Χρόνος ανάγνωσης περίπου:3 λεπτά

Στσι πρώτες του Νοέμβρη… | του Αντώνη Κουκλινού


Ήβρεξε και εμαλάκωσενε η Γης.

Εδά δεν έχει ξάργητες.

Λαδοχρονιά θα ξετελέψει και γλακούνε ούλοι στα λιόφυτα, να μαζώξουνε το καρπό.

Αξημέρωτα εσηκώθηκενε η Ψεβία, να ετοιμάσει τα δυο μεγάλα να πάνε στο σκολειό και να βράσει γάλα να πχει το στεροβύζι.

Ανημένει τη μάνα τζη, να ποσαστεί με το γέρο και η γ’ ώρα τη νε βάνει να φανεί.

Ο Στεφανής εκρέμασε τα καλάθια με τα τσουβάλια στο σωμάρι του γαιδάρου κι ανημένει τη κερά ντου να μολάρουνε.

-Μρε γυναίκα ίντα εγίνηκε η μάνα σου σήμερο, άμε τση το κοπέλι να φύγομε…

-Σώπαινε απού θα ξυπνήσω το κοπέλι να γύρω κάτω, να ’ρθει θέλει, ντα σάμε να τση το πάω θα να ’ρθει.

Περνά μνιά ολιά ώρα και τση ξαναφωνιάζει…

-Μπρέ Ψεβία… αργούμενε, κοντώ εμεροκοιμήθηκενε η γρα; Σάλευγε να πα να τση φωνιάξεις…!

-Εκειά που σε γροικώ να κόψει θέλει το αίμα σου…! Εμά ζόρε να μολάρομε… ογρασά είναι ακόμη ίντα βγιάζεσαι…;

Απάνω στη κουβέντα να τη γρα σκασμένη, να βαστά τα καπούλια τζη, να σαλεύγει την ανηφόρα…

-Πούσαι μπρε μάνα, επλάκωσέ σαι το γιοργάνι σήμερο…;

Εστάθηκενε να τση απαντήσει γιατί εκόπηκε η αναπνιά τζη να γλακά την ανηφόρα…

-Ροβύθια είχα βαρμένα στο νερό και στάθηκα να το σε παίξω μνια βράση, απού να γοργοψηθούνε το μεσημέρι.

-Καλά το καμες να βρούμενε μαγερεμένα όντε θα γιαγύρομε.

-Μα για κειονά παιδί μου το καμα και του λόγου μου.

-Έεεε μάνα, φεύγομε, μόνο να ταΐσεις του κοπελιού τσι πατάτες σε μνια ολιά όντε θα σηκωθεί, το γάλα ντου το χει πχιωμένο.

-Σαλεύγετε να μη ξαργείτε, μα γω θα του τσι μαχτίσω στο πχιατάκι ντου και θα φάει.

-Απίς φανεί ο αφέντης μου, να πάει οξυνίδες των ορνηθώ και ότι αυγά είναι στη φωλιά να τα πάρει, γιατί τα μαζώνω να θέσω μνια κλωσού.

-Άμετε στην ευκή μου και καλή δύναμη…

Ενεσκούμπωσε τσι μανίκες τση, να κάμει ότι λάτρα ήφηκε πομεινάρικη η θυγατέρα τζη.

Ετοίμασε και του κοπελιού το φαγάκι ντου, εδά απού θα ξυπνήσει να το ταΐσει.

Ήφταξε κι ο γεροντής να ποσάσει τσ’ όρθες και σαν εγιάγυρε, ήβρηκε το γλάνι να τρώει αμοναχό ντου.

Ήφαε το κοπέλι κι εγίνηκε μπριντούσκι το κοιλιδάκι ντου κι εδά νε η γ’ ώρα για παιχνίδι.

Ετσά θα περάσει τη μέρα ντου, σάμε να φέγγει ο Θεός τη μέρα.

Εφτάξανε στο λιόφυτο και τζενώνει τα ζούμπερα να βοσκήσουνε, εδά απού είναι ’τοιμόγεννα, θα κατεβάσουνε γάλα οι μουσταρές τως.

Ήβγαλε το σωμάρι του γαιδάρου να ξεκουραστεί και μολέρνει το κουλούκι να βολτάρει.

Έδεσε τη (μ)ποδιά στη μέση ντου και ντακέρνουνε το λιομάζωμα.

Οι ελιές φορτωμένες απούνε χαμόστρωμα και πολλές σταφιδιασμένες, σα ντο χρυσάφι.

-Γυναίκα όσες θωρείς σταφιδιασμένες να τσι βάνεις ξεχωριστά στη (μ)ποδία σου, να τσ’ αλατσίσομε στο πιθάρι.

-Ντα ίντα θαρρείς… ανε συνοριστούμενε, ούλες είναι για το αλάτσι.

Ετσάνε οι χοντρολιές οι πλιά πολλές θεόρατες, απού δε τσ’ αγκαλιάζουνε δυο τρεις άντρες.

Ούλη μέρα γονατιστοί, μαζώνουνε με τα χέργια μνια, μνιαν ελιά και γεμίζουνε τα καλάθια, σάμε αργά θα χουνε τσι φάρδους ανετρούλι καωμένους.

Εκειά που μαζώνανε, εσκιάχτηκε αμανίτους σ’ ένα διπλανό χωράφι.

-Γυναίκα… μα ξάνοιξε εκειέ αμανίτους, επετύχαμε το κρασομεζέ, να μου τσι κάμεις στο τηγάνι το βράδυ.

-Ναι… σάλευγε μάζωξέ τσι, μη πάει το κουλούκι και τσι τσαλοπατήσει.

Ετσά θα πάει η μέρα και σήμερο… κολατσό μισή ώρα να φάνε μνια μπουκιά ψωμί στο πόδι και φαϊτό αργά στο σπίτι.

Το χρυσάφι τση Γης, το ευλοημένο λάδι, θέλει πολύ κόπο σάμε να το βάλεις στο πιθάρι.

Εγεμώσανε τσι φάρδους και τσι φορτώσανε στο γάιδαρο, να γύρουνε το χωργιό.

Στα ξέτελα εμάζωξενε και μνια δεμαθιά λιόφουντες των αιγώ και κάμποσους θύμους, ν’ άφτει εύκολα η φωθιά στη παρασθιά.

Η Γης γεννά και η εξοχή σου προσφέρει πλουσιοπάροχα τα ελέη του Μεγαλοδύναμου.

Φύτεψε, σκάψε, πότισε, κλάδεψε και θα σε ανταμείψει για το κόπο σου.

Όπως και την οικογένεια σου, την ίδια αγάπη θέλει και το χωράφι, για σου προσφέρει.

Μνια μέρα στο χωργιό, μνια μέρα στη ζωή, μνια μέρα στσι πρώτες του Νοέμβρη…

Αντώνης Κουκλινός


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.