Χρόνος ανάγνωσης περίπου:7 λεπτά

Η έννοια της κοινωνικότητας στην τέχνη | του Βασίλη Ραφαηλίδη


… Υπό καπιταλιστικό καθεστώς, η κουλτούρα είναι είδος που πουλιέται και αγοράζεται. Μπορούν να καταναλώσουν κουλτούρα αυτοί που είναι σε θέση να την πληρώσουν. Καί είναι μάταιο να περιμένει κανείς να πληρώσει για την κουλτούρα αυτός που δεν είναι σε θέση να πληρώσει για προϊόντα βασικά για την επιβίωσή του. Όταν δεν έχεις ψωμί δεν τρως παντεσπάνι.

Αντίθετα με τα άλλα προϊόντα, το καλλιτεχνικό προϊόν δεν υπόκειται απόλυτα στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Όμως, δεν παύει να είναι ένα προϊόν που πουλιέται, και ο καλλιτέχνης που το παράγει δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος με ανάγκες πολύ πεζές και υποδειγματικά αντιπνευματικές.

Όσο «μποέμ» κι αν είναι ο καλλιτέχνης, του χρειάζεται ένα μίνιμουμ εισοδήματος για να κρατηθεί στη ζωή και να δημιουργήσει. Τρεις τρόπους έχει στη διάθεσή του για να εξασφαλίσει το αναγκαίο για την επιβίωσή του οικονομικό μίνιμουμ:

1) Να πουλήσει το έργο του, κάνοντας έτσι μια πράξη τυπικά και ολικά αντιπνευματική και αντικαλλιτεχνική. Τα έργα τέχνης δεν είναι εξ αρχής εμπορεύματα. Γίνονται κατ’ ανάγκην εμπορεύματα μέσα σε μια κοινωνία εμπορευματική.

2) Να δεχτεί την «οικονομική προστασία» των οικονομικά ισχυρών, πράγμα που ήταν ο κανόνας μέχρι το τέλος του 18ου αιώνα, όταν ο μαικηνισμός ήταν σχεδόν ο μόνος τρόπος για την επιβίωση του καλλιτέχνη, που κατά κάποιον τρόπο ήταν ο «γελωτοποιός του βασιλέως», ή ο μισθωτός του πρίγκιπα. Ο μαικηνισμός λειτουργεί και σήμερα, κάτω από παραλλαγμένες μορφές: Γάμος πλούσιου, πλην ατάλαντου με φτωχή πλην ταλαντούχο, πρόσκληση του φτωχού καλλιτέχνη σε κρουαζιέρες και δεξιώσεις όπου «τρώει καλά» (και τρώγοντας υποφέρει απ’ τον σνομπισμό και την, κατά κανόνα, ολική αντιπνευματικότητα του οικοδεσπότη) δωράκια υστερόβουλα απ’ τη μεριά του «θαυμαστή., που θαυμάζει περισσότερο το μύθο του καλλιτέχνη παρά το έργο του (που, άλλωστε, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει) και άλλα πολλά και εξευτελιστικά για το δημιουργό.

Και,

3) Να κάνει παράλληλα με τη δημιουργική του δουλειά και μια βιοποριστική, που πάντα λειτουργεί σε βάρος της πρώτης. Υπολογίζεται πως το 60% των καλλιτεχνών διεθνώς δεν μπορούν να ζήσουν απ’ το έργο τους.

Τούτη η έλλειψη οικονομικής αυτάρκειας έχει σα συνέπεια να νιώθει ο καλλιτέχνης παρίας και περιθωριακός σε μια κοινωνία για λογαριασμό της οποίας δημιουργεί και που τον έχει απόλυτη ανάγκη: Η τέχνη είναι τόσο αναγκαία όσο και το ψωμί.

15 Σεπτεμβρίου 1985

Ο Β. Χάουζενστάιν θεωρεί τον καλλιτέχνη εξ ορισμού σοσιαλιστή: Για να μείνει απερίσπαστος στην καλλιτεχνική του δημιουργία πρέπει να αναλάβει η κοινωνία, στο σύνολό της, τα έξοδα συντήρησής του. Αλλά κάτι τέτοιο μετατίθεται σαν αίτημα σ’ ένα μέλλον που δεν ξέρουμε πόσο μακρινό μπορεί να είναι. Μέχρι τότε, ο καλλιτέχνης θα νιώθει περιθωριακός — πολύ περισσότερο τώρα που έχασε το συγκεκριμένο και δυνάμενο να κατονομαστεί προστάτη του και που αφέθηκε στην καλή διάθεση των ανώνυμων καταναλωτών του έργου του.

Η αστική δημοκρατία δεν είναι για καλλιτέχνες — αλλά οι τελευταίοι που θα το καταλάβουν αυτό φαίνεται να είναι οι καλλιτέχνες: Φοβούνται τόσο πολύ τους προστάτες που προτιμούν τελικά την παντελή έλλειψη προστασίας. Και ίσως να μην έχουν άδικο, κάτω απ’ τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, όπου η προστασία σπάνια προσφέρεται αφιλοκερδώς.

Δεν είναι μόνο ο «δημοκράτης» καταναλωτής του έργου τέχνης που επηρεάζει σήμερα την καλλιτεχνική δημιουργία με τον οβολό του. (Κάθε οικονομική συναλλαγή είναι και μια επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου). Είναι και το ίδιο το κράτος που επεμβαίνει, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Άμεσα, π.χ. στην περίπτωση που ασκεί λογοκρισία. ‘Εμμεσα, και τούτη η δόλια μορφή επέμβασης είναι και η πιο καταστροφική, με τις χορηγίες, τις υποτροφίες, τις αγορές έργων από κρατικές υπηρεσίες, τα βραβεία, το διορισμό του καλλιτέχνη σε δημόσια πόστα, κλπ, κλπ.

Το να ισχυρίζεται ο καλλιτέχνης πως είναι «λεύτερος» κάτω από τέτοιες συνθήκες, αν δεν είναι στρουθοκαμηλισμός είναι σκέτη βλακεία. Πώς μπορεί νάναι λεύτερος όταν περιμένει πώς και τι να του αγοράσει το κράτος το βιβλίο του; Και γιατί να του το αγοράσει όταν τούτο το βιβλίο συμβαίνει να είναι «ανατρεπτικό» της υπάρχουσας τάξης πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων;

Και πώς να γίνει κανείς ακαδημαϊκός όντας, εκτός από σπουδαίος δημιουργός και «ανατροπέας», έστω τύπου Καζαντζάκη, ας πούμε; Και γιατί να σου δώσουν κρατική υποτροφία όταν είναι σίγουροι πως θα τη χρησιμοποιήσεις για να εδραιώσεις την αντιεξουσιαστική νοοτροπία και συμπεριφορά σου, τυπικό χαρακτηριστικό κάθε γνήσιου καλλιτέχνη;

Κι ακόμα, πώς γίνεται να είσαι λεύτερος έχοντας ενδοστρέψει όλες αυτές τις εξωτερικές δυσκολίες και για ν’ αποφύγεις τη λογοκρισία, άς πούμε, καταφεύγεις στην αυτολογοκρισία, την πιο βάναυση και χυδαία μορφή λογοκρισίας που είναι δυνατό να υπάρξει; Παρόλα ταύτα, ο μύθος του «ελεύθερου καλλιτέχνη. που ζει υπό καθεστώς αστικής «ελευθερίας» είναι τόσο διαδομένος ανάμεσα στους καλλιτέχνες, που είναι δύσκολο να πιστέψεις πως αυτοί είναι «απ’ τη φύση τους σοσιαλιστές». Ίσως θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως είναι παρά φύσιν μαζοχιστές.

22 Σεπτεμβρίου 1985

[Κείμενα στο «Έθνος»]

Βασίλης Ραφαηλίδης


[Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι του έργο «Σχεδιαστές – Εισηγητές» 1967, του σοβιετικού ζωγράφου, καλλιτέχνη και καθηγητή Ιβάν Στεπάνοφ (Иван Григорьевич Степанов, 1934 – 2016)]


Υπήρξε μια ιδιάζουσα μορφή στα ελληνικά πνευματικά πράγματα και πάνω από όλα ένας άνθρωπος του οποίου ο δημόσιος λόγος προκαλούσε θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και κινηματογραφικός κριτικός Βασίλης Ραφαηλίδης γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1934. Έφυγε από τη ζωή στις 8 Σεπτέμβρη του 2000, νικημένος από τον καρκίνο σε ηλικία μόλις 66 χρόνων. Άφησε ένα τεράστιο σε μέγεθος συγγραφικό έργο καθώς και το προσωπικό του στίγμα στη ελληνική δημοσιογραφία με τα άρθρα και τις πολιτικές παρεμβάσεις του, γνώριμος καλεσμένος σε πολλές εκπομπές πολιτικού λόγου της τηλεόρασης.

Το 1959 εγγράφεται στην ιδιωτική Κινηματογραφική Σχολή Σταυράκου. Μετά το τέλος των σπουδών του, η αγάπη του για τον κινηματογράφο, τον βρίσκει διπλά στον Νίκο Κούνδουρο και τον Ροβήρο Μανθούλη σε ρόλο βοηθού σκηνοθέτη για αρκετές ταινίες. Στρέφεται στη κινηματογραφική κριτική μετά την απόπειρα και τη δημιουργία δυο ντοκιμαντέρ μικρού μήκους, το «Βυζαντινό Μνημόσυνο» και «Οι γουναράδες της Καστοριάς και η τέχνη τους», εγκαταλείποντας οριστικά τη σκηνοθεσία.

Το πέρασμα του το 1964-1965 από την Αλγερία κοντά στον Πάμπλο (Μιχάλη Ράπτη), πολιτικά και ιδεολογικά τον στιγμάτισε σε όλη του τη πορεία.

Το 1963 πρωτοεμφανίζεται σαν κινηματογραφικός κριτικός από το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» και συνεχίζει το 1965 στην «Δημοκρατική Αλλαγή» μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Το 1966 μαζί με τον Αλέξη Γρίβα εκδίδουν το περιοδικό «Ελληνικός Κινηματογράφος» που κλείνει με τη χούντα. Την περίοδο της χούντας συνελήφθη πολλές φόρες, βασανίστηκε και πέρασε μεγάλα διαστήματα στην απομόνωση των φυλακών της Αίγινας. Υπήρξε μέλος του ΠΑΜ και ως εκδότης της εφημερίδας «Ελεύθερη Σκέψη» συνελήφθη και φυλακίστηκε από τη χούντα. Το 1968, μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές της Αίγινας εκδίδει, μαζί με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στην αρχή και πολλούς άλλους στη συνέχεια, το περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος» το οποίο διευθύνει μέχρι το 1973.

Ο συνεργάτης και φίλος του Θόδωρος Αγγελόπουλος έγραψε σχετικά: «Ο Βασίλης είχε αποδεχθεί ότι ο ρόλος του ήταν η κριτική κι ο στοχασμός πάνω στον κινηματογράφο – κι όχι μόνο. Είχα αποφασίσει ότι ο ρόλος μου ήταν πίσω από μια κάμερα.

Μαγικά χρόνια, χρόνια αναμονής κι ονείρου. Δουλέψαμε μαζί μέχρι το 67.
Με τη δικτατορία, μπήκε στην εφημερίδα η στρατιωτική αστυνομία και τα διέλυσε όλα, κι ο Βασίλης είχε τις γνωστές του περιπέτειες με την Ασφάλεια.

Χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε καιρό αργότερα, για να ριχτούμε στο στήσιμο ενός κινηματογραφικού περιοδικού, του «Σύγχρονου Κινηματογράφου». Για να είμαστε ειλικρινείς, ο Βασίλης το έστησε. Όλη η δουλειά από το χέρι του πέρναγε, κι όλη η ευθύνη πάνω του.

Το περιοδικό αυτό έμελλε να γίνει το κεντρικό όργανο του λεγόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, γιατί συγκέντρωσε όλους τους νέους κινηματογραφιστές της εποχής, όλον τον κόσμο του κινηματογράφου».

Μετά τη πτώση της χούντας, εργάζεται δημοσιογραφικά στο Βήμα, το Έθνος και την Ελευθεροτυπία. Υπήρξε ακόμη συνεργάτης των περιοδικών «Ταχυδρόμος», «Διαβάζω», «Θέατρο» και «Λέξη». Έκανε διάφορα περάσματα από το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση, κυρίως όμως έμειναν ιστορικά τα πολιτικά του κείμενα και άρθρα, όπως και οι πολιτικές του παρεμβάσεις.

Ένας ακατάπαυστα αιρετικός στοχαστής, τόλμησε δημόσια με τα κείμενα και τις σκέψεις του να αμφισβητήσει κάθε μορφής πολιτικής εξουσίας, όπως και την Εκκλησία και το εκάστοτε ιερατείο της. Απομυθοποιώντας τα επιστημονικά θέσφατα της Ιστορίας τα έβαλε με ιστορικούς, πολιτικούς και ολόκληρη την καθεστηκυία τάξη τους.

Έλεγε τα σύκα, σύκα, και τους προδότες, προδότες κι όχι εθνικούς ήρωες. Περιέγραφε τα πράγματα με τ όνομά τους, χωρίς να χαϊδεύει αυτιά. Μ’ έναν λόγο διεισδυτικό, φιλοσοφικό, γλαφυρό, χιουμοριστικό, που μερικές φορές γίνονταν οδυνηρά σαρκαστικός. Γνήσιος μαχητής με τις επιλογές του και τον αιρετικό του λόγο, προκαλούσε τη ζωή και αψηφούσε το θάνατο. Ανήσυχο μυαλό ως διανοούμενος, με το πλούσιο έργο του ως δημοσιογράφος και κριτικός κινηματογράφου, με την πένα του και τη συνολική στάση ζωής, έμεινε στη θέση που θεωρούσε ως χρέος ζωής, στάθηκε δίπλα στο ΚΚΕ και στις λαϊκές αγωνίες μέχρι την τελευταία πνοή του και διέγραψε μια λαμπρή αγωνιστική πορεία.

Η ακατάπαυστη πένα του Βασίλη Ραφαηλίδη δημιούργησε ένα δημοσιογραφικό έργο που δύσκολα βρίσκεις αντίστοιχο σε μέγεθος στη σύγχρονη δημοσιογραφία. Το ίδιο μεγάλο είναι και το συγγραφικό του έργο. Έχει εκδώσει περισσότερα από 30 βιβλία. Πέρα από τα «12 Μαθήματα για τον Κινηματογράφο», στα έργα του συγκαταλέγονται και τα: «Λεξικό Ταινιών», «Κινηματογραφικά θέματα», «Μια μέθοδος ανάγνωσης του φιλμ», «Το ομιχλώδες τοπίο της ιστορίας στον Αγγελόπουλο», «Κείμενα για τον Μαρξ», «Πολιτικά Ταξίδια», «Ελληνες και Νεοέλληνες», «Η περιπέτεια του μαρξισμού», «Η δύσκολη ζωή ενός Ελληνα», «Τα μαλλιά του φαλακρού δολοφόνου», «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας», «Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας», «Οι λαοί της Ευρώπης», «Οι πρόγονοι των Ευρωπαίων», «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», «Το βλέμμα του ποιητή», «Στοιχειώδης Αισθητική», «Θερμοί και ψυχροί πόλεμοι», «Οι λαοί της Μ. Ανατολής» κ.ά.π.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.