Χρόνος ανάγνωσης περίπου:4 λεπτά

Στο γέρμα του ήλιου αλέθουν οι μυλόπετρες | της Ζωής Δικταίου



Μονομεριάζουν οι χαρές,
καλοτυχιά θεμελιωμένη σε φαράγγια και χαράκια
ώρα που διασκορπίζεται στα διάσελα η πάχνη,
και ξαναδευτερώνει όρκο ο Αποκόρωνας
στού αγριμιού το κέρατο και στού φιδιού τη γέννα.

Τέλεψε ο άθλος στου παππού το Νοτικό λιοστάσι,
Μοίρα μυριόκλωνη μια γέρικη ελιά, αργοζυγιάζεται,
στο μισεμό, στο γιαγερμό, στο σπίθισμα τ’ ονείρου,
με τ’ άγγιγμα της βλαστοσέρνει η ελπίδα,
στη ρίζα Θραψανιώτικο σταμνί
χρυσό πουλί του Αλικιανού στα κλώνια.

Μαντατοφόρος άγγελος σού μήνυσε
να διαγουμίσεις στη φεγγοβολή το χρέος,
η ξυπνημένη θύμηση,
μια λιτανεία μεγαλόπρεπη στα λιόδεντρα,
στο σείσμα και στο λύγισμα,
κατάνυξη, παράπονο τού πελαγίσιου ανέμου.

Από τον κόπο αγιάζει επά στην πέτρα η ψυχή,
ακροφεγγίζει,
ολόφλογες πετά φτερούγες πέντε πήχες,
πριν ανεμοκυκλήσει για ν’ ανάψει το Βορράστρι στ’ Ακρωτήρι,
να γαμπροστολιστεί στο Ξηροστέρνι ο νιος,
ο σμιχτοφρύδης εγγονός τού καπετάν Μιχάλη,
στου χρόνου το λογαριασμό
να γράψει λεύτερος,
περίσσια τής αγάπης κερδισμένος.

Γοργοποδιάζει η Καλλιστώ,
αγέρινη, ψηλή η κορασιά, δαχτυλιδένια μέση,
να φτάσει νύφη απ’ το Μεγάλο Κάστρο,
βιγλίζει ο νους, χτυπά η καρδιά,
τ’ απανωχείλι τρέμει άγριο βύσσινο,
πίσω από το ζερβό αυτί
μοιρόγραφτη μαύρη ελιά, σημάδι και του έρωτα γινάτι,
γέλιο κρουστό,
στο βλέμμα φλόγα ο πόθος, υπερούσια,
γλεντά το αιώνιο πανηγύρι της γυναίκας.

Κι η καλαντρούσα η νένα τζη, στη Ζάκρο
καμαροφρύδα,
αργάτισσα πιστή στην πρώτη αγάπη,
κερνά κρασί, κερνά γητειές,
και σύγκορμη ριγάει, στο μελωμένο φίλημα
να δώσει ευχή μεγάλη.
Γονατιστή, δεητικά στη νιότη και στην κόρη,
μια χούφτα αλάτι, φυλακτό,
από τη ζαφειρένια Χιώνα,
να την κρατά βυζάστρα στη ζωή,
μαυλίστρα της τιμής και της αλμύρας.
Σγουρό, κόκκινο ρόδο εκατόφυλλο,
του κοσμοκράτη ανθός στο κρουσταλλένιο στήθος,
πλεχτό κανίσκι,
στολισμένα ως πρέπει τα εφτάζυμα,
πεσκέσι ακριβό και τιμημένο, Λασιθιώτικο,
να ξεφαντώσουν οι αντρειόθρεφτοι
κι η θυγατέρα η αγγελόθωρη
στο χοροστάσι της χαράς, σε Μέγα Περιβόλι
να χορέψει.

Περνά το ψίκι ανθοπλεμένη στράτα Ρεθεμνιώτικη,
το ριζικό, χιόνι λευκό κορφουρανίς στον Ψηλορείτη,
τού Πλατανιά οι λυγεροκλαδούσες,
ασημοκλωσμένες προσκυνούνε τα πατήματα,
σείστρα, κουδούνια, πέτσινα στιβάνια,
γεμίζουν οι Χανιώτικες Μαδάρες,
μεϊντανογέλεκα, πουκάμισα άσπρα,
παλικαρίσια αντρίκεια πεθυμιά.

Στην κόψη της χαράς
σκουριά, κιτρινισμένη σκέψη, μπλάβο αίμα,
πλαντά να σκάσει ο Δρεπανιάρης,
φαρμακερές σαΐτες,
τα χελιδόνια σ’ άπιαστο ουρανό.

Στ’ απάνω δώμα, οι πρόγονοι στην τάβλα ξεφαντώνουν,
ο κύρης, σφίγγοντας τα χείλη,
κλώθει τις ξένες στράτες και τις πέρα θάλασσες,
οπίσω να γυρίσεις
κι όλο σιμώνει η μαριόλα η ξενιτιά,
στη σκέψη μουσαφίρισσα,
αντιβουίζει απ’ αλάργα όλα τ’ αθέλητα,
όσα ψυχανεμίζεται ο παππούς, θαρρώ φοβάσαι.

Ξυπνά, κονταρομάχα η λοξομάτα Όστρια,
συνάρμενη γλεντά η Κρήτη απ’ άκρη ως άκρη,
φουσκώνει η γη, πρασινοβόλησαν οι ελιές,
νιόγραφτοι αροδαμοί απ’ τη Γραμβούσα ως το Βάι.

Το φως, καινούργια αρματωσιά ως την Αράδαινα,
στο πόρτεγο η γιαγιά, χαρές απλώνει,
στην Κάντανο, μύρισε ασβέστη και λιβάνι η αυλή,
στο Φραγκοκάστελλο,
μετρούν τον ίσκιο τους στ’ απόι οι Δροσουλίτες,
και το μελισσολόι στη Φαλάσαρνα,
ξεχύθηκε πασίχαρο σ’ αλαδανιά και θύμο.

Στη Σούγια πλουμιστά στρωμνιά,
στο Μάλεμε, καίει μέρα – νύχτα το καντήλι,
στο Βάμο οι λύρες οι γλυκόλαλες,
κρασί μου Κισαμίτικο, κούπα ζωγραφισμένη,
βαστά ο καιρός, βαστώ κι εγώ,
άστρο μη βασιλέψεις,
να δέσω τα σαντάλια μου, χορός να μη σκολάσει.

Στο γέρμα του ήλιου,
η παντιγιέρα ένα μελτέμι καρτερεί,
δάκρυ, χαρά, καιρός, σιωπές, όμορφες μαντινάδες,
ν’ αλέσουν οι μυλόπετρες, χρόνε μου ψυχαρπάχτη.

Στάλα τη στάλα στο αρχαίο λιοτρίβι
ντελίνα ορθή, μετρά ακριβά το λάδι,
έχει δαχτυλιδόπετρα μισό φεγγάρι,
βραχιόλι από λιγάθινη ελιά
και παραμάνα λιόφυλλο σε φιλντισένιο χτένι,
κυρά, αφέντρα κι απροσκύνητη η Ζωή,
στηλώνει κόσμο, ομπρός πηγαίνει,
χαροκοπά στην αορίτικη ξεφάντωση,
με φρόνηση, αρμέγει στην ξερολιθιά τ’ ανέφαλα
κι όλο το μαύρο γιούσουρι
στοχάζεται στης θάλασσας τα βάθη,
συνορατόρισσα στη νια αυγή,
να πάρουνε φωτιά τα κάτω σύμπαντα,
ν’ αντιλαμπίσουν τα κλειστά περάσματα,
να σπάσουν τα κερκέλια
και να μυρίσει ο κόσμος όλος γιασεμί.

Αύριο, εν ονόματι της αγάπης
Κέρκυρα, 26 Απρίλη 2021
Ζωή Δικταίου


Η Χαρούλα Βερίγου – Μπάντιου, (λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ζωή Δικταίου) γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962. Μεγάλωσε στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Είναι πτυχιούχος της Σχολής Τουριστικών Επαγγελμάτων Κέρκυρας. Εργάστηκε στον Ξενοδοχειακό Τομέα, καθώς και στις Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης ως Διοικητικός Υπάλληλος. Την γοητεύουν τα γιασεμιά, τα φεγγάρια, τα βλέμματα, τα δακρυσμένα μάτια, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Πιστεύει στην αγάπη. Συνεργάζεται με τα Διαδικτυακά Περιοδικά, Ποιείν, Fractal, Ατέχνως κ.α. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί από τους: Νίκο Ανδρουλάκη, Γιώργη Κοντογιάννη, Ανδρέα Ζιάκα, Γιάννη Νικολάου, Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και Θοδωρή Καστρινό.

Η μέχρι τώρα εργογραφία της περιλαμβάνει τα βιβλία:

– Αύριο, μια ελιά η μέσα πατρίδα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2023, Αθήνα
– Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών, Αφήγημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2021, Αθήνα
– Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2020, Αθήνα
– Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Νοέμβριος 2019, Αθήνα
– Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Εκδόσεις: Φίλντισι, Σεπτέμβριος 2018, Αθήνα
– Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Φεβρουάριος 2018, Αθήνα
– Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Μάιος 2017, Αθήνα
– Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Ιούνιος 2015, Αθήνα
– Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, Εκδόσεις: Έψιλον, 1996, Αθήνα
Συμμετοχές σε συλλογικά έργα
– Γράμματα της ποίησης, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: Ατέχνως, 2020, Αθήνα
– Μονόλογοι, Ποιητική ανθολογία, Εκδόσεις: το βιβλίο, 2017, Αθήνα
– Λογοτεχνικά Μονοπάτια, Εκδόσεις: Όστρια, 2022, Αθήνα
– Λογοτεχνικό Ολόγραμμα 1, Έκδοση της Εταιρείας Κοινωνικού Έργου και Πολιτισμού, Τυπογραφείο Γιώργου Κωστόπουλου, Δεκέμβριος 2022, Αθήνα

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:403