Χρόνος ανάγνωσης περίπου:3 λεπτά

Τα γαρδούμνια… | του Αντώνη Κουκλινού


.

-Καλήμερα Μαργιώρα! Έπαέ σαι μωρή! Έβγα όξω απού θέλω να σου πω…!

-Ίντα με θες! Ανήμενε να ξεπλύνω τα χέργια μου, γιατί βάνω ένα ψιχάλι ασβέστη στα πεζούλια τση παρασιάς.

-Τη μεγάλη σου χροιγιά θέλω να μου δώσεις μωρή, να πλύνω δυο τρία κοιλικά.

-Ωωωω, τα παντέρμα αυγολέμονο θα τα κάμεις;

-Επήγε και μ’ ανεμάζωξε απ’ του κασάπη κοιλιές να του σάσω γαρδούμνια, μα τα θέλει μπεκρομεζέ.

-Στάσου ’να λεφτό να τη νε ξεκρεμάσω να στη δώσω, μα να κατέχεις πως θα μ’ ανάψεις φωθιές, για θα στέσεις το τηγάνι και θα στουμπώσει η γειτονιά μυρωδιές κι όντε θα ‘νεμαζωχτεί ο δικός μου, θα του κάτσουνε στο λαιμό, οι βρούβες απού του βράζω.

-Κάτσε μωρή να πάω να τα πλύνω, μα ’γω θα σου φέρω ένα δυο να του τα ψήσεις.

-Ο Θεός να σ’ έχει καλά γειτόνισσα, για δε προκάνω σήμερο, με τσ’ ασβέστες απού ’βαλα ομπρός μου.

-Μωρησή Μαργιώρα άνε σου περισσέψει ασβέστης στο λεκανίδι, στέρεψέμου τονε να βάλω και του λόγου μου έλα κλαδί στη παρασθιά, γιατί εδά που το λες κι εμένα εσομαύρισε.

-Καλά μωρή σάλευγε να του ετοιμάσεις το μπεκρομεζέ, μα και να μη μου περισσέψει θα βάλω άλλο και θα σου φέρω.

Μερακλίδικος μεζές τα γαρδούμνια, για να πχεις το κρασί σου, μόνο πως θένε τη φασαρία ντος να τα πλύνεις, ν’ ασπρίσουνε οσά ντο χασέ.

Και η αλήθεια είναι πως όντε θα στέσει το τηγάνι, θα μυρίσει ούλη η γειτονιά κι άντε ύστερα, να κάτσεις να φας σκέτες τσι βρούβες.

Οι γειτόνισσες θα τη νε σάσουνε τη δουλειά όμως και δε θα ζηλέψει ο γης τ’ αλλού στο φαϊτό.

Ο προκομένος ανεμαζώχτηκενε ογλήγορα και ότι είχενε το τηγάνι στεμμένο.

-Μπά; ογλήγορα κόπχιασες σήμερο, ίντα σ’ έπχιασε!

-Ετέθιο μεζέ έχω και θελα κάτσω να νημένω, κοντό και Θε μου γυναίκα, να μεσημεργιάσει στο χωράφι; Κι αύριο μέρα είναι;

-Ναι μα δε ν’ έχω ακόμη μαγερεμένα, μόνο άμε να πχεις μνια ρακή μέσα κι απόι θα φας.

Ήβαλε μνιά ρακή κι ανάφτει ένα τζίγαρο, σαμε να του κενώσει να φάνε.

Απάνω στην ώρα νάσου τη Μαργιώρα με τον ασβέστη και τα γάνθια σάμε τσ’ αγκώνους.

-Ίντα τηγανίζετε γείτονα και εστούμπωσε η γειτονιά μυρωδιές και θα μα σε πχιάζει λιγούρα σήμερο;

Εβγήκενε όξω η κερά ντου να πάρει τη μοσώρα τον ασβέστη και τση δίδει τη παραγγελιά.

-Σάλευγε να πα να του τα τηγανίσεις εδά, μα η γ’ ώρα το νε βάνει απού θα κοπχιάσει κι ο γ’ εδικός σου απόξω.

Γροικά τη κουβέντα τω γυναικώ και πορίζει όξω.

-Ιντά χεις μαγερεμένα ετουλόγου σου γειτόνισσα;

-Ότι επρόλαβα γείτονα γιατί σπρίζω από τη ταχινή, βρούβες ήβρασα, ένα τζικλαλίδι.

-Άστα τα γαρδούμνια τση κεράς μου να τα ψήνει κι άμε να φέρεις ένα πγιάτο να τσι φάμενε, μα ταιργιάζει για σαλάτα και θα φωνιάξωμε τ’ αντρού σου, όντε θα ν’ εμαζωχτεί απόξω.

Γείτονες μνιά πόρτα, δυο ζάλα κάνεις και είσαι στην αυλή ντου.

Ίντα πλια καλό και όμορφο, να κατέχεις να μοιράζεσαι, το πχιάτο σου με το φίλο σου.

Ήρθε κι ο άλλος απ’ όξω και σαν ήφταξε του φωνιάξανε πως το τραπέζι, εστρώθηκενε για ούλους μαζί.

Η κανάτα γεμάτη κόκκινο κρασί και ο μεζές μπελαλίδικος μα…καλά, καλός για δυο τρεις κούπες.

Η αγάπη των αθρώπω μεταξύ ντος, ετσά λογιώς πρέπει να ναι.

Μνιά συνηθισμένη ταχινή, σαν ούλες τσι μέρες στο χωργιό, απού η γειτονιά έχει ανοιχτές τσι πόρτες να μπαίνει ο φίλος, ο γείτονας, ο χωργιανός, μα και το φως του ήλιου.

Μνιάν εποχή απού οι καρδιές των αθρώπω, δεν εσταματούσανε στσι καλημέρες και τα καληνωρίσματα, μόνο ήτονε ανοιχτές σαφή και στο τραπέζι με το βρισκούμενο, ότι να ναι αυτό, και στσι χαρές και στσι λύπες μνια γροθιά.

Στην εποχή μας απού ξανοίγουνε να μα σε ’ποξενώσουνε, βαστάτε γερά όσοι μπορείτε, ειδικά στα χωργιά μας απού γνωρίζει ο γης τον άλλο, μην αφρουκάστε κιανενούς.

Οι αμάλαγοι αθρώποι, σέβουνται κι αγαπχιούνται αληθινά!

Ο άθρωπος χωρίς το φίλο, χωρίς το γείτονα, δε στένεται στη γης απάνω…

26/10/22

Αντώνης Κουκλινός


 

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.