Χρόνος ανάγνωσης περίπου:19 λεπτά

Ζαχαρούλα τ’ όνομά σου και γλυκό το φίλημά σου | της Χαρούλας Βερίγου – Μπάντιου (μέρος Α)



Είχε φτάκει στο ποτάμι ζαλωμένη τη βαρέλα στον πλάτη, το σαπούνι στο σακούλι, τις παλιές φωνές αξόδευτες στη μέσα τσέπη της ψυχής. Ο χτύπος της καρδιάς αράθυμος πια, είχε διαβούν τα χρόνια, κουράζονταν. Άφηκε τα σκουτιά στην πετρωμένη οχτιά κάτω απ’ το φράξο, γιόμισε τη βαρέλα, ανασκουμπώθηκε να πλύνει τα χράμια η Ζαχαρούλα, κι ως έκανε να σκύψει πάνω από το ήσυχο νερό, σάματις διάβαιναν μέσα του ησκιώματα, άντρες και γυναίκες, άλλους τους γρώνιζε, άλλους όχι, καταλάβαινε όμως πως όλοι ήταντοι δικοί της. Τελευταία απ’ όλους ήγλεπε τη βαβουλέτσω της τη Χαρίσα, στέκονταν αυτή και την τήραγε καταμεσής στα μάτια, σάματις κράταε ένα τσιροπούλι στη χούφτα την ψυχή της κι αυτή μίλαγε ακόμη, «ω Ζαχαρούλα, μην αφήκεις να σού κάνουν τη ζωή σα νά ’ναιτη αγγαρεία, μην αφήκεις κοπελίτσα μου, ως τον πάτο δική σου είναιτη, μην την απαρνηθείς ποτές», για δευτερόλεπτα κι ύστερα, μόλις έβαζε τα χέρια στο νερό, βιάζονταν να χαθούν στον πάτο όλοι μαζί. Της είχε γένει η συνήθεια ανάγκη αφόντας είχε έρθει νύφη στη Μουργκάνα, κατέβαινε στο ποτάμι στην Καμίτσιανη κι έβρισκε αφορμή ν’ αφήνει να περνούν από το μυαλό της παλιές σκηνές της ζωής της, καλές και κακές, και μαζί μ’ αυτές η πιο όμορφη τραγουδιστή ανάμνηση που είχε κρατήσει από τον τόπο της τη Μακεδονία, από τη μάνα και τον πατέρα της, κι από κάποιον άλλο που πάσκιζε να τον θυμηθεί μα δεν τα κατάφερνε:

«Κοίτα με γλυκιά μου αγάπη, κοίτα με, κοίτα.
Κοίτα με, κοίτα πρώτη μου αγάπη
σήμερα είμαι εδώ.
Σήμερα είμαι εδώ αγάπη, σήμερα είμαι εδώ.
Σήμερα είμαι, αύριο δεν είμαι
θα πάω στην Πόλ’.
Θα πάω στην Πόλη αγάπη, θα πάω στην Πόλ’.
Θα πάω στην Πόλη πρώτη μου αγάπη,
τι να σου φέρω.
Φέρε μου γλυκιά μου αγάπη, φέρε μου να πιω.
Φέρε μου, φέρε πικρό φαρμάκι.
να φαρμακωθώ.
Να φαρμακωθώ πρώτη μου αγάπη, για να χαίρονται
Δικοί σου φίλοι, πρώτη μου αγάπη, δικοί μου εχθροί.»

Ο Χάρος, της είχε πάρει όλη τη φαμίλια τότες που ήταντη κούτσικη, κι αργότερα όταν παντρεύτηκε κι έκαμε δική της, η αρρώστια της θέρισε τον άντρα αφόντας γύρισε απ’ τον πόλεμο στη Μικρασία, είχε γλιτώσει εκείγια, κι έρθε πίσω να πάει από τη φθίση. Φτωχή, βασανισμένη, τυραγνισμένη, μα σαν τη βαβουλέτσω της όχι, εκείνη κι αν είχε χτυπηθεί από τη Μοίρα.

Χαρίσα την ήλεγαν τη βαβουλέτσω. Ο πατέρας της είχε πάει στη Μακεδονία από την Ήπειρο. Αυτή κάλιο να μην είχε γεννηθεί με τόσα που πέρασε, γεννήθηκε όμως, είχε κάμει οικογένεια δική της, είχε, ώσπου την βρήκε το κακό στο χωριό στη Δράμα, στο μακελειό του 1913. Τ’ αντρός της, του είχε κόψουν πρώτα τα ποδάρια και μετά τού ’χε πάρουν το κεφάλι. Τον ήβρε στην αυλή, σιμά στο γαμπρό και στο γιό της, σφαγμένοι κι αυτοί, σωρός ο ένας πάνω στον άλλο. Στο μαχαλά που έζηγε, τι νέοι και τι γέροι, απ’ το μαχαίρι των αφιονισμένων με τον ίδιο τρόπο πέρασαν. Την άμοιρη τη θυγατέρα της, τη μάνα της Ζαχαρούλας, γκαστρωμένη οκτώ μηνών την είχαν ξεκοιλιάσει, στο κατώφλι στην εκκλησιά, στοιχημάτιζαν αν ήταντο παιδί ή κοπέλα, της έδωκαν δυο με τη σπάθα την άνοιξαν, σερνικό ήταντο, τό ’κοψαν στη μέση κι αυτό. Σπίτι και βιός τά ’χε ’κάψουν όπως και τόσα άλλα. Διάβαιναν οι Βούλγαροι, έκλεβαν, άρπαζαν ό,τι πολύτιμο, έσφαζαν, σκότωναν, πάγαινε το αίμα βρύση, έβαζαν φωτιές ολούθε, δεν είχε μείκει τίποτις όρθιο. Όσοι απόμειναν ήγλεπαν τα σκυλιά που ξέσκιζαν τις σάρκες από τ’ άθαφτα κουφάρια όπου τα ήβρισκαν, στους δρόμους, στις αυλές, στα χωράφια, τέτοιο άδικο, τέτοιο μεγάλο κακό, βαρύ κι ασυγχώρετο. Τόσες φαμίλιες ξεκληρίστηκαν, οικογένειες κι οικογένειες… Πού ήταντος θεός; Για, ίτσιου ντιπ δεν ήταντος, δεν ήταντος, μήτε εκείγια, μήτε αλλού, όταν γένονται τέτοια κρίματα φεύγει κι αυτός, έτσι είχε πάρει των οματιών του κι απ’ το Δοξάτο, κι ας τ’ άναβαν καντήλια και κεριά, κι ας έψελναν το «Δόξα σοι…»

Η βαβουλέτσω, άμα έφτακε ο Ελληνικός στρατός, ήβρε λίγο θάρρος, είχε πάρει γκότσι την αγγονιά τη Ζαχαρούλα, αυτή της είχε μείκει, βγήκαν μέσα από τα ερείπια και τ’ αποκαΐδια. Κάποιοι στρατιώτες που την είδαν, τη λυπήθηκαν, περιποιήθηκαν το ποδάρι της κοπελώς, τό ’δεσαν μ’ επιδέσμους, ευτυχώς δεν τό ’χε σπάσει, τις είχαν βοηθήσει να φύγουν μ’ ένα κάρο και να φτάκουν μέχρι τη Θεσσαλονίκη, απέκει στη βδομάδα απάνω η Χαρίσα φανερώθηκε στα Γρεβενά. Τα σκουτιά βουτηγμένα ακόμη στο αίμα, τα μάτια κάρβουνα, η κοπελίτσα σκιαγμένη, έτρεμε, δεν της έπαιρνες λέξη. Όπου ήβρισκε ανθρώπους πονετικούς, και ήβρισκε, χάλευε ψια ψωμί, ψια γάλα, έμεισκε λίγο κι απέκει ξανά πανήδρομα, κατήδρομα, αρέντευε σιαλαϊσμένη η σκότεινη. Ποιόν νά ’κλαιγε πρώτο δεν ήξερε; όλη η ζωή είχε πάει στο βρόντο. Μήτε κιβούρια, μήτε μοιρολόγια, μήτε μνημόσυνα. Λες και δεν ήταντοι άνθρωποι που χάθηκαν, «ανάθεμα τον πόλεμο, ανάθεμα…»

Έμπαινε στο δρόμο περπάταε κι όπου έβγαινε, μια στα δάση, μια στη δημοσιά, πότε την έκαιε η πύργια του ήλιου και πότε την έπνιγε η μπόρα, κι όλο άνοιγε ρήγματα ο χρόνος και την καλούσε να θρηνήσει μα δε στέκονταν. Ζάρωνε τα μάτια για λίγο, σκοτείνιαζαν, μετά ήλεγε μέσα της, «όχι τι είχες Χαρίσα, ποια είσαι τώρεγια» , αυτό λογάριαζε, αυτό είχε μεγαλύτερη σημασία, ποια ήταν, έσφιγγε τη Ζαχαρούλα στον κόρφο, έπαιρνε δύναμη, «με τούτο το βλαστάρι θα σού γυρέψω να με φιλέψεις ζωή, με τούτη την ψυχούλα…». Θάνατο δε σκιάζονταν πια, άκουε όλες τις ανάσες των δικών της, τις ένιωθε απάνω της, κουβάλαγε τα γλέμματα τους, κι όλοι της ζήταγαν μάναχα την κοπελίτσα να ’χει έγνοια. Αρμάτωνε την αλήθεια με το σκληρό της πρόσωπο, έκανε να λυγίσει σαν καλάμι, σκέπτονταν πως σαν πίστευε, ήλεγε δεν πίστευε καλά, της έλειπαν τα γράμματα που δεν ήξερε, έσκυβε το κεφάλι ζητούσε έλεος, τώρε που δεν πίστευε σε τίποτις μετά από τόσο χαλασμό, σήκωνε το κεφάλι με θυμό, «πού ήσουν ωρέ αφέντη, εξόν κι αν δεν είσαι, δεν είσαι…», την πλάνταζε ο πόνος.

Κάπου την είχαν κονέψει στους Μαυραναίους όλο το χινόπωρο. Ξεχειμώνιασε στη Σμίξη, ξεκλάριζε έτρεφε και τα ζωντανά εκείγια πό ’μενε, μετά, άνοιξη καιρού την είχαν ορμηνέψει, σαν έλιωσαν κάπως τα χιόνια κίνησε πάλε με τα ποδάρια βρέθηκε στη Σαμαρίνα, σε μια στάνη την είχε στείλουν. Γνωρίστηκε με τη γυναίκα και τις τσούπρες καποιανού τσοπάνη, τη θέλησαν, περαίτευε το σπίτι, το μαντρί, κάτι ήξερε κι από μπατζαριό, έκανε δουλειές, ό,τι μπόραγε να μην είναι βάρος στους ανθρώπους. Είχ’ έρθει ο καιρός, οι τσοπάνηδες είχαν κουρέψει τα πρόβατα. Βόηθησε τις γυναίκες, πρώτα να ζεματίσουν το μαλλί, και μετά να το πλύνουν στο ποτάμι, να το στεγνώσουν, κι απέκει να το φυλάξουν έτοιμο για το λανάρισμα.

Καλά ήταντα όλα ως το μεσοκαλόκαιρο, τότες είχε πουν φανερώθηκε ένας Νταούτης σιαπέρα στο γρέκι. Έτρεμαν από φόβο με κείνο το σιαϊτάνη που δεν πιάνεται με τίποτις, ούτε με δόκανο, ούτε μ’ αγιάσματα, κι ούτε φυλαχτό τον κάνει ξίκι. Τους έκρενε με τα ονόματα, «Μήτροοο, Νάκηηη, Τσέληηη, Κώτσιααα, Γιάννοοο, Λήγιααα, Φώνηηη, Αντρίγιααα, Τάτσηηη, τά ’ξερε, τους φώναζε απ’ τον λόγγο και κάποιες φορές έπαιζε φλογέρα για να ξεγελάσει τα ζωντανά. Πρόγκαγε τα πρόβατα, ούι και βέλαζαν σάματις γίδια και τ’ άλογα να τα μαρκαλάει με το ζόρι, να σηκώνουνται στα δυο ποδάρια και να βγάζουν αφρούς απ’ το στόμα, μέχρι και τα σκυλιά αλύχταγαν μω φούλα όπως οι λύκοι. Κάποια ζωντανά φούσκωσαν, είχε μπει αυτός μέσα τους, γένηκαν τούμπανα οι κοιλιές, τους έτρεχαν οι μύτες αίμα έπεφταν σιάδι ψόφαγαν. Είχε βγάλουν τα κουδούνια, τα διάβασε ένας παπάς, χειρότερα. Στο τέλος άναψαν φωτιά ολοτρόγυρα απ’ τη στάνη, έκαψαν και κάτι παλιοτσάρουχα, κάτι παλιοσκουτιά, κατόπιν έριξαν δάφνη, έκανε τσιπρρρ, τσιπρρρ αυτή όπως καίγονταν, έσκουζε ο Νταούτης, θέριεψαν οι φλόγες, βγήκε καπνός ψηλά ξαφανίστηκε ο διάγουλος.

Η δόλια, είχε δει τους αληθινούς Νταούτηδες, κείνους που είχε σφάξουν κι είχε κάψουν τόσους ανθρώπους στο χωριό της, κείνους τους φονιάδες πού ’χαν γίνει αιτία και δεν της έμεικε τίποτα. Τη συμφορά που ξεριζώθηκε απ’ τον τόπο της, δεν την αστόχαγε ποτέ, τη στρίμωχνε σε κάποιαν άκρη στο μυαλό της, μα τις νύχτες, λευτερώνονταν, της έρχονταν όλοι στο είνορο, παιδιά, κοπέλες, γείτονες, άλλοι με κομμένα τα κεφάλια, άλλοι καμένοι, δίχως πόδια, δίχως χέρια, γυναίκες με τις κοιλιές ξεσκισμένες, δεν της χάλευαν μοσχοθυμιάματα και κεριά, μήτε προσευχές, μήτε συγχώρια, όχι, να μην αστοχήσει όσα της είχε γράψει η Μοίρα να δει και να ζήσει, αυτό, και να σώσει κείνη την κούτσικη την αγγονιά, τη Ζαχαρούλα…

Όσο πέρναγαν οι μέρες τόσο πιο συχνά της έρχονταν στον ύπνο. Ταράζονταν, όπως τα φύλλα στα κλαριά, πετάζονταν ορθή, καλοκαίρι κι αυτή κρουσταλλιασμένη, τήραε την ψυχούλα που κοιμόταν στο πλάι της, με τα μαλλιά λυτά να σκεπάζουν το αδύνατο κορμάκι, γύρναε το κεφάλι στο κόνισμα, από συνήθεια έκανε το σταυρό της, αποκαμωμένη. Νικημένη, «άφηκέ μου ωρέ όποιος κι αν είσαι, τούτη την κοπέλα» , έτσι έλεγε από μέσα της, «άφηκέ την να μού κλείσει τα μάτια». Έγερνε, τη φίλαε απαλά στο κεφάλι, να μην την ξυπνήσει. Με τη μυρωδιά της αθωότητας ένιωθε να γυρίζει σ’ εκείνα τα σφαλιστά ματόφυλλα όλη η χαμένη ζωή, σαν να μην είχε τελειώσει ακόμη ο κόσμος της, κι έλπιζε πως μετά την κόλαση πό ’ζησε, κάτι καλό θα της χρώσταγε, θά ’μεισκε με την ψυχή στα δόντια, να το καρτέραγε ως στον πάτο. Γιόμιζαν τα μάτια δάκρυα μα τα γύριζε πίσω, σκέπτονταν την ερημιά πό ’χε απλώσει αράχνες σα νταντέλες στη σκέψη της, εκείνες τις άχαρες μέρες που της ματάρχονταν στον ύπνο, ούτε στον εχθρό τέτοιες. Δάγκωνε τα χείλη να μην της ξεφύγει αναστεναγμός, έκλεινε τα ματοτσίνορα και ζωντάνευε θελητά τον τόπο της, από τις αμίλητες κορφές του Φαλακρού και τον δασωμένο Όρβηλο, ίσαμε σιακάτω στα ρέματα και το μεγάλο θολωτό γιοφύρι του Αγγίτη, αμπέλια, περβόλια, νερόμυλοι, όλα εικόνες ακούνητες πια, από τη ζωή που δεν θα ξανάζηγε.

Σάματις δεν την χώραγε ο τόπος, άρχεψε να σκιάζεται, όχι για κείνο τον Νταούτη, μα για όσα άναβαν στα σκοτάδια μέσα της. Δεν ήθελε να γένεται άλλο βάρος, παρακάλεσε όταν θα κατέβαιναν για τα χειμαδιά, να κινήσει μαζί τους, κάπου θα ’βρισκε άλλο μέρος να κονέψει, ίσως κάπου αλλού νά ’λιωνε σαν το χιόνι το παράπονό της. Καλοί άνθρωποι, την πήραν αντάμα, ύστερα από κάμποσες ώρες διαδρομή, της έδωκαν ένα μουλάρι φορτωμένο τροφές και με κάποιονε δικό τους την έστειλαν σε μια μακρινή θειάκω πό ’χαν κι έτσι έφτακε στο Γανναδιό.

Τη μπάμπω πό ’βραν, Λιόνα την ήλεγαν, είχε μείκει κι αυτή έρμη στον κόσμο, άκλερη, σαν είδε τη Ζαχαρούλα να ρίχνεται στην αγκαλιά της, κατέβασε τη σημαία η μοναξιά. Είχε ανοίξει καρδιά και σπίτι η γυναικούλα και την έβαλε μέσα τη Χαρίσα, νοικοκυρά. Ύστερα από μέρες, της έδωκε τον αργαλειό και τα γνέματα. Ήξερε κι ύφαινε βελέντζες, χράμια, τσέργες, κουρελούδες, όλα τα χρειαζούμενα, ήβρε η βαβουλέτσω υποστήριξη, άρχεψε να φτιάνει γίκους για τις ανύπαντρες.

Η Ζαχαρούλα, ήταντη κάπως μερωμένη μετά από όσα είχαν δει τα ματάκια της, ήταν κι η Λιόνα που με τον τρόπο της δεν την άφηνε να χολευτεί, να βάλει μαράζι, χατίρι δεν της χάλαγε, «μπάμπω να μου κρένεις» , της το ζητούσε χάρη. Αγαπήθηκαν πολύ. Είχε κλείσει τα έντεκα, κούτσικη, δεν ξεκόλλαγε όμως κι απ’ τον κόρφο της Χαρίσας. Κάθονταν η βαβουλέτσω στον αργαλειό, κι αυτή απόκοντα, μαζί, και μπορεί να ’θελε να την κρατάει ολοένα απ’ το ρουτί, μα με τον καιρό, άλλαξε, δεν έμαθε μόνο γράμματα, μα και να ζυγιάζει τα μιτάρια, να φτιάνει τα χτένια, να στερεώνει τις σφήνες σωστά, να κανονίζει τα ζύγια, να γνέθει, να κλώθει. Τη μάθαινε η μπάμπω η Λιόνα, με το αριστερό χέρι τράβαε μαλλί απ’ τη ρόκα και μετά, με το δεξί, να το περνάει κλωσμένο στρωτά στ’ αδράχτι, να τ’ αφήνει κρεμασμένο με το σφοντύλι να ισιώσει, απέκει να δίνει μια στο χέρι και να στριφογυρίζει στον αέρα, αυτό για να το μάσει. Κι όταν τύλιγε την κλωστή απ’ την ανέμη σε κουβάρι για να γεμίσει τα μασούρια και τις σαΐτες, η βαβουλέτσω την καμάρωνε, ήγλεπε και το στόμα της όμοιο δοράκινο και τότες, έκανε πως δεν είχε γρωνίσει βάσανα, πως δεν την είχε κεντρίσει η πίκρα, πως δεν την είχε κονταρέψει ο Άδης και της τραγούδαγε:

Τι έχεις μωρ’ δόλια μ’, δόλια μ’
Ζαχαρούλα και μέρα νύχτα κλαις,
κι εμένα της μανούλας, της μανούλας
γιατί δε μου το λες.

Ζαχαρούλα, Ζαχαρούλα
ωρέ μου ραΐζεις την καρδούλα,
ωρέ μου ραΐζεις την καρδούλα
Ζαχαρούλα, Ζαχαρούλα.

Σιούνται τα δέντρα, σιούνται
Ζαχαρούλα σιούνται και τα κλαριά,
σειέται κι η δόλια, η δόλια
Ζαχαρούλα με τα σγουρά μαλλιά.

Ζαχαρούλα τ’ όνομά σου
και γλυκό το φίλημά σου.

Τι να σου πω μωρέ μάνα, μωρέ
μάνα το πώς να σου το πω
τον άντρα π’ αγαπάω μωρέ
μάνα θέλ’ να τον παντρευτώ.

Βαρέθηκα μανούλα, μωρ’
μανούλα να φτιάνω τα προικιά
τα χρόνια μου περνάνε μωρέ
μάνα και φεύγει η ομορφιά

Βγάλτα τα μαύρα βγάλτα
Ζαχαρούλα μού ’καψες την καρδιά
βγάλτα τα μαύρα
Ζαχαρούλα τρελαίνεις τα παιδιά

Στα Γιάννινα θα πάω,
Ζαχαρούλα στα μπογιατζίδικα
να βάψω τα μαλλιά σου
Ζαχαρούλα τα σεβνταλίδικα.

Ζαχαρούλα παινεμένη
και στον κόσμο ξακουσμένη.
Στα Γιάννινα θα πάω,
Ζαχαρούλα στα μπογιατζίδικα
να βάψω τα μαλλιά σου
Ζαχαρούλα τα σεβνταλίδικα.

Ζαχαρούλα παινεμένη
και στον κόσμο ξακουσμένη.

«Άε Ζαχαρούλα, Ζαχαρούλα, το κέντημα είναι γλέντημα κι ο αργαλειός μαράζι» , περίμενε να τελειώσει το τραγούδι, κι απέκει η μπάμπω η Λιόνα που πια δεν ήγλεπε ούτε να κεντήσει, ούτε και να υφάνει, την κράταε αγκαλιά ως να την είχε κουναρημένη κι έλεγε όσες θυμόταν, ιστορίες από τη δική της ζωή. Μιλούσε για τη μάνα και τον πατέρα της που ’χε πεθάνουν κι οι δυο από ευλογιά, θυμόταν τις πληγές, τα κακοφορμισμένα σπυριά και τις ματωμένες κόκκινες φουσκάλες. Σε ταύτην τη Λιόνα, μια θειάκω, γιάτρισσα πρακτική, της είχε σκίσει τη φλέβα στο ποδάρι, πίσω απ’ το γόνα, μ’ αγκάθι από γκορτσιά, κι είχε βάλει από ’κει μέσα, με το λεφτοκάρι την παλιαρρώστια. Από μια φουσκάλα σπασμένη πό ’χε η μάνα πήρε ψια αίμα, έτσι την αμπόλιασε, είχε θερμασιά δυο μέρες μάναχα, τίποτις άλλο, κείνη η θειακούλα από κάπου είχε ακούσει κι ήξερε, έτσι δεν την ήβρε ο θάνατος και γλίτωσε. Κουσούρι δεν της άφηκε, μα όταν μεγάλωσε δεν την ήθελε καένας για νύφη από το χωριό. Της ήβρε η νούνα της, άντρα από άλλο τόπο, μακριγιά, με προξενιό, τού ’χε δώκει και κάτι γρόσια. Στα δυο χρόνια αφόντας στεφανώθηκαν, του μπήκε να ξενιτευτεί, ήβρε δικαιολογία να κάμει τάχατες προκοπή όπως άλλοι, έφυγε, μήτε ακούστη, μήτε εφάνη ποτές, μήτε τον απάντησε καένας, δεν ξαναγύρισε, δεν ήταν τυχερό. Τον καρτέρεσε, μετά έμασε τη γνώμη της, είχε περάσουν χρόνια, το πήρε απόφαση, μαναχή της θά ’ζηγε.

Καλή γυναίκα, γιόμιζε στάρι τα χέρια, έβγαινε όξω στο καλντερίμι φώναζε τα πουλιά, «πουλ, πουλ, πουλ, πουλ» , φλετούριζαν απ’ τα δέντρα, έρχονταν μ’ αφοβιά αυτά, έτρωγαν απ’ τις χούφτες της. Τα ’θελε τα ζωντανά. Κι ένα αρνί, με δυο τσιοκάνια στο λαιμό, όπου πάγαινε εκείνη κι αυτό κοντά, του ’χε σάισμα κοιμόταν στο κατώι, κι όταν έτρωε ψωμί, έβγαζε τη μπουκιά απ’ το στόμα της, την έβαζε στο δικό του, ούι χαρές πό ’κανε, ζέφκια, έτσι έζησε δεκαπέντε χρόνια στο σπίτι της, κι όταν ήρθε η ώρα του, το μοιρολόγησε σαν άνθρωπο, τόσο τ’ αγάπαγε. Είχε μανούσια έρχονταν οι μέλισσες, μια δεν την είχε κεντρίσει ποτέ, και μια μαγιάτικη τριανταφυλλιά στην αυλή, ανέβαινε ψηλά, κόντευε να φτάσει στο μπουχαρί. Το Μάη π’ άνθιζε μοσχοβόλαγε όλος ο μαχαλάς. Σβαρίζονταν, άφηνε το σκόπι, έπιανε τη Ζαχαρούλα στο χορό, οι δυο τους, τραγούδαγαν μαζί:

Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Πύργος θεμελιωμένος, νεράντζι και λεμόνι.
Κι απάνω η κόρη κάθονταν, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Κι όλο φλουριά αρμαθιάζει, νεράντζι και λεμόνι.

Αρμάθιαζε ξαρμάθιαζε, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Εννιά αρμαθούλες φτιάχνει, νεράντζι και λεμόνι.
Τις πέντε βάζει στο λαιμό, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Τις τέσσερις στα χέρια, νεράντζι και λεμόνι.

Και με τον ήλιο εμάλωνε, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Με τον ήλιο μαλώνει, νεράντζι και λεμόνι.
Για έβγα ήλιε μ’ για να βγω, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Για λάμψε για να λάμψω, νεράντζι και λεμόνι.

Αν λάμψεις ήλιε μια φορά, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Καίγονται τα χορτάρια, νεράντζι και λεμόνι.
Κι αν λάμψω ήλιε μου κι εγώ, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο.
Καίγονται παλικάρια, νεράντζι και λεμόνι.

Η Ζαχαρούλα θα ’κλεινε τα δεκαοχτώ, όταν είχε πεθάνει η μπάμπω η Λιόνα. Στην καρδιά του χειμώνα ήτανε που δεν σηκώθηκε απ’ τον ύπνο, δίχως αρρώστια, δίχως τίποτα πρωτύτερα, μήτε είχε ανημπορέψει για θάνατο κι ας είχε περάσει τα ενενήντα. Την ήβραν ντυμένη μα τα καλά της τα ρούχα, τα μαλλιά φρεσκολουσμένα, πλεγμένα, χτενισμένα, το μαντήλι ριγμένο στους ώμους, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, τα βλέφαρα σφαλιστά, κι από όπου κι αν τήραγες έλεγες χαμογελούσε. Κι ακόμη πιο μυστήρια πράματα, η τριανταφυλλιά φορτωμένη χιόνι στα κλαδιά και να ’χει πετάξει μπουμπούκια, κι οι παπλαμούδες, μέχρι κι αυτές όπου έπεφταν, στο πλακόστρωτο, στην αυλή, στη σκεπή, στη γρεντέ, στα παραθύρια, στον τσέρο, ολούθε μύριζε μαγιάτικο τριαντάφυλλο…

Στο κοιμητήρι σήκωσαν τα μάτια ψηλά ώρα που θόλωνε η πλάση στο γέρμα του ήλιου. Ο ουρανός είχε ανοίξει σπλαχνικά στη μέση κι είχε κρεμαστεί πάνω απ’ το μνήμα. Ολοτρόγυρα συνέχιζαν να πέφτουν παπλαμούδες και κάπου κάπου περνούσε ξεπνεμένο τ’ αεράκι που κατέβαινε απ’ τον Σμόλικα ως κι αυτό φορτωμένο τριαντάφυλλο. Την έκλαψαν, τη μοιρολόγησαν, και μαζί της, η βαβουλέτσω η Χαρίσα ήβρε αφορμή κι έκλαψε και μοιρολόγησε όλη τη δική της φαμελιά.

Σε λίγους μήνες αφόντας έφυγε η μπάμπω η Λιόνα, έρθαν κείνοι οι συγγενείς από τη Σαμαρίνα. Είχε δώκουν μια απ’ τις κοπέλες τους, νύφη εκείγια στο Γανναδιό, έκαμαν γάμο καλό, νοικοκυραίοι κι απ’ τις δυο μεριές. Στο χοροστάσι είχε γρωνίσει τον Τσιάβο η Ζαχαρούλα, τον είχε βλάμη ο γαμπρός. Της έκρενε με τα μάτια, ντροπαλή αυτή χαμήλωνε τα δικά της, μα τις βουβές αστραπές τις φανέρωναν. Κάποια στιγμή της είχε λυθεί το μαντίλι, κρεμάστηκε γιορντάνι στο μαρμαρένιο λαιμό, εκεί έπεσε περσότερο το γλέμμα του, κι ήταν σα να σαλάγαε άσπρα περιστέρια. Ξημέρωμα πιάστηκαν μαζί στο χορό, έσμιξαν τα χέρια, κάτι παραπάνω κατάλαβαν κείνη τη μια στιγμή.

Αυτό ήταντο. Χινόπωρο έρθε νύφη στη Μουργκάνα η Ζαχαρούλα, κι είχε φέρει όχι ένα, μα δυο γίκους προίκα πού ’χε υφάνει με τη βαβουλέτσω, τα κουβάλησαν με τ’ άλογα. Από το σπίτι της Λιόνας, οι καινούργιοι νοικοκυραίοι της έδωκαν τα χαλκώματα, τρεις μπικιόνες, σινιά, τεψιά, μπρίκια, σαγάνια, τεντζερέδες, νταβάδες, ένα χαράνι, δυο τηγάνια, το μεγάλο κακάβι, μπρακάτσια, δυο λυχνάρια, νά ’χει να περαιτεύεται στο δικό της σπιτικό, και μέσα σ’ ένα γκιούμι της είχαν βάλει το χρυσό δαχτυλίδι και τον ασημένιο μαστραπά της μπάμπως. Έκλαιγε η βαβουλέτσω η Χαρίσα σαν τα τακτοποιούσε, έκλαιγε από συγκίνηση που της βρίσκονταν άνθρωποι καλοί. Προτού την Πασχαλιά κάμποσο καιρό, κατάλαβε η Ζαχαρούλα γκαστρωμένη. Όπως τα υπολόγιζε, καρτέραε να γεννήσει ως τον Αύγουστο κι είχε χαρές, που θ’ απόκταε, ν’ αβγάτιζε η φαμίλια.

Μα αλλιώς τα λογάριαζε αυτή κι αλλιώς τά ’χε γραμμένα η Μοίρα π’ ακόνιζε το μαχαίρι της ν’ ανοίξει κι άλλες χαρακιές στην ψυχή, να σκάψει κι άλλα μνημούρια στα τσέπια, στη σκληρή γη, στην ερμιά. Το καλοκαίρι του 1921, τον Τσιάβο, τον ήβρε με την ελληνική στρατιά στον ποταμό Σαγγάριο, πάλε καταστροφές, πάλε φωτιές, πάλε πόλεμος, δεν ησύχαζε ο κοσμάκης. Να μην προλαβαίνουν να βγάλουν τα μαύρα σκουτιά, να βάζουν άλλα, να κουναρούν μια Ελλάδα με φτώχεια και ορφάνια, κι όσο που έκανε να πετάξει ανάστημα, να της κόβονται πάλε τα ποδάρια, να σπαρταράει στο αίμα, να πεθαινίσκει λαβωμένη κι αδίκιωτη.

Ζαλώθηκε η Ζαχαρούλα ευθύνη και φροντίδα για όλα, πεθερός δεν της βρίσκονταν, είχε πάει μετανάστης στην Αμερική, ούτε στο γάμο δεν ήταντος. Η πεθερά μπάμπω με δυο σκόπια, είχε αρρώστια, δεν την κράταγαν τα ποδάρια από χρόνια, ολοένα έπεφτε σιάδη στο εφτακάθαρο, ήθελε δυο ανθρώπους να τη σηκώσουν. Ευτυχώς είχε το στόμα καλό, δεν ήλεγε βαριές κουβέντες, μήτε βαρυγκώμαγε, ευκές με το σακί της έδινε, όλο «φούλα μου γραμμένη και κοπέλα τση μάνας» τη φώναζε και παρακάλαγε να γυρίσει ο Τσιάβος.

Είχε φτάκει ο Θερτής. Η Ζαχαρούλα με την κοιλιά στο στόμα και το δάκρυ να τρέχει κορόμηλο ετοίμαζε σαρμανίτσα και σπάργανα. Χαρές, δεν τό ’λεγε, ο κόσμος πάλε γιομάτος σκοτωμούς, έκανε τα πικρά γλυκά να παρηγορήσει την καρδιά της, να ξεγελάσει τη σκέψη της. Τήραε τ’ αγιόκλημα που δεν ήξερε από τούτη την κόλαση, άνθιζε και μοσχοβόλαγε ο τόπος κι ας ήταντο μέσα στα χαλάσματα, «έτσι κι εγώ, θ’ αφήκω τη ζωή να πετάξει μπουμπούκια, ν’ ανθίσει» , έφερνε το χέρι χάιδευε την κοιλιά, μετά σκούπιζε με την ανάστροφη τα μάτια της. Αστόχαε για λίγο τον κιντυνεμένο τον άντρα της, τον τρόμο που την έσκιαζε, έκλεβε στιγμές του Χάρου και τις έκανε ξεφάντωση στο νου, αλλά αυτό δε σήμαινε πως γλίτωνε…

Ένα μεσημέρι, κάθονταν όξω στη βρύση, η Χαρίσα, μ’ άλλες γυναικούλες ξεσπύριζαν καλαμπόκια, βασανισμένες όλες, ζμπόριζαν, παρηγοριές η μια στην άλλη, «άντα γένεται πόλεμος έχουν πανηγύρι οι τζέρμπες στα κράκουρα, οι μαυρογυναικούλες είναιτες για να κλαίνε» , είπε, κι απλώνοντας τα χέρια να ξεμουδιάσουν, ήβρισκε αιτία η βαβουλέτσω, τα τήραε, τα ξανατήραε, κουνούσε το κεφάλι, περασμένα κι απέραστα όλα τα σκέπτονταν.

Στα μελανιασμένα δάχτυλα μέτραε τις συμφορές που την είχαν βρει, όλες εκείγια, καμιά δεν έλειπε, όποτε κι αν τις χάλευε εκείγια σε παράταξη όλες, έτοιμες για παρέλαση, τώρε τα δάχτυλα, σάματις δεν έφταναν να μετρήσει και τούτη την καινούργια που έκρουε την πόρτα. Της ανέβηκε στο γκιόξι ένας σφάχτης πό ’χε χρόνια και δεν το μολόγαγε, κακός πλάνταμος. Έκανε να βήξει, τανύστηκε, την έσφαξε πιότερο, της κόπηκε η ανάσα, έσκυψε στην ποδιά, διπλώθηκε στα γόνατα, ασκώθηκαν οι γυναίκες της έβρεξαν ψια τα χείλη, τη χτύπησαν στα μάγουλα, στον πλάτη, τίποτις αυτή, είχε πάρει να μαυρίζει ο κόσμος. Άξαφνα είδε την αγγονιά να πλησιάζει με την πίτα στο σινί. Έμασε όση ψυχή της είχε απομείκει, χαμογέλασε.

«Σιούνται τα δέντρα,
σιούνται Ζαχαρούλα,
σιούνται και τα κλαριά…»

γιόμισαν τα μάτια αλισάχνη, είχε σωθεί το καντήλι, έσβησε…

Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου

[Συνεχίζεται…]



Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου

Η Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου, (λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου) γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962. Μεγάλωσε στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Κέρκυρας. Εργάστηκε στον Ξενοδοχειακό Τομέα, καθώς και στις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης ως Διοικητικός Υπάλληλος. Την γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Πιστεύει στην αγάπη. Συνεργάζεται με τα Διαδικτυακά Περιοδικά, Ποιείν, Fractal, Ατέχνως κ.α. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί από τους: Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργη Κοντογιάννη, Ανδρέα Ζιάκα, Γιάννη Νικολάου, Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και Θοδωρή Καστρινό.

Η μέχρι τώρα εργογραφία της περιλαμβάνει τα βιβλία:

– Αύριο, μια ελιά η μέσα πατρίδα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2023, Αθήνα
– Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών, Αφήγημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2021, Αθήνα
– Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2020, Αθήνα
– Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2019, Αθήνα
– Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα
– Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2018, Αθήνα
– Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2017, Αθήνα
– Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Ιούνιος 2015, Αθήνα
– Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
Συμμετοχές σε συλλογικά έργα
– Γράμματα της ποίησης, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: Ατέχνως, 2020, Αθήνα
– Μονόλογοι, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: το βιβλίο, 2017, Αθήνα
– Λογοτεχνικά Μονοπάτια, Εκδόσεις: Όστρια, 2022, Αθήνα
– Λογοτεχνικό Ολόγραμμα 1, Έκδοση της Εταιρείας Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού, Τυπογραφείο Γιώργου Κωστόπουλου, Δεκέμβριος 2022, Αθήνα

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:545