Χρόνος ανάγνωσης περίπου:4 λεπτά

Ούτε η πρώτη στο Παρίσι ούτε η τελευταία στον κόσμο. Μικρές ιστορίες γυναικών. Charilyn | της Ζωής Δικταίου



Γερνούσε, κουρασμένη, μα ήσυχη πια,
στην ασφάλεια μιας σοφίτας του έκτου ορόφου,
στο όγδοο διαμέρισμα του Παρισιού,
στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα,
επιθυμίες, όνειρα, λαχτάρες, όλα είχαν πεθάνει.
Στην πόρτα, είχε κρεμάσει μια μικρή χαλκογραφία,
κάθε φορά που πήγαινε να την ανοίξει, διάβαζε,
«τώρα επιτέλους ζήσε, ζήσε, ζήσε…»
Πάλευε να μην ξυπνήσουν τα φαντάσματα,
να μην αφήσει ν’ αναδυθούν στη μαρμαρυγή της όχθης
εκεί που έλιωνε το φως του φεγγαριού,
δεν ήθελε να αφήσει το πεδίο ελεύθερο στην καταφρόνεση,
ούτε να βρουν τρόπο εκείνες οι σπαταλημένες μέρες,
να διεκδικήσουν μερίδιο.
Μετρούσε το έλλειμμα της αγάπης στα δύο κομμένα δάχτυλα
του αριστερού χεριού,
τα είχε κρατήσει ενθύμιο,
ο πρώτος εραστής και κατοπινός νταβατζής της,
θυμόταν με τρόμο την απειλή,
τα λόγια του, της τρυπούσαν ακόμη τα τύμπανα,
-καίτοι νεκρός-
σαν από κακογραμμένη μαγνητοταινία.
Μετρούσε, στις σελίδες του ημερολογίου της,
το πικρό φλιτζάνι του έρωτα, που είχε πιει ως τον πάτο,
τις γροθιές στο στομάχι κάθε φορά που αρνιόταν,
χάπια, αλκοόλ, χασίς,
βαριά μυστικά και ανομολόγητες ιστορίες,
βγαλμένες από την υγρή και αποπνικτική ατμόσφαιρα των υπονόμων.
Μετρούσε, τη βία, σημειώνοντας πάνω στο χάρτη
τα μπουντρούμια των πληρωμένων συνευρέσεων,
μετρούσε, τη σκοτεινή πλευρά της «Πόλης του Φωτός»
στις χοντρές κηλίδες που άφηνε ο ιδρώτας και το αίμα
στα βρόμικα σεντόνια,
μετρούσε, το φόβο,
στο στοιχειωμένο παράπονο που κατάπινε μαζί με το λυγμό
κάθε φορά που την πουλούσαν, φτηνό εμπόρευμα,
κάθε φορά, που πλαγιάζοντας με κάποιον
βγάζοντας το σφικτό κορσέ με τις μπανέλες
βυθιζόταν στην άβυσσο και όχι στην ηδονή.
Μετρούσε, στους ωροδείχτες,
τις συμφορές που της είχε τάξει η μοίρα, ερήμην της,
μετρούσε, τους χάρτινους αγγέλους στα τετράδια,
και στα διπλωμένα τους φτερά, την οδύνη της να είναι γυναίκα.
Έβγαλε το κόκκινο μαντίλι,
κοίταξε στον καθρέφτη, τα ολόλευκα μαλλιά της,
μαζεμένα πίσω, σε κλασσικό σινιόν,
ως να μην παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον το πρόσωπο,
αποστρέφοντας το βλέμμα από το είδωλο της,
γύρισε την πλάτη,
σέρνοντας αργά τις χνουδωτές παντόφλες στο πάτωμα,
απομακρύνθηκε λίγα μόλις βήματα,
πλησίασε, άνοιξε το ένα μόνο φύλλο στο παράθυρο,
αφήνοντας το μαντίλι της να παρασυρθεί στον άνεμο
με την ίδια απορία που έχουν αιώνες, οι περισσότερες γυναίκες,
«γιατί να είναι τόσο σκληρή, τόσο άδικη η ζωή…», ψιθυριστά,
θαρρείς και φοβόταν
πως κάποιος που όριζε ακόμη την τύχη της
μπορούσε να ακούσει,
έτριψε αμήχανα τα οκτώ δάχτυλα στα χέρια,
χάιδεψε με συμπόνια εκείνα του αριστερού χεριού,
μετά, αφέθηκε,
ακολουθώντας με το βλέμμα το φευγιό του μαντιλιού.
Το έβλεπε να πετάει,
από σοφίτα σε σοφίτα και από μπαλκόνι σε μπαλκόνι,
να μπερδεύεται στις ζαρτινιέρες με τα γεράνια και τις πρασινάδες,
να περνά ανάμεσα από κάγκελα και κεραίες,
ύστερα να τινάζεται πιο ψηλά, πάνω από τις καπνοδόχους,
και πάνω από τις στέγες,
ψηλά, πολύ ψηλά,
ώσπου με μια ξαφνική ριπή, αφού στροβιλίστηκε κάμποσο,
περνώντας ξυστά από το γλυπτό διάζωμα της Μαντλέν,
χαμήλωσε, αγκάλιασε έναν από τους 52 κίονες στο περιστύλιο,
δεν ήταν γραφτό, γλίστρησε απαλά στο επόμενο φύσημα,
και τέλος, προσγειώθηκε στο φανοστάτη.
Αλλάζοντας αστραπιαία
το κίτρινο της λάμπας σε αμυδρό κόκκινο,
έκανε τους περαστικούς, τουρίστες και μη,
να σταθούν καχύποπτα, με περιέργεια,
δεν άκουγε τι έλεγαν,
υπέθετε όμως από τις χειρονομίες
ποιες μπορεί να ήταν οι σκέψεις τους.
Πώς λοιπόν να μη φέρει στο μυαλό της τη Ραχάμπ,
διάσημη εταίρα της Ιεριχούς,
αυτή πρώτη, μετά από προειδοποίηση του διαδόχου του Μωυσή,
είχε κρεμάσει ένα σκοινί βαμμένο σε χρώμα άλικο, στην εξώπορτα,
σημάδι, για να γνωρίζουν
ποιο σπίτι δεν έπρεπε να παραδώσουν στις φλόγες οι Ισραηλίτες,
κάπου το είχε διαβάσει, αδιάφορο οπωσδήποτε,
το σκέφτηκε όμως,
θαρρείς και ο ναός, ή, η ίδια η Μαντλέν,
κινδύνευαν από την είσοδο κάποιων,
οπότε αυτό το διαφορετικό,
το δηλωμένο ως φως των οίκων ανοχής και ενοχής,
ίσως και να τους εμπόδιζε…
Ένα ρίγος που διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της, την ανάγκασε
να κουμπώσει τα φιλντισένια κουμπιά της ζακέτας μέχρι επάνω,
της φάνηκε τουλάχιστον αστείο,
το ότι στην προοδευτική απογύμνωση του κόσμου
και της χρεοκοπημένης αρετής,
εκείνη, η Charilyn,
η παρά τη θέλησή της πόρνη,
που την είχαν ξεγυμνώσει άγαρμπα τόσες φορές,
αισθανόταν ακόμη ντυμένη…

Parc Monceau, Ιούνιος 2022

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Ζωή Δικταίου

 



Ζωή Δικταίου

Η Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου, (λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου) γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962. Μεγάλωσε στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Κέρκυρας. Εργάστηκε στον Ξενοδοχειακό Τομέα, καθώς και στις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης ως Διοικητικός Υπάλληλος. Την γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Πιστεύει στην αγάπη. Συνεργάζεται με τα Διαδικτυακά Περιοδικά, Ποιείν, Fractal, Ατέχνως κ.α. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί από τους: Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργη Κοντογιάννη, Ανδρέα Ζιάκα, Γιάννη Νικολάου, Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και Θοδωρή Καστρινό.

Η μέχρι τώρα εργογραφία της περιλαμβάνει τα βιβλία:

– Αύριο, μια ελιά η μέσα πατρίδα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2023, Αθήνα
– Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών, Αφήγημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2021, Αθήνα
– Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2020, Αθήνα
– Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2019, Αθήνα
– Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα
– Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2018, Αθήνα
– Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2017, Αθήνα
– Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Ιούνιος 2015, Αθήνα
– Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
Συμμετοχές σε συλλογικά έργα
– Γράμματα της ποίησης, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: Ατέχνως, 2020, Αθήνα
– Μονόλογοι, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: το βιβλίο, 2017, Αθήνα
– Λογοτεχνικά Μονοπάτια, Εκδόσεις: Όστρια, 2022, Αθήνα
– Λογοτεχνικό Ολόγραμμα 1, Έκδοση της Εταιρείας Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού, Τυπογραφείο Γιώργου Κωστόπουλου, Δεκέμβριος 2022, Αθήνα

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:320