Χρόνος ανάγνωσης περίπου:3 λεπτά

Εικόνες κατοχής | του Δημοσθένη Βουτυρά



«…Μέρες απαίσιες περνούμε. Άνθρωποι πέφτουν στο δρόμο, άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια και μένουν μέρες εκεί. Σα να ’πεσε χολέρα, πανούκλα και όλες οι αρρώστιες, που δέρνουν την ανθρωπότητα, να ’πεσαν στο μέρος αυτό. Σωρηδόν κατεβαίνει ο λαός των Αθηνών και του Πειραιώς στον Άδη. Γέμισαν τα νεκροταφεία, δεν μπορούν να τους θάψουν οι νεκροθάφτες. Και σκάβουν λάκκους μεγάλους και τους ρίχνουν μέσα…

Δυο χιλιάδες οκτακόσιους σήκωσαν χθες νεκρούς απ’ την πείνα. Στο νεκροταφείο θα ’χαν σχεδόν τριακόσιους.

Κι έλεγε σε μια γνωστή μας, συγγενής της νέος, που σπουδάζει γιατρός:

— Μόνο κοκαλάκι σκεπασμένο από πετσί είχαν όλοι! Κόκαλα και το δερματάκι τους! Και δεν έπιασαν τόπο! Να, να, τόσο δα, στενοί ήτανε!

Ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια, έπρεπε, ήταν γραμμένο, να περάσουν και κάποιοι άλλοι βάρβαροι απ’ την Ελλάδα, βάρβαροι από βαρβάρους, κι έφεραν στο φτωχόν τόπο τη μεγαλύτερη συμφορά, που μπορούσε να γίνει.

Με ψευτιά, με το δόλο κρυμμένο, λατρεία τάχα για την αρχαία Ελλάδα, οι άνανδροι, γιατί τέτοιοι είναι, κατόρθωσαν να φέρουν ένα διχασμό στο φτωχό τόπο. Πολλοί αυτοί σαν τα κουνούπια στα έλη δεν προσπαθούσαν με το πολυάνθρωπο του έθνους τους να πάρουν τη νίκη, αλλά με δόλο, αγάπη τάχα για ελευθερίες και μαζί κλάμα πως πάσχουν. Και η Αγγλία, που τυραννεί και βυζαίνει σαν τεράστιο χταπόδι, όλον τον κόσμο!!!

Νύχτα. Χιονιάς. Χιονίζει στον Υμηττό. Ψύχρα δυνατή. Εφάγαμε λαχανίδες. Ψωμί λίγο, τριάντα δράμια. Είναι το περισσότερο από αραποσίτι. Η γυναίκα μου έφυγε στις οκτώ παρά δέκα. Πάει στου Παρθένη, του υποστρατήγου, το σπίτι, που είναι κοντά μας, να μάθει νέα για να δυναμώσουν, αν είναι καλά, την ελπίδα, που άρχισε να χάνεται μπροστά στη μεγάλη καταστροφή που βλέπουμε.

Πείνα, πείνα! Και θάνατος, θάνατος!

Κάποιος γέρος υδραυλικός, γείτονας, όταν άρχισε η πείνα, μου ’πε μια μέρα:

— Δεν είναι καλύτερα να ριχτούμε όλοι απάνω τους και ή να πεθάνουμε, ή να ζήσουμε; Έτσι θα μας φάνε σιγά-σιγά αυτοί!

Του έδωσα δίκαιο και τότε και τώρα. Αλλά τώρα είναι αργά. Τότε ναι! Αλλά πού είναι οι αρχηγοί; Εγώ δε θα μπορούσα να ξεσηκώσω πάρα πάνω από διακόσιους ανθρώπους…

Και λένε όλοι όσοι με συναντούν στο δρόμο, γυναίκες, άντρες.

— Μα θα ζήσουμε;

Η αγωνία φαίνεται στα μάτια τους, που αυτά ακόμα έχουν ζωή. Το πρόσωπό τους όμως έχει πάρει το χρώμα του νεκρού.

Τους δίνω ελπίδες, ενώ, αισθάνομαι να φεύγει από μένα η ελπίδα!

Ο φούρναρης της γειτονιάς μου, Απόστολος Τσούλος, από την Ήπειρο, είναι πατριώτης σωστός και ελεύθερος άνθρωπος. Πάντα τρέχει ν’ ακούσει κάποιο ραδιόφωνο, να μάθει ειδήσεις. Κι αν έχουνε οι δικοί μας επιτυχίες, είναι γελαστός, φωνάζει, γελά, ενώ αν είναι σκούρα τα πράματα είναι κατσούφης, λιγόλογος, νευρικός.

— Πώς είσαι έτσι; μου λέει μια μέρα. Πρέπει να γελάς, να τραγουδάς.

Κατάλαβα πως υπάρχουν καλές ειδήσεις.

Κι εγώ τον ρωτώ, όταν πάω να πάρω ψωμί:

— Είναι καλά, Απόστολε;

— Ακούς λέει! Καλά και καλά! Θεία!

Κι έτσι δεν έχουμε φόβο από καταδότας, που έχουν παρασυρθεί άπειροι!-

.

Δημοσθένης Ν.Βουτυράς

[Από την «Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας 1941-1944», Τόμος Α΄, σ. 63-64.]


[Η εικόνα που συνοδεύει το διήγημα είναι το έργο «Σαλταδόροι» του σκιτσογράφου – καλλιτέχνη Γιώργου Μικάλεφ]

Δημοσθένης Βουτυράς. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1872 και πέθανε στην Αθήνα το 1958. Διηγηματογράφος από τους πρωτοπόρους του ρεαλιστικού διηγήματος στην Ελλάδα. Το 1875 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι και αργότερα στον Πειραιά. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που ψυχογραφούνται στα διηγήματά του ή τις νουβέλες του είναι εργάτες, βιοτέχνες, άνεργοι, θαμώνες λαϊκών καπηλειών, μικροαστοί. Ο Βουτυράς είναι ο πρώτος που επιχειρεί να αλλάξει τη νεοελληνική ηθογραφία, καθώς στρέφει το ενδιαφέρον του προς τις κοινωνικές ομάδες που συγκροτήθηκαν στις δεκαετίες 1900 και 1910 και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Ένας πρωτοπόρος της νεωτερικής λογοτεχνίας, που κατέγραψε, με συγκλονιστικά ρεαλιστικό τρόπο, τις αλλαγές στην ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας στις αρχές του 20ού αιώνα και την επέλαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής· επέλαση που παρήγαγε την εξαφάνιση των παλαιότερων κοινωνικών στρωμάτων και την εμφάνιση του προλεταριάτου ως βασικής κοινωνικής τάξης. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του διανοούμενο της εποχής, αλλά έναν «εργάτης του πνεύματος» που παρήγε διηγήματα, δεν σύχναζε σε λογοτεχνικά σαλόνια, αλλά αντίθετα συναναστρεφόταν καθημερινά στις ταβέρνες με ανέργους, εργάτες και ευρύτερα ανθρώπους του λαού.

Ήταν ένας κλασικός και συγχρόνως πρωτοπόρος συγγραφέας της νεωτερικής ελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του αποτελείται από εκατοντάδες διηγήματα και δεκάδες νουβέλες που καλύπτουν ευρύ φάσμα θεματικών και τεχνοτροπίας και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Εγραψε περισσότερα από 400 διηγήματα. Τα σημαντικότερα είναι: «Λαγκάς», «Παπάς ειδωλολάτρης», «Οι αλανιάρηδες», «Θρήνος των βοδιών», «Στους άγνωστους θεούς», «Κάλπικοι πολιτισμοί», «Νύχτες μαγείας», «Τρικυμίες» κ.ά.

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.