι). Με την υπόλοιπη μισή ζύμη φτιάχνουν έναν σταυρό. Στο κέντρο του σταυρού βάζουν ένα ολόκληρο καρύδι ή ένα αβγό, τα οποία συμβολίζουν τη γονιμότητα.

Η μόνη διαφορά με τα συνηθισμένα ψωμιά είναι τα στολίδια, τα οποία συμβολίζουν τα όνειρα των Ελλήνων αγροτών. Για παράδειγμα, ένα κεφαλαίο Β συμβολίζει τα γεωργικά εργαλεία. Στο άλλο μισό της επιφάνειας του χριστόψωμου υπάρχει το όνειρο για το ερχόμενο καλοκαίρι. Πολλές φορές φαίνεται και το σπίτι στο οποίο εύχονται να έρθει η ευτυχία την επόμενη χρονιά. Κάτι τέτοιο ακούμε και στα κάλαντα:

«Σ’ αυτό το σπίτι που ήρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρονιά να ζήσει!»

Την ημέρα των Χριστουγέννων, κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού, ο νοικοκύρης του σπιτιού παίρνει το χριστόψωμο, το σταυρώνει, το κόβει και το μοιράζει σε όλη την οικογένειά του και σε όσους βρίσκονται στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Πολλοί παρομοιάζουν τη διαδικασία αυτή με το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.

Το έθιμο του χριστόψωμου διατηρείται σήμερα σε ελάχιστα μέρη της Ελλάδας και κυρίως στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Αποτελεί ένα έθιμο καθαρά χριστιανικό.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης θεωρείται ο πατέρας του νεοελληνικού διηγήματος. Το Χριστόψωμο, γραμμένο το 1887, ανήκει στη συλλογή Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα.

Πηνελόπη Κολοβού



Ο Παπαδιαμάντης, του Νίκου Εγγονόπουλου, 1953

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Το Χριστόψωμο (Πρωτότυπο διήγημα)

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

(Εφ. «Εφημερίς», 26 του Δεκέμβρη 1887).


Το Χριστόψωμο | του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
(διασκευή στη δημοτική – επιμέλεια: Πηνελόπη Κολοβού)

Ανάμεσα στα λαϊκά στερεότυπα που θα μπορούν να εκμεταλλευτούν οι μελλοντικοί συγγραφείς διηγημάτων, ξεχωριστή θέση έχει η κακιά πεθερά, όπως και η κακιά μητριά. Με την κακιά μητριά θα ασχοληθώ άλλη φορά. Σήμερα θα μιλήσουμε για μια κακιά πεθερά.

Έπρεπε να κατηγορούν τη νεαρή Διαλεχτή, την κόρη του μπαρμπα-Μανόλη από την Κασσάνδρα (είχε μεταναστεύσει κατά την Ελληνική Επανάσταση σε ένα από τα νησιά του Αιγαίου), επειδή ήταν στείρα και δεν είχε παιδιά; Η Διαλεχτή είχε παντρευτεί πριν από εφτά χρόνια. Από τότε δύο φορές πήγε στα ιαματικά λουτρά, στην Αιδηψό, πέντε φορές της έδωσαν να πιει διάφορα βότανα, όμως όλα ήταν μάταια. Η γη έμενε άγονη. Κάποιες γύφτισσες της έδωσαν μια φορά να φορέσει και θαυματουργά κοσμήματα γύρω από τις μασχάλες και της είπαν: «Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να μείνεις έγκυος! Και μάλιστα θα κάνεις αγόρι!» Και μια άλλη φορά, τέλος, κάποιος καλόγερος της έκανε δώρο ένα αγιασμένο κομπολόι, δίνοντάς της μια συμβουλή: «Να το βουτάς στο νερό και μετά να το πίνεις!» Αλλά όλα ήταν μάταια.

Τελικά, μετά από τόση απελπισία, η Διαλεχτή κατάφερε να ηρεμήσει και να μη νιώθει πλέον ένοχη για την ατυχία της.

Όμως η γριά Καντάκαινα, η πεθερά της, είχε άλλη γνώμη και κατηγορούσε συνεχώς τη νύφη της: «Εσύ φταις που δεν έχω ένα εγγόνι για να χαίρομαι στα γεράματά μου!»

Η αλήθεια είναι ότι ο άντρας της Διαλεχτής, ο καπετάνιος Καντάκης, ήταν το μοναδικό παιδί αυτής της γριάς. Μάλιστα συμφωνούσε κι αυτός με την άποψη της μητέρας του εναντίον της συζύγου του.

Πολύ συχνά σκεφτόταν αγχωμένος και θυμωμένος: «Αν η γυναίκα μου δεν γεννήσει ένα παιδί από μένα, θα χαθεί η γενιά μου!» Είναι πραγματικά περίεργο το ότι κάθε Έλληνας της εποχής μας θεωρεί ιερό χρέος και υπέρτατη ανάγκη τη διαιώνιση της γενιάς του…

Κάθε φορά που ο καπετάνιος Καντάκης επέστρεφε από το ταξίδι του, η μητέρα του κατέβαινε στο λιμάνι να τον υποδεχτεί, τον έπαιρνε στο σπιτάκι της, του διάβαζε προσευχές, του έλεγε διάφορα κουτσομπολιά για τη γυναίκα του κι έπειτα τον έστελνε σε εκείνη. Δεν του έλεγε απλώς τα ελαττώματά της, αλλά τα φούσκωνε και του έλεγε κι άλλα.

Ο καπετάν Καντάκης, αφού έλειπε για καιρό στη θάλασσα, δεν ήξερε την αλήθεια. Έτσι, όταν άκουγε όλα αυτά, φανταζόταν ακόμα χειρότερα πράγματα. Φεύγοντας από το σπιτάκι της μητέρας του, συναντούσε τους άλλους ναυτικούς, έπινε εφτά-οχτώ ποτηράκια και επέστρεφε ζαλισμένος στο σπίτι, στη γυναίκα του. Τότε ήταν που ακολουθούσαν βάρβαρες σκηνές.

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων του έτους 186…. Ο καπετάνιος Καντάκης πριν από πέντε μέρες είχε φύγει με το πλοίο του φορτωμένο με αρνιά και κατσίκια στο απέναντι νησί και είχε την ελπίδα ότι θα γιόρταζε τα Χριστούγεννα στο σπίτι του. Αλλά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί ξαφνικά φύσηξε άγρια ο Βοριάς και το καράβι του δεν μπορούσε να επιστρέψει πίσω στο νησί του. Ο καπετάνιος Καντάκης όμως ήταν τολμηρός ναυτικός.

Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων ο άνεμος ηρέμησε λίγο, όμως τα μεσάνυχτα δυνάμωσε ξανά.

Κάποιοι ναυτικοί στην αγορά έβαζαν στοίχημα: «Αφού ηρέμησε ο Βοριάς, ο καπετάνιος Καντάκης θα φτάσει κατά τα μεσάνυχτα.» Όμως η σύζυγός του δεν ήταν εκεί, δεν άκουσε τους ναυτικούς κι έτσι δεν τον περίμενε. Κατά το απόγευμα την επισκέφτηκε η πεθερά της. Εκείνη την ημέρα ήταν ασυνήθιστα ευγενική και χαμογελαστή: «Καλώς να δεχτείς τον άντρα σου! Άντε και με έναν γιο!» Αυτή την τελευταία ευχή τής την έδινε για χιλιοστή φορά…

Και όχι μόνο αυτό, αλλά της πρόσφερε και χριστόψωμο!

Το ζύμωσα μόνη μου! Άντε να το φας και να είσαι γερή!

-Θα το φυλάξω μέχρι τα Φώτα, για να αγιαστεί.

-Όχι, όχι! Μέχρι τα Φώτα θα κρατήσεις αυτό που έφτιαξες εσύ. Αυτό εδώ είναι δώρο από μένα και πρέπει να το φας!

– Καλά, εσύ ξέρεις καλύτερα. Θα το φάω…

Η Διαλεχτή είχε πολύ αγαθή ψυχή και έτσι δεν θα μπορούσε ποτέ να υποπτευθεί την πεθερά της. Τής φάνηκε παράξενη η κίνηση αυτή, όμως δεν σκέφτηκε τίποτα κακό…

– Πώς κι έτσι η πεθερά μου μού έφερε χριστόψωμο…

Όμως δεν το έφαγε αμέσως.

Μόλις έφυγε η γριά Καντάκαινα, η Διαλεχτή πήγε αμέσως για ύπνο, μαζί με ένα μικρό δεκάχρονο κοριτσάκι που της έκανε παρέα, όσο έλειπε ο σύζυγός της. Κοιμήθηκε πολύ νωρίς, γιατί είχε σκοπό να πάει στην εκκλησία κατά τα μεσάνυχτα. Ο ναός του Αγίου Νικολάου ήταν μόλις 50 βήματα από το σπίτι της.

Κατά τα μεσάνυχτα άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες. Η Διαλεχτή σηκώθηκε, ντύθηκε και έφυγε για την εκκλησία. Το μικρό κοριτσάκι ξύπνησε κι εκείνο κι επέστρεψε στις αδελφές της. Τα σπίτια τους ήταν κολλητά.

Η Διαλεχτή ανέβηκε στον γυναικωνίτη του ναού, αλλά μόλις πέρασε μισή ώρα, μια γυναίκα φτωχή και κουτσή, η οποία υπηρετούσε στον ναό ως νεωκόρος, ήρθε και της είπε:

– Δώσε μου το κλειδί του σπιτιού σου, γιατί ήρθε ο άντρας σου και το ζητάει.

Αυτό ήταν μια έκπληξη για τη Διαλεχτή. Φώναξε από τη χαρά της και αντί να δώσει το κλειδί, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι της.

Μόλις έφτασε, βλέπει τον άντρα της έξω στα σκαλοπάτια να είναι καταβρεγμένος και να στάζει νερό και αφρούς.

– Είμαι μισοπνιγμένος, αλλά μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα.

-Θέλεις να ανάψω φωτιά;

-Άναψε και δώσε μου ρούχα να αλλάξω αυτά τα βρεγμένα.

Η Διαλεχτή έβγαλε από τη ντουλάπα ρούχα για τον σύζυγό της και άναψε τη φωτιά στο τζάκι.

-Θέλεις κανένα ζεστό να πιεις;

-Δεν με βοηθάει εμένα το ζεστό, κρασί να μου βάλεις.

Η Διαλεχτή έβγαλε κρασί από το βαρέλι.

-Πώς και δεν φρόντισες να μαγειρέψεις τίποτα; είπε με δυσκολία ο ναυτικός.

-Δεν σε περίμενα απόψε… Πήρα όμως κρέας. Θέλεις να σου ψήσω μια μπριζόλα;

-Βάλε μια μπριζόλα στα κάρβουνα και μετά πήγαινε στην εκκλησία. Θα έρθω κι εγώ σε λίγο.

Η Διαλεχτή έβαλε το κρέας επάνω στα κάρβουνα κι ετοιμαζόταν να φύγει γρήγορα, για να προλάβει και να μεταλάβει.

Τότε ο Καντάκης τής είπε:

-Φαντάζομαι ότι η μάνα μου δεν θα το έμαθε ακόμα ότι ήρθα…

-Εκείνη είναι στην ενορία της. Θέλεις να την ενημερώσω;

-Ναι. Πες της να έρθει το πρωί.

Η Διαλεχτή έφυγε. Ο Καντάκης όμως ξαναφώναξε απότομα:

Μα είναι σωστό να πας εσύ στην εκκλησία και να με αφήσεις εδώ μόνο μου;

Δεν της είπε όμως τίποτα άλλο, γιατί σεβάστηκε την ιερή επιθυμία της γυναίκας του που ήθελε να μεταλάβει και την άφησε να φύγει.

Η Διαλεχτή φρόντισε να στείλει κάποιον να ενημερώσει την πεθερά της και επέστρεψε στην εκκλησία.

Ο Καντάκης πεινούσε τρομερά κι άρχισε να καταβροχθίζει την μπριζόλα. Καθόταν δίπλα από το τζάκι και καθώς βαριόταν να σηκωθεί να πάρει το ψωμί από το συρτάρι, άπλωσε το χέρι του κι έπιασε το χριστόψωμο που είχε αφήσει νωρίτερα η Διαλεχτή πάνω στο τζάκι, δηλαδή το δώρο της μητέρας του. Το έφαγε ολόκληρο μαζί με το ψητό κρέας.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μόλις βγήκε ο ήλιος, επέστρεψε η Διαλεχτή από τον ναό στο σπίτι. Εκεί βρήκε την πεθερά της να κρατάει στην αγκαλιά τον γιο της, να κλαίει και να θρηνεί. Είχε φτάσει πριν από λίγα λεπτά και τον βρήκε κοκαλωμένο. Η Διαλεχτή σήκωσε τα μάτια και είδε ότι έλειπε το χριστόψωμο πάνω από το τζάκι κι αμέσως κατάλαβε τα πάντα: Ο Καντάκης έφαγε το δηλητηριασμένο χριστόψωμο, το οποίο η στρίγγλα είχε ετοιμάσει για τη νύφη της.

Γιατροί επιστήμονες δεν υπήρχαν στο μικρό νησί. Δεν έγινε ποτέ καμία νεκροψία. Οι νησιώτες πίστεψαν ότι ο θάνατος του Καντάκη συνέβη εξαιτίας της παγωνιάς. Μόνο η γριά Καντάκαινα ήξερε την πραγματική αιτία του θανάτου.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι η γριά κατάλαβε και η ίδια το έγκλημά της, έτσι δεν κατηγόρησε ούτε μια στιγμή τη νύφη της, αλλά, αντίθετα, την υπερασπίστηκε, όταν την κατηγόρησαν άλλοι. Αν έζησε κι άλλα Χριστούγεννα η σκληρή πεθερά που έγινε παιδοκτόνος χωρίς να το θέλει, μάλλον δεν θα ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη στα γεράματά της.

 


Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο στο 1851 και πέθανε το 1911. Ήταν γιος ιερέα και παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού στο νησί. Αργότερα φοίτησε διαδοχικά στο Σχολαρχείο Σκοπέλου, στα Γυμνάσια Χαλκίδας και Πειραιά και στο Βαρβάκειο της Αθήνας, από όπου πήρε το απολυτήριό του. Την πρώτη του δημόσια εμφάνιση την έκανε το 1879, με το ρομαντικό μυθιστόρημα «Η μετανάστις».

Σήμερα ο Παπαδιαμάντης είναι γνωστός κυρίως ως διηγηματογράφος. Η «παπαδιαμαντική» περιγραφή εξάλλου, με την έκτασή της ανατρέπει τις αναλογίες ενός κλασικού αφηγήματος, που θέλει την περιγραφή ως υπηρέτρια της αφήγησης και υποδηλώνει μια παρατεταμένη αγαπητική συμβίωση του ανθρώπου με τον κόσμο και τα πράγματα.

Τέλος, η γλώσσα του Παπαδιαμάντη περιλαμβάνει τρία βασικά στρώματα. Το διακειμενικό λεξιλόγιο της περιγραφής, τα διαλεκτικά στοιχεία των διαλόγων αλλά και ανάμειξη του αφηγηματικού ιδιώματος με αυτό των ηρώων της ιστορίας.

Η Πηνελόπη Κολοβού σπούδασε Κλασική και Νέα Ελληνική Φιλολογία (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Πανεπιστήμιο Βιέννης). Στη διδακτορική διατριβή της (Πανεπιστήμια Βόννης, Σορβόννης, Φλωρεντίας) ασχολείται με αναπαραστάσεις της κλασικής μυθολογίας στη σύγχρονη λογοτεχνία και τέχνη. Ειδικεύτηκε στην Ειδική Αγωγή και τη Διδασκαλία της Ελληνικής ως Ξένης Γλώσσας, στη δημιουργία συνεργατικών περιβαλλόντων στη σύγχρονη και ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση, και στη διδασκαλία της Γερμανικής για φοιτητές και επαγγελματίες στον τομέα υγείας. Έχει διδάξει σε διεθνή σχολεία, δομές εκπαίδευσης ενηλίκων και πανεπιστήμια σε Ελλάδα, Αυστρία, Γερμανία, Τσεχία και έχει παρουσιάσει εργασίες της σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Σήμερα διδάσκει Γερμανικά και Ελληνικά στα Πανεπιστήμια του Bielefeld και του Paderborn, και συντονίζει το διατμηματικό πρόγραμμα εκμάθησης Λατινικών (Latinum) στο Πανεπιστήμιο της Βόννης. Ως σύμβουλος υγείας και πρόληψης (Πανεπιστήμιο Μπίλεφελντ) μετεκπαιδεύτηκε στην προαγωγή της ψυχικής υγείας και σχεδιάζει εκπαιδευτικά προγράμματα με στόχο την ανάπτυξη των δεξιοτήτων που αφορούν στην αγωγή της υγείας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:265