Χρόνος ανάγνωσης περίπου:20 λεπτά

Η σημασία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973 και η ελληνική ποίηση | του Διογένη



Έργο του χαράκτη – ζωγράφου Γιώργη Φαρσακίδη
Η Ιστορία και η Τέχνη αποτελούν κοινωνούς ιδεών και φορέα συλλογικής μνήμης. Η Ιστορία και η Τέχνη «εμπλουτίζονται» από το αποτύπωμα που αφήνουν οι μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις. Μια τέτοια εξέγερση αποτέλεσε και η εξέγερση των φοιτητών στο χώρο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, κατά της αμερικανοκίνητης χούντας των συνταγματαρχών, τον Νοέμβρη του 1973. Εξέγερση που αμέσως χαρακτηρίστηκε από τη μαζική συμμετοχή φοιτητών, μαθητών, εργαζομένων ─ κύρια οικοδόμων ─ και πήρε πολύ γρήγορα χαρακτήρα αντιδικτατορικό, αντιαμερικάνικο, αντιιμπεριαλιστικό! Μετατράπηκε από φοιτητική διαμαρτυρία σε λαϊκή εξέγερση, που άφησε το στίγμα της στις εξελίξεις που ακολούθησαν με την πτώση της χούντας, τόσο στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα, αλλά και στην πολιτιστική ζωή του τόπου μας. Άφησε το στίγμα της και στα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη χούντα και τα ονομάζουμε «τα χρόνια της μεταπολίτευσης».

Οι μέρες της εξέγερσης του Νοέμβρη του 73 χαρακτηρίστηκαν από την πρωτοφανή ─για τις μέρες και τις συνθήκες εκείνες─, κοσμοσυρροή στο Πολυτεχνείο, από τη συμπαράσταση του κόσμου, από το ξαφνικό αίσθημα της ελευθερίας και την έξαρση των ελεύθερων πολιορκημένων. Ακολούθησαν η αλλαγή της ατμόσφαιρας με τα πρώτα δακρυγόνα, το έντονο κλίμα τρομοκρατίας, αλλά και η γενναία αντίσταση των εξεγερμένων, όταν επενέβησαν οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις της χούντας και χίμηξαν σαν λυσσασμένα σκυλιά πάνω σε άοπλους φοιτητές, εργάτες και πολίτες.
Τα γεγονότα του Νοέμβρη στο Πολυτεχνείο άλλαξαν πολλά στη συνείδηση των πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού. Κατέκτησε τις μάζες η ιδέα της ανάγκης της ανατροπής της δικτατορίας και ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει από ξένους «προστάτες», ούτε από τη διαφημιζόμενη τότε μετεξέλιξη της δικτατορίας σε «δημοκρατία». Φάνηκε ότι η φασιστική δικτατορία μπορούσε να ανατραπεί στην πορεία της συνεπούς και αποφασιστικής πάλης τμημάτων του λαού και της προσέλκυσης των προοδευτικών δυνάμεων στην πάλη αυτή. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου ορισμένοι στρατιωτικοί κύκλοι που δρούσαν με εντολές και καθοδήγηση της Αμερικάνικης ΚΥΠ, απομάκρυναν από την εξουσία τον Παπαδόπουλο και τον Μαρκεζίνη τοποθετώντας τον στρατηγό Φαίδωνα Γκυζίκη στη θέση του προέδρου της «Δημοκρατίας» και τον δικηγόρο Ανδρουτσόπουλο στη θέση του πρωθυπουργού. Οι νέοι εγκάθετοι της στρατοκρατίας κατέφυγαν σε απατηλές διακηρύξεις για μια ομαλή πολιτική ζωή. Βέβαια, όλα έμειναν όπως και πριν. Έκαναν μια αλλαγή προσώπων που δεν έφερε οποιαδήποτε αλλαγή στο πρόσωπο του φασιστικού καθεστώτος. Η ανατροπή του Παπαδόπουλου δεν έγινε από τον λαό, αλλά από τις ίδιες εκείνες δυνάμεις που τον ανέδειξαν και τον υποστήριζαν παλιότερα.
Αν και το δικτατορικό καθεστώς κατόρθωσε να διατηρηθεί προσωρινά, είχε δεχθεί ένα πολύ σοβαρό χτύπημα.
Χαρακτικό της ζωγράφου και χαρτάκτριας Βάσως Λεονάρδου – Κατράκη.
Έτσι η πτώση της φασιστικής δικτατορίας, μετά τα γεγονότα του Ιούλη του 1974, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η αντιδικατατορική πάλη, η προδοσία της Κύπρου με το στρατιωτικό πραξικόπημα κατά του Μακάριου από την ελληνική χούντα, η εισβολή των «συμμαχικών» Τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο (ακολουθώντας το αμερικάνικο σχέδιο διχοτόμησης του νησιού), αποτέλεσαν καταλυτικούς παράγοντες που συνετέλεσαν στην κατάρρευση της χούντας. Κάτω από το βάρος των εγκλημάτων και των προδοσιών, η χούντα, οι αμερικάνοι και οι νατοϊκοί προστάτες της βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Η παραμονή της χρεοκωπημένης χούντας στην εξουσία, αποτελούσε άμεσο κίνδυνο για τα συμφέροντά τους. Σε σημαντικό βαθμό υπόβαθρο των πολιτικών αλλαγών του Ιούλη του 74, αποτέλεσε η επιδίωξη να μετριαστεί η λαϊκή αγανάκτηση, να αποτραπεί η δυνατότητα ριζικών δημοκρατικών αλλαγών στη χώρα. Έτσι αναγκάστηκαν να παραδώσουν την εξουσία στους αστούς πολιτικούς. Σε αντικατάσταση του φασιστικού καθεστώτος έφεραν μια κυβέρνηση συντηρητικών αστών πολιτικών, με επικεφαλής τον πρώην πρωθυπουργό και ηγέτη τους δεξιού κόμματος ΕΡΕ, Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η χούντα παραμερίστηκε από την άμεση διακυβέρνηση. Ωστόσο στον στρατό, στην αστυνομία, στις λοιπές υπηρεσίες και κρίκους του κρατικού μηχανισμού διατηρήθηκαν όχι λίγα φασιστικά στοιχεία, όπως και οι νόμοι που εξέδωσε η χούντα…
Ο χαράκτης Τάσσος Αλεβίζος δουλεύει το κεντρικό τμήμα της ξυλογραφίας «17 Νοέμβρη 1973».
Παρ’ όλα αυτά, η σημασία των γεγονότων του Πολυτεχνείου είναι μεγάλη. Ανέδειξαν την αντίθεση μεγάλου τμήματος του λαού στο στρατιωτικό καθεστώς και την επιθυμία για ανατροπή του. Η εξέγερση του Νοέμβρη του 73 ξεσκέπασε το προπέτασμα της απάτης και του ψεύδους, με το οποίο η χούντα προσπαθούσε να συγκαλύψει την αντιλαϊκή της πολιτική. Όξυνε ακόμη περισσότερο τις αντιθέσεις του καθεστώτος, το οδήγησε στο χείλος της αβύσσου, αποτέλεσε προάγγελο της γρήγορης χρεωκοπίας του.
Οι πνευματικοί άνθρωποι του τόπου μας δεν έμειναν ασυγκίνητοι από τον ξεσηκωμό της νεολαίας και τον εργατών ενάντια στην δικτατορία. Ορισμένοι συμμετείχαν στην εξέγερση, άλλοι μετέπειτα πήραν το χαρτί και το μελάνι και έγραψαν γι’ αυτήν.

Διογένης Σινωπεύς


Γιώργος Ηρακλέους
ΥΠΟΘΗΚΗ

8 μικρά βιωματικά ποιήματα για τους αγώνες μου, υποθήκη και διαθήκη.
«Η μνήμη πονάει, σε σκοτώνει.
Όμως, πρέπει να την κρατάς ζωντανή, προπαντός την ιστορική». Γ. Ηρακλέους

1. Φλεβάρης 1973
Πάνω στην ταράτσα της Νομικής φωνάζαμε:
«Ελευθερία, δημοκρατία».
Μέχρι εκεί έφτανε η συνείδηση…
Εμείς, είχαμε στη σκέψη μας το
«ΚΑΤΩ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ»
μα τραγουδάγαμε τους κλέφτες και χορεύαμε!
Μέχρι το ’21 η αναφορά μας, ούτε λέξη για την αντίσταση!
Έπρεπε να φανεί ο ματωμένος Νοέμβρης για να ακουστεί «απόψε πεθαίνει ο φασισμός».

2. Η πληροφορία
Να μεταφέρω με προφύλαξη την πληροφορία μες το σκοτάδι του σινεμά «ΑΤΤΙΚΟΝ».
Α, ναι τώρα το κάψανε κι αυτό!
Να μην προσέχω την ταινία, να ψιθυρίζω τα νέα στο σύντροφο στο μπροστινό κάθισμα. Δεν ήτανε δα και τίποτα γενναίο!

3. Απολογία (Σεπτέμβρης του ’73)
Τμήμα πνευματικής κίνησης της νεολαίας,
να με ρωτούν που βρήκα την κασέτα με τα τραγούδια του Μίκη.
– Μα κυκλοφορούν ελεύθερα πια στην αγορά,
με άδεια της νέας κυβέρνησης.
– Όχι τα πολιτικά του, τα ερωτικά μόνο.
Κι ύστερα πάλι ύποπτα, παράλογα…
– Ποια είναι η γνώμη σου για τον Σολζενίτσιν;
Τι να πω, πως δεν τον ήξερα;
– Πρέπει να έχω τη γνώμη μου, να ακούω,
να αναπνέω και να διαβάζω ελεύθερα.
Απάντησα και το πλήρωσα!

4. Νοέμβρης 1973
Μάτια τυφλά να τσούζουν,
δάκρυα καυτά ασταμάτητα.
Οι σφαίρες να πέφτουν βροχή,
να βουίζουν σαν άγρια έντομα.
Η παραίσθηση τυραννική να φέρνει στ’ αυτιά
συνθήματα, που σώπασαν προπολλού.
Ε, δεν τα λες και ηρωικά όλα αυτά!

5. Χρόνια μετά (μεταπολίτευση)
Οι επέτειοι σαβανώνουν το Πολυτεχνείο,
στεφάνια, τραγούδια, σουβλάκια, μπροσούρες στους γύρω δρόμους.
Όχι, το Πολυτεχνείο δεν ήτανε γιορτή,
ούτε πανηγύρι.
Ήταν πένθιμο εμβατήριο
για νεκρούς φοιτητές.
Χρόνια μετά στη Στουρνάρη
πουλούν τόνους ναρκωτικά στη νεολαία
και παραισθήσεις του χάους.
Ακριβώς εκεί στη γωνία
που έπεφταν νεκροί οι νέοι της γενιάς μου!
Τι κρίμα, αλήθεια,
η εξουσία να μη μπορεί να ελέγξει
την κατάσταση με τους λαθρέμπορους
σ’ αυτόν τον ιερό τόπο.

6. Τίποτα χαμένο
Για τους ασήμαντους αγώνες μου
ποτέ μου δε μετάνιωσα ούτε στιγμή.
Όμως, κάτι με πνίγει στο λαιμό,
μου φαρμακώνει το στόμα να μην ξεστομίσω πως μάλλον πήγανε χαμένοι…
«Τίποτα δεν πάει χαμένο» μου λεει ένα τραγούδι και κρατάω πάλι ψηλά
το κουράγιο μου.
Ελπίζω πάλι και πιστεύω
εις τους αιώνας των αιώνων Αμήν!

7. Η σφαγή
Στις 1 μετά τα μεσάνυχτα το κτίριο είχε ζωστεί από τα τανκς.
Μεγάφωνα καλούσαν σε αποχώρηση,
κανείς δεν έφυγε!
Στις 3.0’0″ , το άρμα γκρέμισε την πύλη.
Η σφαγή άρχισε.
Φωνές, ουρλιαχτά, προβολείς, λόγχες στα κορμιά, νεκροί…
18 του Νοέμβρη, ημέρα Κυριακή
«Ησυχία,τάξις και ασφάλεια»!
Η στρατιωτική ηγεσία δηλώνει ευαρέσκεια
«διά την πάταξιν της αναρχίας»
και διαβεβαιώνει «δεν υπάρχουν νεκροί»!
Σήμερα η επίσημη λίστα ονομάτων ξεπερνάει τα 100 θύματα!
Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία.

8. Ένα όνομα
Αλέξη Σπαρτίδη, 16χρόνε μαθητή τελευταία φορά σε είδα τότε στο αμφιθέατρο του «ΓΚΙΝΗ»
να μιλάς με έναν εργάτη, οικοδόμο θαρρώ από τη Δραπετσώνα. Έμαθα σε σκοτώσανε οι δολοφόνοι, οι ελεύθεροι σκοπευτές του φασισμού.
Τώρα το αίμα σου έγινε ένα όνομα βιαστικό στο προσκλητήριο των νεκρών και κανένα ποιηματάκι στις σχολικές γιορτές, που θυμώνει όταν τις βλέπει ο Νοέμβρης μας!


Γιώργος Δ. Μπίμης
Η Ιθάκη των φτωχών

Μ’ ένα μπλε βαθύ στα μάτια
μια αυγή ξυπνήσαμε,
μα τη γη την πήραν άλλοι
και γι’ αλλού κινήσαμε.

Μ’ ένα φλάμπουρο στην πλώρη,
πέλαγα περάσαμε,
στο λιοπύρι και στο κύμα,
πρόωρα γεράσαμε.

Στους φτωχούς τους καφενέδες
πια κανείς δε νοιάστηκε,
με ρακί και με αμανέδες
μια γενιά ξεχάστηκε.

Στην πολύδωρη Ιθάκη,
νηστικός κοιμήθηκα,
κι όπως έκαιγε το τζάκι,
πάλι σε θυμήθηκα…


Κωστούλα Μητροπούλου (06/05/1933 – 31/01/2004)
1050 ΧΙΛΙΟΚΥΚΛΟΙ

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σούστειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιού σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο!»
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.

[Κωστούλα Μητροπούλου, Το χρονικό των τριών ημερών, 1973]


Νικηφόρος Βρεττάκος (01/01/1912 – 04/08/1991)
Μικρός τύμβος
(17 Νοεμβρίου 1973)

Δίχως τουφέκι και σπαθί, με το ήλιο στο μέτωπο,
υπήρξατε ήρωες και ποιητές μαζί. Είστε το Ποίημα.

Απλώνοντας το χέρι μου δεν φτάνει ως εκεί
που ωραία λουλούδια τις μορφές σας
Λιτανεύει ο αέρας της αρετής. Ω παιδιά μου,

Μπροστά σ’ αυτό το ποίημα μετράει μόνο η σιωπή.

[Από την ενότητα «Παραλειπόμενα», Β’ τόμος των Απάντων του ποιητή, εκδ.Τρία φύλλα, 1981]


Μανόλης Αναγνωστάκης (10/03/1925 – 23/06/2005)
Φοβᾶμαι…

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἑφτὰ χρόνια ἔκαναν πὼς δὲν εἶχαν πάρει χαμπάρι
καὶ μία ὡραία πρωία μεσοῦντος κάποιου Ἰουλίου
βγῆκαν στὶς πλατεῖες μὲ σημαιάκια κραυγάζοντας «δῶστε τὴ χούντα στὸ λαό».
Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μὲ καταλερωμένη τὴ φωλιὰ
πασχίζουν τώρα νὰ βροῦν λεκέδες στὴ δική σου.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ κλείναν τὴν πόρτα
μὴν τυχὸν καὶ τοὺς δώσεις κουπόνια καὶ τώρα
τοὺς βλέπεις στὸ Πολυτεχνεῖο νὰ καταθέτουν γαρίφαλα καὶ νὰ δακρύζουν.

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γέμιζαν τὶς ταβέρνες
καὶ τὰ σπάζαν στὰ μπουζούκια κάθε βράδυ καὶ τώρα τὰ ξανασπάζουν
ὅταν τοὺς πιάνει τὸ μεράκι τῆς Φαραντούρη καὶ ἔχουν καὶ «ἀπόψεις».

Φοβᾶμαι τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἄλλαζαν πεζοδρόμιο ὅταν σὲ συναντοῦσαν
καὶ τώρα σὲ λοιδοροῦν γιατὶ, λέει, δὲν βαδίζεις ἴσιο δρόμο.

Φοβᾶμαι, φοβᾶμαι πολλοὺς ἀνθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ἀκόμη περισσότερο.
Νοέμβρης 1983


Περγιάλης Νότης (16/08/1920 – 10/11/2009)
Ο λεβέντης

Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στη στράτα
τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε.

Στα ματιά του ένα σύννεφο
μες την καρδιά του σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε.

Σφαλούν τα μάτια κι οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα
κι εκείνος χαμογέλαγε.

Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιον κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε.


Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)
Του Πολυτεχνείου

Φουκαραδάκι ο δύστυχος, είχε τελειώσει
νυχτερινό γυμνάσιο. Για σπουδές
ελπίδα δεν τ’ απόμενε ούτε τόση
Δε βάφονται τ’ αυγά με τις πορδές!
Δούλευε εφαρμοστής. Δουλειά του πάγκου,
θέλει σίγουρο χέρι και μυαλό ξουράφι.
Κι ήταν ο πιο ξυπνός στου Μαστροβάγγου
—Δω μέσα ρε παιδιά, πηγαίνω στράφι!
— Ε! όχι δα ρε Μπάμπη, εδώ μαστόροι
πολύ παλιοί σου βγάζουν το καπέλο.
Τι παραπάνω θά ‘θελες αγόρι;
— Θά ‘θελα να σπουδάσω, μα όσο κι αν θέλω…
Πολυτεχνείο το λεν, δεν είν’ αστεία,
αν βρίσκονταν παράδες κι αν… και αν…
για φροντιστήρια, δίδακτρα, βιβλία…
(κι ας λεν πως είναι η παιδεία «Δωρεάν»)
Εν τέλει τα κατάφερε και μπήκε
μέσ’ στη σχολή που επόθει, μιαν εσπέρα
στα τέλη τον Νοέμβρη. Και μια σφαίρα
στα φλογισμένα στήθη τον ευρήκε.
Ανέκδοτο, Π. Φάληρο Δεκέμβριος 1973


Ηλίας Γκρης (1952)
Το ερπετό που ξυπνάει

17 Νοέμβρη 1989

Θητεύσαμε παιδιά στη νύχτα με ένα σταφύλι θυμού ατρύγητο.
Τι αμόλυντη περηφάνια είχαν τα λόγια μας φωτίζοντας το θαύμα πού· θαύμα δεν έγινε.

Είναι από τότε που η μνήμη ερπετό ξυπνάει και τρώει απ’ τη θλίψη και
ύστερα λουφάζει σε τάφο συλημένο, γιατί πάντα θα ανθίζει η στοργή
για τα ναυάγια που επιστρέφουν παράδοξα όπως σκιές του φονιά μέσα
στα όνειρα.

Και είναι από τότε που βγάζουν στο σφυρί τα κουρέλια εκείνου του
πάναγνου έρωτα· του πάναγνου έρωτα. Και όσοι τάχθηκαν πρώτοι,
εξαργύρωσαν την κραυγή μας ερήμην.

Από κείνη τη νύχτα, ό,τι και αν πω, φωνάζει σαν αίμα.

[Από τη συλλογή Η Έφεσος των Αλόγων, εκδ. Δελφίνι, 1993]


Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής (24/12/1925 – 21/03/1996)
Στο Διομήδη Κομνηνό

Βεβαίως,
είχε βεβαρυμένο παρελθόν ο Διομήδης.

Πέντε χρονών, στους ώμους του πατέρα του
φώναζε για λευτεριά στην Κύπρο,
δέκα χρονών, ξυπόλυτος,
με μια φέτα ψωμί στην τσέπη,
βάδιζε στην πορεία της ειρήνης,
στα δώδεκα ζητούσε δημοκρατία.

Στα δεκαεπτά
μ’ ένα πλακάτ στο χέρι:
ψωμί – παιδεία – ελευθερία.

Μικρή ομάς αναρχικών…
«Μικρή ομάς αναρχικών εξεμεταλλεύθη…»

Θα βρούνε δυο – τρεις εργάτες να πιάσουν,
πρέπει, οπωσδήποτε,
γιατί οι πολίτες θύμωσαν:
«Τα παιδιά, οι σπουδαστές μας, τα καλύτερα παιδιά μας!»
Γι’ αυτό ο νόμος πήρε διαταγή
να μαζέψει κι άλλους εργάτες, πρωί – πρωί.
«Ε, συ! Ταυτότητα!»
Πρέπει ν’ αλλάξει η σύνθεση των συλληφθέντων,
να υπάρχουν πολλοί οικοδόμοι, ηλεκτρολόγοι, άνεργοι,
να ξεχάσει ο κόσμος «τα καλύτερα παιδιά μας».
Να φοβηθεί.
Να μαζευτεί.
«Μικρή ομάς αναρχικών
αναμεμειγμένη μεταξύ των σπουδαστών…»
Άρχισε να χιονίζει.


Γιάννης Ρίτσος (01/051909 – 11/11/1990)
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Όσοι έπεσαν στο χώρο ετούτο, εγείρονται
και προχωρούν στην ιστορία, κι ο λαός μαζί τους,
εκεί που σμίγουν φως και χώμα κι όνειρο,
εκεί που λευτεριά κι Ελλάδα είν’ ένα.

16 και 17 Νοέμβρη 1973

Αθήνα 16 Νοεμβρίου 1973

Ωραία παιδιά, με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια.
Ωραία παιδιά, δικά μας, με τη μεγάλη θλίψη των αντρείων,
Αψήφιστοι, όρθιοι στα προπύλαια, στον πέτρινο αέρα,
Έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι, – πως μεγαλώνει
το μπόι, το βήμα και η παλάμη του ανθρώπου;

17 Νοεμβρίου

Βαρειά σιωπή, διάτρητη απ’ τους πυροβολισμούς,
πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι-
ποιος θα πει : περιμένω απ’ το μέσα μαύρο;
Μικροί σκοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια
μ΄ έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί,
και το μοναχικό σκυλί στ’ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω
απ’ τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη
στις λεωφόρους.
Πάνω απ’ τα τανκς, μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς
πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

Το σώμα και το αίμα

Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
έρωτα

σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
στο κιγκλίδωμα

τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
απόρθητο βάθος

απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
έτσι είπε πάνω στη στέγη
κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
σπασμένο ποτήρι
κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι

[Ακόμα μια δοκιμή για ένα ποίημα του Πολυτεχνείου (1977)]


Βασίλης Ρώτας (05/05/1889 – 30/051977)
Εδώ Πολυτεχνείο…

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
Πολυτεχνείο! Εδώ καλώ
βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
βοήθεια, πρόφτασε,λαέ,
σκοτώνουν τα παιδιά σου, οϊμέ!
Τα νιάτα που έστησαν εδώ
του Αγώνα τραγικόν χορό
και τραγουδούν τη Λευτεριά,
σου τα σκοτώνουν τα παιδιά.
Της βίας ο δούλος ο μωρός
δουλέμπορος, φονιάς μιαρός,
σκοτώνει, λαέ, τα τέκνα σου,
τ’ αγόρια, τα κορίτσια σου.

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
τα νιάτα σέρνουνε χορό.
Της Επιστήμης τα παιδιά
και τραγουδάν τη Λευτεριά.
Εδώ της νιότης ο άξιος νους,
που χτίζει θέατρα, ναούς,
σκεδιάζει ιδέες και μηχανές
και δένει το αύριο με το χτες,

Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
μέσα στης τέχνης το ιερό
σκοτώνει η βία τα παιδιά
που τραγουδούν τη Λευτεριά.
Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ
γίνεται ανήκουστο κακό!
Της βίας ο δούλος ο μωρός
του Χάρου μαύρος έμπορος,
σφάζει τα τέκνα του λαού.
τη νιότη, την ελπίδα του,
το άνθος του αύριο, τον καρπό
της τέχνης και της γνώσης, ω!
Εδώ Πολυτεχνείου κραυγή
καλούν το Χρέος κι η Τιμή
Λαέ μας, βοήθα τα παιδιά.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά.

[Από τον τόμο Αντιφασιστικά 67-74 (Γραμμή 1984)]


Σπύρος Κατσίμης (23/03/1933)
Μας ξάφνιασε η νύχτα

Το πρωί διασχίζαμε τους δρόμους
με τα σχολικά μας βιβλία
Τη νύχτα συνεχίζαμε τη ζωή της ημέρας,
φυλάγοντας τον ήλιο. Οι φοιτήτριες
χόρευαν και τραγουδούσαν.
Έτσι μας χαρακτήρισαν συνωμότες.
Στο Μεγάλο Σχολείο μάς ξάφνιασε ηνύχτα
με τόσους βαριά τραυματισμένους γύρω μας,
χωρίς γάζες, οξυγόνο,
χωρίς φάρμακα, γιατρό, ασθενοφόρα.
Μια ριπή πολυβόλου τραυματίζει το φως.
Στα υπνοδωμάτια των παιδικών μας χρόνων
με το εικόνισμα της Παναγιάς ποιός ονειρεύεται
ειρηνικές παρελάσεις;
Μας κυνηγούσαν στα ερημικά πάρκα και τις παρόδους,
γιατί -λέει- θα καίγαμε την πόλη
με τον ήλιο που κρύβαμε.


Φώντας Λάδης (1943)
Αχός βαρύς ακούγεται

Αχός βαρύς ακούγεται
κι ερπύστριες κυλάνε.
Πατήσια κι Αμπελόκηποι
καίγονται σα λαμπάδες.
Ξένοι δεν είναι τούτοι εδώ,
ελληνικά μιλάνε.
Όπου μωρό πυροβολούν
όπου γυναίκα ρίχνουν.
Βαρούν ντουφέκια από παντού
βαρούν τα πολυβόλα.
Σφάλουν πορτοπαράθυρα
στο δρόμο κάποιος τρέχει.
Καρδιά για πάψε να χτυπάς
καρδιά που πας να σπάσεις.
Η πόλη τούτη είναι άπαρτη
τα σπίτια είναι δικά μας.


Δώρα Μοάτσου-Βάρναλη (03/11/1895 – 16/031979)
Θούριος

Κανόνια, πολυβόλα
θανάσιμος χορός!
Μα εμείς τα παλικάρια
τραβάμε πάντα εμπρός!
Να σαρώσουμε τυράννους
και προδότες του λαού,
από ράχες και λαγκάδια
κατεβαίνουμε, παντού.
Για να λάμψει πάλι ο ήλιος.
Δίκιο, αλήθεια, λευτεριά.
Δίχως τον ξένο τον αφέντη και
δίχως ντόπιο τύραννο ξανά!


Λουκάς Θεοδωρακόπουλος (1925 – 26/042013)
Ο εκφωνητής

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη φωνή σου
γενναίο παιδί:
Εδώ Πολυτεχνείο!
Εδώ Πολυτεχνείο!
Σας μιλάει ο σταθμός
των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών
των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων!

Είχες βραχνιάσει να μιλάς με τις ώρες
μα πιο πολύ ήταν το πάθος που ράγιζε
το πυρωμένο μέταλλο της φωνής σου
γεμίζοντας τους αιθέρες μ’ ανατριχίλες και δάκρυα.
Κι ο πλανταγμένος λαός συσπειρωμένος
μισός στους δρόμους και μισός στα σπίτια
ρουφούσε λαίμαργα το τραύλισμα της λευτεριάς
που σπαρταρούσε μέσα στο στήθος σου
κι αγωνιούσε και παθαίνονταν κι έκανε
προσευχές, Χριστέ μου, να μη σωπάσεις.
Γιατί χρόνια και χρόνια σ’ αυτό τον τόπο
είναι στη μοίρα του ν’ ακούει αυτό το τραύλισμα
που δεν προφταίνει να γίνει φωνή
που δεν προφταίνει να γίνει φθόγγος
και μουσική αναστάσιμη.
Γιατί χρόνια και χρόνια
στην κρίσιμη στιγμή
τα δολερά χέρια των τυράννων
υπογράφουν το διάταγμα της σιγής σου.

19 Νοέμβρη 1973

[Από τη συλλογή Αναδρομή, εκδ. Καστανιώτη, 1978]


Φώτος Γιοφύλλης (Σπύρος Μουσούρης, 1887 – 13/12/1981)
«Εδώ Πολυτεχνείο»

Στον άγιο ήχο της φωνής: «Εδώ Πολυτεχνείο!…»
στο κάλεσμα της νιότης μας, που φέρνει προς το φως
άστραψε σ’ όλες τις ψυχές τ’ άφταστο μεγαλείο
της Λευτεριάς και ξέσπασε κάθε καημός κρυφός!

Τ’ ατράνταχτα τα στήθια σας, παιδιά, γινήκαν κάστρα,
και πάλεψαν σκληρά κι ορθά με τανκς και με πιστόλια
σαν η ψυχή σας έφερνε στον ουρανό και στ’ άστρα
το θρίαμβο της Λευτεριάς, μες σε βροχή από βόλια.

Στα παλληκάρια που’ πεσαν στην άνιση την πάλη
δόξα τούς πρέπει και τιμή μες σε χιλιάδες χρόνια!
Μα και σε σας που ζήσατε, για να χαρείτε πάλι
ολάκαιρη την Λευτεριά, την πάμφωτη κι αιώνια!…

Ραφήνα, Τρύγος 1974

[Από τον τόμο Αντιφασιστικά ’67-’74, εκδ. Γραμμή, 1984]


Τάκης Σινόπουλος (17/03/1917 – 25/04/1981)
Δοκίμιο ’73 -’74

V
……………………………………………………………….
Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.

Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρείς διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα.

Το πλήθος φεύγει
έφυγε.

Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα.

XII

Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Οχι σκοτάδι μήτε
μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ’ ένα γυμνό τοπίο
σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν
τις φωνές.

Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με
Σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε  σειρές σοφή συναρμογή και
διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολαπλά
κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους
αξιοπρεπείς φονιάδες

Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια
σας την τελευταία σας λέξη.

Το λάθος των μηχανουργών.

[Από την ποιητική ενότητα «Δοκίμιο ’73-’74» του έργου Το χρονικό, 1975]


Έργο του ζωγράφου Τάκη Βαρελά για το Πολυτεχνείο.

Γιώργος Βαφόπουλος (06/091903 – 15/09/1996)
Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα

11
Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.

Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο,
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.

Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

33
Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου,
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
που ’χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

[Ο Γ. Βαφόπουλος δημοσίευσε Τα νέα σατιρικά γυμνάσματα το 1975 με το ψευδώνυμο Λουκίλιος Γιουβενάλης]


Κοραλία Θεοτοκά – Ανδρειάδη, (05/05/1935 – 08/12/1976)
Αντί στεφάνου

Ποια απάντηση, ποιος χτύπος στο κοιμισμένο στήθος σου αγόρι
γαζωμένο από τις σύγχρονες μηχανές σε σχήμα χελιδονιού
άγγελε με χλωρή γενειάδα κάτω από τις ερπύστριες
συνείδηση βαμμένη στον τοίχο και στις πέτρες
σώπασες τ’ όνομά σου μες στη βοή της λάσπης
περιστέρι μπροστά στα ηλεκτροφόρα σύρματα
με το σύνθημα της δικαιοσύνης στο χώμα.

Με το τραγούδι χαιρετίζω όσους μοχθούν
για τη ζωή, όχι στο χαμό της
για την τροφή, όχι τη στέρηση της
για τη γνώση, με τη γνώση
ενάντια στις αριθμομηχανές των κρεάτων
ενάντια στον οργασμό της κατανάλωσης
ενάντια στις τρομερές λυχνίες της δισχιλιετηρίδας.

Θα ‘ρθει ένας κόσμος χλόης αγόρι
και θα δουλεύουμε στη μοιρασιά των λουλουδιών.

[Από την ενότητα «Κατάλοιπα ποιήματα» στον τόμο Τα κείμενα της- Τα κείμενα για το έργο της, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1977]


Λένα Παππά (1932)
Στους σκοτωμένους σπουδαστές του Νοεμβρίου

Μάτια κλειδωμένα, χέρια παγωμένα
κείτεται
-δεκοχτώ χρονώ ήτανε δεν ήτανε-
για να έχω εγώ πουλιά-φτερά στα χέρια μου,
και συ στο σπιτάκι σου,
μια γλάστρα με βασιλικό στο πεζουλάκι
και τα παιδιά μας ξένοιαστα να χτίζουνε το μέλλον.
Η μάνα του τον περιμένει και δεν έρχεται,
η άνοιξή του παίζει κα δεν τηνε ξέρει πια.
Στις φλέβες του αίμα σταματημένο και πικρό,
γυαλί σπασμένο ο κόσμος, σωριασμένο πάνω του.
Για να έχω εγώ τον άσπρο μου ύπνο
Και συ γαρίφαλο χαμόγελο στο στόμα σου,
για να ’χουν τα παιδιά μας το δικό τους ήλιο…


Πάνος Κυπαρίσσης (1945)
Οι κυνηγοί

Γκρεμισμένη πύλη
και οι συνδαυλιστές, στις στολές, οργιάζουν
Έρπει το αίμα αργά
ψιθυρίζει
η Μαρία×
Άδεια τα μάτια, γυαλιά

Βαθαίνει η νύχτα μέσα στη νύχτα
κλέβοντας κι άλλο σκοτάδι,
άσωστα νιάτα μ’ ένα φως στα μαλλιά

Νοσοκομεία ημίφωτα
διάδρομοι, διαχωριστικά×
τάξη θανάτου, πένθιμοι σταθμοί

Θριαμβεύουν οι κυνηγοί

Οι πισίνες στους ορόφους ψηλά
κι αυτοί
χορηγοί τώρα πια με μαύρα γυαλιά
νωχελικοί μες στ’ ανάκλιντρα

Λάμπουν γυάλινοι πολιτισμοί

Με τόση νύχτα πώς μπορείς;
Με τόσα κόκκαλα ανθισμένα

[Από τη συλλογή Τα χειρόγραφα της βροχής (Καστανιώτης, 2003)]


Έλλη Κιούση – Θεοδωράκη
Εδώ Πολυτεχνείο

Εδώ, εδώ Πολυτεχνείο
ακούτε ελεύθερο σταθμό
εδώ είναι το σκληρό σχολείο
οι φοιτητές μαζί με το λαό.
Άντε, βοηθάτε παλικάρια
βάλτε όλα σας τα δυνατά,
ν’ αγωνιστούμε σα λιοντάρια
να θυμηθούμε πάλι τα παλιά.
Εδώ, εδώ πολυτεχνείο
ακούτε ελεύθερη φωνή
εδώ είναι το κρυφό σχολείο
για λευτεριά, ειρήνη, προκοπή
Εμπρός, εμπρός Πολυτεχνείο
εμπρός δε βγάζει τσιμουδιά
έξω το κάνανε σφαγείο
νεκροί οι φοιτητές κι η ανθρωπιά


Ιάκωβος Καμπανέλλης
Προσκύνημα – 1974

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου
πίσω απ’ τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού
πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού
πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν
Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του χαμού
Ορέστη απ’ το Βόλο
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
γυρεύω το γιο μου
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
Ορέστη απ’ το Βόλο
την κόρη μου θέλω
Δυο παιδιά ερωτευμένα
δυο παιδιά του Χαμού
Ορέστη απ’ το Βόλο
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
γυρεύω το γιο μου
Μαρία απ’ τη Σπάρτη
Ορέστη απ’ το Βόλο
την κόρη μου θέλω.


Επιμέλεια: Διογένης Σινωπεύς

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.