Χρόνος ανάγνωσης περίπου:11 λεπτά

Το ’21 «τροφός» της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας | της Αριστούλας Ελληνούδη


Τιμώντας την επέτειο της Επανάστασης του ’21, επιχειρούμε μια συνοπτική αναφορά στην τροφοδοτική επίδραση που άσκησε στις ιδέες και στο έργο κορυφαίων Ελλήνων και φιλελλήνων Ευρωπαίων δημιουργών. Στα «μνημεία» που της έστησε κυρίως η λογοτεχνία, ξένη και ελληνική, η έντεχνη και η λαϊκή. Προπάντων, η μακραίωνη και πανώρια ελληνική δημοτική ποίηση. Από αυτήν αρχίζουμε.

«Τ’ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης

κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι,

κλαίγουν την Αντριανόπολη την πολυκρουσεμένη,

οπού τήνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου (…)».

Πολλοί συγγραφείς ιστόρησαν την υποδούλωση και απελευθέρωση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Ο πρώτος, αλάθευτος, αντικειμενικότερος ιστορητής και ο τελειότερος εικονοπλάστης της τεράστιας ανθρώπινης και γεωγραφικής «τοιχογραφίας» της μακραίωνης σκλαβιάς του ελληνικού λαού και των μακρόχρονων απελευθερωτικών αγώνων του, δεν υπήρξε άλλος από τη Δημοτική Ποίηση του λαού. Απόδειξη, οι παραπάνω λυπητεροί στίχοι ενός δημοτικού τραγουδιού (14ος αιώνας), με το οποίο ο λαός ιστόρησε τις αλλεπάλληλες αλώσεις της πρώτης κατακτημένης πόλης. Της Ανδριανούπολης, στα 1205 και έπειτα, το 13ο και το 14ο αιώνα.

Άρι Σέφερ: Ο γιος υπερασπίζεται τον τραυματισμένο πατέρα

Ο λαός με τη δημοτική του ποίηση ιστόρησε την άλωση της Πόλης και όλου του Βυζαντίου. Τη μάταιη ικεσία του να βοηθήσει η Φραγκιά, για να σωθούν τα κειμήλια της Αγιά – Σοφιάς. Την οδύνη του για τη σκλαβιά, παντού, των Ελλήνων.

«Κλαίγουν οι μαύροι τη σκλαβιά, οπού είναι σκλαβωμένοι,

κλαίγουν και τον ξεχωρισμό, το πώς θα ξεχωρίσουν.

Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει!

Αφήνει η μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα,

χωρίζει κ’ ένα αντρόγυνο, μια μέρα ανταμωμένο (…)».

Ο λαός ονομάτισε και τους κατακτητές και τους ήρωες κάθε τόπου. Χαρακτηριστικό ανάμεσα σε άπειρα άλλα το δημοτικό τραγούδι για την πρώτη εκστρατεία του Αλή Πασά στο Σούλι (1792):

«Τρία μπαϊράκια φαίνονται ποκάτω από το Σούλι./ Τό ‘να ‘ναι του Μουχτρά πασά, τ’ άλλο του Σελιχτάρη,/ το τρίτο το καλύτερο είναι του Μιτσομπόνου./ Μια παπαδιά τ’ αγνάντεψε ν’ από ψηλή ραχούλα./ “Πού ‘στε του Λάμπρου τα παιδιά, πού ‘στε νοι Μποτσαραίοι;/ Αρβανιτιά μας πλάκωσε, θέλει να μας σκλαβώση”.(…) Κι ο Κουτσονίκας φώναξεν από το μετερίζι:/ “Παιδιά, σταθήτε στέρεα, σταθήτε αντρειωμένα,/ γιατ’ έρχεται ο Μουχτρά πασάς με δώδεκα χιλιάδες”./ Ο πόλεμος αρχίνισε κι ανάψαν τα τουφέκια.(…)».

Κορυφαίοι διανοητές, ιστορικοί, πεζογράφοι, δραματουργοί, ποιητές, ύμνησαν τον αρχαίο πολιτισμό της Ελλάδας και τον απελευθερωτικό αγώνα του λαού της. Τολμούμε, όμως, να πούμε ότι κανένα ποίημα και των μεγαλύτερων ξένων ποιητών δεν έφθασε το μετρικό πλούτο, το γλωσσικό κάλλος, τη μυθοπλαστική ευλυγισία και παραστατικότητα, τη συγκινησιακή δύναμη της ελληνικής Δημοτικής Ποίησης. Αυτή θα αποτελεί το μέγιστο, ασύγκριτο μνημείο του μακρόχρονου, προδρομικού αγώνα της κλεφτουριάς και έπειτα του ’21.

Τι μπορεί να συγκριθεί με τραγούδια σαν της «Δέσπως» (1803), που «Δαυλί στο χέρι νάρπαξε, κόρες και νύφες κράζει/. “Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε, παιδιά μ’ μαζί μου ελάτε”. Και τα φισέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν». Σαν του Διάκου, που πεθαίνοντας κραύγαζε στους δημίους του «Σκυλιά, κι α με σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη./ Ας είν’ ο Οδυσσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας,/ που θα σας σβύσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι». Πώς να ‘βρεις ομορφιά ανάλογη του «Φύσα μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου,/ να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα», με ομιλητή κι ένα πουλί: «Πουλί, πώς πάει ο πόλεμος, το κλέφτικο ντουφέκι;/ – Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης,/ και παραπίσω οι Ελληνες με τα σπαθιά στα χέρια»; Σαν του Βασίλη το τραγούδι, που στη συμβουλή της μάνας του να γίνει νοικοκύρης απαντά: «- Μάννα μου, εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,/ να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν,/ και να ‘μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους./ Φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι,/ να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια,/ να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους,/ να βρω λημέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνων,/ και να σουρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,/ που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες». Σαν το «Εχετε γεια ψηλά βουνά και κάμποι με τα ρόδα,/ δροσιές με τα χαράματα, νύχτες με το φεγγάρι,/ κ’ εσείς, μωρέ κλεφτόπουλα, που είσαστε παλληκάρια,/ δε σας τρομάζει ο πόλεμος, πηδάτε σαν λιοντάρια». Σαν το «Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια/ έτσι λάμπει κι η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι(…)».

Θεόφιλος: Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης συναθροίζει εἰς τὴν Λίμνην Λέρνην τοὺς νικητὰς τοῦ Δράμαλη τὸ 1822. Τοιχογραφία (νωπογραφία).

«Τέκνα» της Δημοτικής Ποίησης

Αμύθητος, αμέτρητος, αθάνατος θησαυρός, η Δημοτική Ποίηση για τη σκλαβιά και κλεφτουριά έθρεψε τις ιδέες του «Πρωτεργάτη – Εξάγγελου» της επανάστασης όλων των λαών κατά των κάθε λογής τυράννων Ρήγα Φεραίου, το σύνολο του έργου του και τον εθνεγερτήριο «Θούριό» του:

«Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,/ μονάχοι, σαν λιοντάρια, στις ράχες, στα βουνά;/ (…) Κάλλιό ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,/ παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!/ Τι σ’ ωφελεί αν ζήσης και είσαι στη σκλαβιά; Στοχάσου πως σε ψένουν καθ’ ώραν στη φωτιά./ (…)Πώς οι προπάτορές μας ωρμούσαν σαν θεριά,/ για την Ελευθερίαν πηδούσαν στη φωτιά,/ έτζι κ’ ημείς, αδέλφια, ν’ αρπάξωμεν για μια/ τ’ άρματα, και να βγούμεν απ’ την πικρή σκλαβιά! Να σφάξωμεν τους λύκους, που τον ζυγόν βατούν/ και Χριστιανούς και Τούρκους σκληρά τους τυραννούν,/ στεριάς και του πελάγου να λάμψει ο Σταυρός,/ κ’ εις τη δικαιοσύνη να σκύψη ο εχθρός,/ ο κόσμος να γλυτώση απ’ αύτην την πληγή/ κ’ ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια, εις την Γη!».

Ο σκλαβωμένος, αγωνιστής και ποιητής λαός ενέπνευσε τον διωκόμενο στην Ευρώπη επαναστάτη ποιητή Ούγκο Φώσκολο. Τις εθνεγερτήριες «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου: «Τρέξατε, αδέλφια, τρέξατε/ ψυχαί θερμαί γενναίαι/ εις τον βωμόν τριγύρω/ της πατρίδος αστράπτοντα/ τρέξατε πάντες./ Ας παύσωσ’ οι διχόνοιαι/ που ρίχνουσι τα έθνη/ τυφλά, υπό τα σκληρότατα/ ονύχια των αγρώπνων/ δολίων τυράννων./ Τρέξατ’ εδώ, συμφώνως/ τους χορούς ας συμπλέξωμεν,/ προσφέρων ο καθένας/ λαμπράν θυσίαν, πολύτιμος,/ εις την πατρίδα». Ο ποιητής – αγωνιστής λαός ενέπνευσε τα ποιητικά θαύματα του Σολωμού, όπως οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οι «Χαιρετισμοί», ο «Υμνος εις την Ελευθερίαν», η ελεγεία για το θάνατο του λόρδου Βύρωνα.

Louis Dupré: Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει την ελληνική σημαία στο φρούριο των Σαλώνων.

Το έργο των μεγάλων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού – Βολταίρου, Ντιντερό, ντ’ Αλαμπέρ, Μοντεσκιέ – Ρουσό, Ντυκλό, κ.ά. – οι ιδέες και το έργο του Ρήγα, αλλά και η γλώσσα και η ποίηση του σκλαβωμένου λαού «έθρεψαν» τους πρωτεργάτες του Ελληνικού Διαφωτισμού και δημοτικιστές, όπως ο Νικόλαος Σοφιανός, ο Αδαμάντιος Κοραής, ο φωτισμένος πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Κύριλλος Λούκαρις, ο δάσκαλος στην Τεργέστη Κωνσταντίνος Κούμας. Τις ίδιες ιδέες υπηρέτησαν ο «Φιλικός» δραματουργός Γεώργιος Λασσάνης. Ο πρώτος Ελληνας επαγγελματίας ηθοποιός στο Βουκουρέστι, Κωνσταντίνος Αριστίας, που έπεσε πολεμώντας με τον «Ιερό Λόχο». Ο θεατράνθρωπος της Οδησσού Σπύρος Δρακούλης, που έπεσε πολεμώντας στο Δραγασάνι. Ο Δημητσανιώτης Π. Ανδρόνικος, που ζούσε στο Κίσνοβο της Ρωσίας και έγραψε το ποίημα: «Ω παιδιά μου/ ορφανά μου,/ σκορπισμένα εδώ κι εκεί,/ διωγμένα,/ υβρισμένα/ απ’ τα έθνη πανοικί!/ Ξυπνήστε τέκνα/ κι ήλθεν η ώρα,/ ξυπνήστε όλα,/ τρέξατε τώρα/ κι ήλθεν ο Δείπνος ο Μυστικός!».

Διεθνής η ακτινοβολία της

Η Δημοτική μας Ποίηση «γονιμοποίησε» στο πολλαπλάσιο τα φιλελληνικά αισθήματα στην Ευρώπη, ακόμα και στην Αμερική, στα προεπαναστατικά, επαναστατικά και μετεπαναστατικά χρόνια. Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξαν οι μεταφράσεις και εκδόσεις συλλογών δημοτικών ποιημάτων (ιστορικών και κλέφτικων κυρίως) από αληθινούς φιλέλληνες, με πρώτους τους Γάλλους Κλοντ Φοριέλ και Ερνέστ Ρενάν. Ειδικά, η δίτομη έκδοση του Φοριέλ προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον στη Γαλλία και ανέπτυξε – στη διάρκεια της Επανάστασης – τα φιλελληνικά αισθήματα σπουδαίων δημιουργών του γαλλικού ρομαντισμού και τους ενέπνευσε φιλελληνικά έργα. Το φιλελληνικό «έδαφος» στη Γαλλία είχαν προετοιμάσει ο αβάς Μπαρτολεμί, μεταφράζοντας το «Ταξίδι του νέου Ανάχαρση». Το υμνητικό για την αρχαία Ελλάδα έργο του Σενιέ. Οι πεζογραφικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις από την Ελλάδα των Σατωμπριάν και Γκωτιέ.

Xydacobe: Σφαγές από τους Τούρκους στους δρόμους των Χανίων

Οσο αναπτύσσεται το επαναστατικό ρεύμα στην Ευρώπη, και οι Φιλικοί και άλλοι Ελληνες παραμονές της επανάστασης και στη διάρκειά της τριγυρίζουν την Ευρώπη, ενημερώνοντας και καλλιεργώντας δεσμούς με διανοούμενους και ντόπιες επαναστατικές δυνάμεις, τόσο πληθαίνουν οι φωνές και τα έργα φιλελλήνων. Ιδιαίτερα των Γάλλων. Ανάμεσά τους οι Σταντάλ, Λαμαρτίνος, Βερανζέρος, Ουγκώ, Ντελαβίν, Βινύ, Οζανώ, Πισά.

Η έκδοση της συλλογής δημοτικών τραγουδιών από τον Φοριέλ προκάλεσε ενδιαφέρον και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γερμανία, λ.χ. (όπου ευδοκιμούσε η ελληνο-αρχαιολατρική ποίηση των Σίλερ, Χαίλντερλιν, Χέρντερ, κ.ά.), βοηθούντος και του γερμανικού επαναστατικού πνευματικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή», η συλλογή του Φοριέλ, μεταφρασμένη από τον φιλέλληνα Γερμανό ποιητή Βίλχελμ Μύλερ (1794-1827), γνώρισε μεγάλη απήχηση, όπως και η ποίηση των Σολωμού και Κάλβου. Η ελληνική δημοτική ποίηση εμπνέει μεταξύ άλλων και τον κορυφαίο ποιητή Γκαίτε.

Οι επαναστάτες Μύλερ, Μπάυρον, Πούσκιν

Ωστόσο, ο πιο παθιασμένος υποστηρικτής της ελληνικής επανάστασης ήταν ο επιλεγόμενος «Ελληνας» Βίλχελμ Μύλερ, ο οποίος από το 1821-1827 έγραψε 52 θαυμάσια ποιήματα – «Τραγούδια των Ελλήνων» τα τιτλοφορούσε – για τον ηρωικό αγώνα των Ελλήνων, για τη βαρβαρότητα του κατακτητή, το σκοταδισμό της «Ιεράς Συμμαχίας», τον κυνισμό της αποικιοκρατικής Βρετανίας. Στο ποίημά του «Η Ελλάδα και ο κόσμος», μεταξύ άλλων, γράφει:

«Χωρίς τη λευτεριά, τι θα ήσουν συ, Ελλάδα;/ Χωρίς εσένα, Ελλάδα, τι θα ήταν ο κόσμος;/ Ελάτε, σεις λαοί απ’ όλες τις χώρες/ Δείτε τα στήθια,/ Που σας θήλασαν/ Με το καθαρό γάλα της σοφίας! – Πρέπει να τα κατασπαράξουν οι βάρβαροι;/(…) Ελάτε, σεις λαοί όλων των χωρών,/ Ελάτε και βοηθήστε να την κάνετε λεύτερη,/ Αυτή που σας έχει κάνει όλους λεύτερους!/ Χωρίς τη λευτεριά, τι θα ήσουν συ, Ελλάδα,/ Χωρίς εσένα, Ελλάδα, τι θα ήταν ο κόσμος;».

Θεόφιλος: Ο Καραϊσκάκης καταδιώκει τον Κιουταχή το 1826.

Παρά τον κυνισμό της Μεγάλης Βρετανίας, αναπτύχθηκαν και σ’ αυτήν φιλελληνικά αισθήματα και έργα. Κορυφαίοι του βρετανικού λογοτεχνικού φιλελληνισμού ήταν ο Σέλεϊ, που έγραψε τα λυρικά δράματα «Προμηθεύς λυόμενος» και «Ελλάς» και, βέβαια, ο αρνητής της αριστοκρατικής τάξης του, λόρδος Βύρων, που έκανε υπόθεσή του τη λευτεριά του λαού μας και μαχόμενος υπέρ αυτού έπεσε στο Μεσολόγγι. Από τα ουκ ολίγα έξοχα ποιήματα του Μπάυρον, επιλέγουμε ελάχιστα σπαράγματα:

«Με ποτάμια από αίματα/ καταχτιέται η λευτεριά./`Η στη μάχη θα πέσουμε/ ή θα ζήσουμε λεύτεροι πια./ Κάτω όλοι οι βασιλιάδες,/ τύραννοι, σύμβολα σκλαβιάς/(…)».

«Μες στον άδοξο δρόμο, που μια τύχη με σέρνει,/ με φυλή που σηκώνει της σκλαβιάς αλυσίδα,/ κάποιο βάλσαμο κούφιο στο τραγούδι μου φέρνει/ η ντροπή που με πιάνει για μια τέτοια πατρίδα!/ Και τι νάχει εδώ άλλο ποιητής παρά μόνο/ για τους Ελληνες πίκρα, για τη χώρα τους πόνοι!».

«Σκλάβε, κάμε τη δουλιά σου!/ Χτύπα, όπως χτύπησα εγώ τους εχθρούς!/ Χτύπα, όπως θα είχα εγώ/ χτυπήσει αυτούς τους τυράννους!/ Χτύπα βαθιά, όσο βαθιά είναι η κατάρα μου/ Χτύπα, αλλά μόνο μια κι έξω».

«Χαμένοι, αβοήθητοι, μονάχοι κι αφημένοι/ από Χριστιανούς π’ απ’ αυτούς πίστη είχαν παρμένη/ οι κάμποι τους ερείπια, τα νησιά αφανισμένα,/ με προτροπές τα πάθη τους να δούνε ξεχασμένα/ η βοήθεια που δεν ήρθε, και η κρύα αδιαφορία/ η αργοπορία κ’ ελπίδα για μιαν εύκολη λεία/ αυτά ιστορία θα πουν, κ’ η Ελλάδα θ’ αποδείξει/ τον ψευτοφίλο πιο κοντά απ’ εχθρό πούχει φρίξει./ Κάλλιο έτσι: Ο Ελληνας στη χώραν του Ελευθερίαν να φέρει./ μονάχος δίχως βάρβαρους μ’ ειρήνης περιστέρι».

Τόμας Φίλιπς: Λόρδος Βύρων

Στη Ρωσία, όπου ο Ρήγας, πρώτος, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Οικονόμου, προσπάθησε να κυκλοφορήσει μια συλλογή ελληνικής δημοτικής ποίησης, αναπτύχθηκαν ουκ ολίγες φιλελληνικές ποιητικές φωνές. Επρόκειτο για τους σημαντικότερους ποιητές του ρώσικου ρομαντισμού, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν ενταγμένοι ή στήριζαν το επαναστατικό κίνημα των «Δεκεμβριστών» και έγραψαν ποιήματα για την ελληνική επανάσταση. Οι σπουδαιότεροι από αυτούς ήταν ο Θεόδωρος Γκλίνκα. Ο Παύλος Κατένιν (ο οποίος, όπως επισημαίνει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος στην τρίτομη μελέτη του «Η Ρώσικη Λογοτεχνία», τέλειωνε το ποίημά του «Πολιτικός Υμνος» με την έκκληση του Ρήγα «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή(…)». Ο Νικόλας Γκνιέντιτς (ο οποίος μετέφρασε ελληνικά κλέφτικα τραγούδια). Οι Κοντράτ Ριλέγιεφ, Βίλγκελμ Κιουχελμπέχερ, Βλαδίμηρος Ραγιέφσκι, Αλέξανδρος Οντογιέφσκι, Αλέξανδρος Μπαραντίνσκι, Γ. Μπάτενκωφ, Νικόλαος Γιαζίκωφ, Αλέξανδρος Πολεζάγιεφ, Π. Βιάζεμσκι, Α. Μπεστούζεφ. Και, βέβαια, ο Λέρμοντοφ και αρκετοί Ρώσοι πεζογράφοι και δραματουργοί. Προπάντων, ο «Δεκεμβριστής», θαυμαστής της ποίησης και του αγώνα του Μπάυρον, και μέγας Ρώσος ποιητής Αλέξανδρος Πούσκιν, με στίχους του οποίου, σε μετάφραση του Κώστα Βάρναλη, θα τελειώσουμε το σημείωμά μας:

«Εμπρός, στηλώσου Ελλάδα επαναστάτισσα/ βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου,/ μάταια δεν ξεσηκώθηκε ο Ολυμπος,/ η Πίνδος, οι Θερμοπύλες – δόξασμά σου./ Απ’ τα βαθιά σου σπλάχνα ξεπετάχτηκε/ η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία/ κι από τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα/ της Αθήνας, πάντα ιερά και νέα./ Θεών και ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα/ το ζυγό σου και την ενάντια μοίρα,/ με την ηχώ που βγάνει του Τυρταίου σου,/ του Μπάυρον και του Ρήγα η άξια λύρα».

24/3/2002

Αριστούλα Ελληνούδη


Η Αριστούλα Ελληνούδη, ηθοποιός, κριτικός θεάτρου και δημοσιογράφος της εφημερίδας Ριζοσπάστης γεννήθηκε το 1945, ήταν κόρη του Γιώργη Ελληνούδη, στελέχους του ΚΚΕ από τη δεκαετία του 1920, που κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε την ευθύνη του Τυπογραφείου του ΕΑΜ.

Από τα 14 της χρόνια αρχίζει επαφές με τη Λέσχη των Λαμπράκηδων. Μετά το Γυμνάσιο εισάγεται στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου με υποτροφία και όταν την τελειώνει μπαίνει στο θέατρο. Με τη μεταπολίτευση έρχεται αμέσως σε επαφή με το ΚΚΕ και γίνεται μέλος του, το 1974.

Αναλαμβάνει έντονη δράση για το στήσιμο των πρώτων Οργανώσεων επιστημόνων-καλλιτεχνών και από το 1975 αρχίζει τη συνεργασία της με την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (με το ψευδώνυμο “Θυμέλη”) στο δυναμικό της οποίας εντάσσεται κανονικά το 1976. Για πολλά χρόνια υπεύθυνη του πολιτιστικού τμήματος της εφημερίδας.

Η Αριστούλα Ελληνούδη αναπτύσσει πλούσια καλλιτεχνική δραστηριότητα ως ηθοποιός και ως κριτικός θεάτρου. Γνωρίζει και παντρεύεται τον ηθοποιό Τίμο Περλέγκα, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιάννο Περλέγκα. Έφυγε από τη ζωή το Γενάρη του 2019.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:94