Χρόνος ανάγνωσης περίπου:1 λεπτά

Πού να βρω τόπο να σταθώ… | της Άννας Τακάκη



Γιάδες καιρούς τσι βρήκαμε, γιάδες καινούριους τρόπους,

να γράφομε τα θέλω μας σε γυάλινο τεφτέρι,

να λέμε το χαιρετισμό σε γυαλικά που σπούνε,

βουβοί δίχως τα χείλη μας πλατειά ν’ ανοιγοκλειούνε.

Γυάλινος είναι κι ήσπασε, μπόχικος, και φτηνιάρης,

χωρίς ψυχή, χωρίς πνοή… Κόσμε, κάνε στην μπάντα!

Να ποσταθώ σε μια γωνιά, στο έρμο γωνιδάκι

ν’ αναθιβάνω τα παλιά, τα λεύτερά μας χρόνια,

πού ’χαμε το χαιρετισμό πρώτο γλυκό τραγούδι.

Κι ήταν οι πόρτες ανοιχτές, πόρτες και καστροπύργια

γειτονευτάδες στις αυλές, βεγγέρες στα σοκάκια,

χαρά Θεού τα ξέγνοιαστα κι ονειρεμένα βράδια.

Κι εγροίκας τσι γλυκιές λαλιές, τα νάκλια, τα τραγούδια

κι ήλεγες, Θε μου, μια ζωή! σαν κι αυτή να ’χα κι άλλες,

που κλειδαριά δεν ήβανα σε πόρτα νύχτα, μέρα.

Δεν είχα μήδε διασαξή να μου κουνεί τη χέρα,

μηδέ το φόβο κυνηγό, να μου πισωξαμώνει.

Ένα τραγούδι θα σας πω, να το γροικήσουμ’ όλοι,

να τραγουδήσομε μαζί κι όλοι ν’ αγκαλιαστούμε.

Κι ύστερα να ταιριάζομε ρίμες και μαντινιάδες,

ο γεις τ’ αλλού να ’στάνεται τσι χτύπους τση καρδιάς του.

Γυρεύγω αθρώπους να σταθού σε τούτο το γιορτάσι,

μ’ αθρώποι δε μου πάντηξαν, μηδέ τραγουδιστάδες.

Πού να βρω κόσμο να μπλεχτώ, ν’ απλώσομε τα χέρια

ν’ ανοίξ’ ο κύκλος του χορού, ξεφάντωση να γένει,

να συγκερνούμε τσι χαρές; Γειά και χαρά σου Κρήτη!

Μικροί μεγάλοι να ’μπουνε στης γης το πανεγύρι,

να μπουν κι οι ξενομπάσηδες, κι οι μερακλήδες όλοι.

Πού να βρω τόπο να σταθώ και πόρτα να περάσω;

Οι πόρτες όλες κλείσανε, πόρτες και παραθύρια,

κλείσανε και τα στόματα, δεν έχουν πλια να λένε

κι ανέ θ’ ανοίξου μια φορά, παράπονα θ’ακούσω.

Ώρες φορές το σκέφτομαι κι ώρες που τ’ αφουκρούμαι

πως η σκλαβιά εγυάγιρε λαξο-μουσουδιασμένη

με μάτια που θολώνουνε στο πέρασμα τση μέρας,

με χείλια που τους κόπηκε τση ξεγνοιασάς το γέλιο,

κι αυτιά απού κουφαίνονται σα θα βροντούν μπαντούρες.

Λες, ρόδα είναι που τσουρλά, τσέρκουλο που γυρίζει…

Ποιος, είναι που βαστά τα υνιά, ποιος να ’ναι που ορίζει;

Για ποιους καιρούς να διγηθώ εισέ παιδιά κι εγγόνια;

Για τωρινούς; για τσι παλιούς; για ποια φευγάτα χρόνια;

Άννα Τακάκη


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.