Χρόνος ανάγνωσης περίπου:13 λεπτά

Θύμισες λόγω της κακοκαιρίας | της Ιφιγένειας Μανουρά


Αφού πλέον η ζωή μου είναι πολύ ακριβή και τα αντανακλαστικά μου εις την κατιούσα και παρακολουθώντας τις προβλέψεις για την επερχόμενη κακοκαιρία του Σαββατοκύριακου, προετοιμάστηκα.

Ανέβηκα στην ταράτσα μάζεψα καρέκλες, τραπέζια, ψησταριές, προτζέκτορες, αποσύνδεσα το Wi-Fi ευχόμενη και του χρόνου, έκλεισα πόρτες και παράθυρα, καθάρισα τις υδρορροές, ψώνισα από την Πέμπτη και περίμενα τα ύστερα του κόσμου.

Σκέφτηκα ότι αφού ζω σε μια τριτοκοσμική χώρα, το πιο πιθανόν είναι να υπάρξουν διακοπές ρεύματος για ώρα ή και ώρες, τουτέστιν εκτός από ρεύμα δεν θα έχουμε και νερό και ουχί μόνον. Και θυμούμενη τον Άρη που μου έλεγε “Το προλαμβάνειν καλύτερο του θεραπεύειν”, πήρα δύο μεγάλα βαρέλια και τα τοποθέτησα κάτω από τις υδρορροές, ούτως ώστε να έχουμε τουλάχιστον νερό.

Θυμήθηκα λοιπόν κάτι αντίστοιχο που συνέβη στο χωριό αρχές του Ιούνη. Μέρες ετοιμαζόμουνα να πάω, να καθίσω μια τουλάχιστον εβδομάδα να ηρεμήσω από την τρέλα του μυαλού μου (πράμα απίθανο έως ανέφικτο, αλλά είπα να το προσπαθήσω), για να μπορέσω να περάσω τον χειμώνα όσο γίνεται ευκολότερα. Όλο και κάτι απρόοπτο τύχαινε και δεν τα κατάφερνα.

Το κοπέλι με λυπότανε, αλλά ίντα να κάμει!

Έρχεται λοιπόν μια ωραίαν πρωίαν μου φέρνει ένα τεστ θετικό και μου ανακοινώνει ότι τουλάχιστον πέντε ημέρες πρέπει να υποστεί τον εγκλεισμό, μαζί και εγώ βέβαια. Οπότε, μου προτείνει με την ευκαιρία αυτή προκειμένου να είμαι κλεισμένη στο σπίτι να πάω στο χωριό, αλλά να μην έρθω σε επαφή με κανέναν μια που ακόμα και τώρα ο κόσμος είναι πανικοβλημένος.

Μια χαρά σκέψη. Τα μαζεύω λοιπόν μετά από δύο ημέρες και να ’μαι στο Αρκάδι.

Ανακοινώνω σε συγγενείς και φίλους ότι δεν θα με δουν, μόνο μετά το πέρας της καραντίνας και πάω σπίτι μου.

Βάζω στην πόρτα το κλειδί και ανοίγοντας, να ο πρώτος επισκέπτης να με καλωσορίσει. Οσάν το κουκί μικιό και γλακιστό τρυπώνει κάτω από το τραπέζι. Μέχρι να αφήσω κάτω τσι τσάντες που εκράτουνε και να βγάλω το παπούτσι να εκτελέσω τον φόνο, το μικιό σαμαμιθάκι έγινε άφαντο.

Και μην σκεφτεί κανείς ότι είμαι άπονη, αλλά με μεγάλο πόνο θα το σκότωνα.

Και αρχίζει ο αγώνας και η παράνοια. Τραβώ καναπέδες, τραπέζια, κρεβάθια, ξανοίγω από πάνω, ξανοίγω από κάτω, έκαμα το σπίτι χουμά κουτάλια, πράμα.

Ίντα να κάμω δα, να ξαναφορτώσω τα πράματα και να γιαγύρω από έκεια που ’ρθα;

Είπα να πάω στου Σελή- πλατεία του χωριού- που έκια συναθροίζονται και διαβουλεύονται όλοι οι χωριανοί, να μου πούνε τη γνώμη ντονε.

Το τι χλευασμό υπέστην δεν περιγράφεται! Συμπαράσταση εις το δράμα της Ιφιγενείας, ουδεμία.

Γυαγέρνω στο σπίτι ωσάν το λαδωμένο ποντικό και αρχίζω να σκέπτομαι πιθανές λύσεις εις το μέγα θέμα, που τόσο αναπάντεχα έλαχε στη ζήση μου.

Και να η αναλαμπή. Θυμάμαι ότι η μάνα μου όντε νήθελε να ξαποστείλλει τέτοιου είδους επισκέπτες, άναβε λιβάνι. Έλεγε ότι δεν τους αρέσει η μυρωδιά, τα κρούβγει και εξαφανίζονται.

Φωνάζω τη γειτόνισσά μου, εάν έχει να μου δώσει λιβάνι.

Πάει στην εκκλησία, παίρνει μια χούφτα λιβάνι, τέσσερα θυμιατά – προφανώς δεν βρήκε άλλα- τα γεμίζει με καρβουνάκια και μου τα φέρνει. Τα ανάβω, βάνω στο κάθα ένα μια χούφτα λιβάνι και τα τοποθετώ, ένα στο μπάνιο, ένα στην κουζίνα, ένα στο σαλόνι, ένα στην κρεβατοκάμαρα.

Αντί να κρουφτεί το χαμένο, εκρούφτηκα εγώ.

Έχω και αυτές τις παλιές αμαρτίες με τα πνευμόνια μου από τις βρογχίτιδες και το φούμαρο, τα οποία πνευμόνια, μια που τα παραγέμισα με θυμιάματα εκλατάρανε.

Ντακέρνω έναν παροξυσμικό βήχα, που εναλώθηκε όλο το χωριό και ήρθανε ξεγλωσσισμένοι οι συγχωριανοί να δούνε ίντα συμβαίνει στην παράουρη.

«Να πα να κάμεις ένα τεστ DNA, Φιγένεια, γιατί δεν μπορεί να είσαι κοπέλι του Γύπαρη. Γατέχεις το ότι τα παλιά χρόνια ο μοναδικός που εδέχτηκε να κατεβεί στο ταφκάκι ήτανε ο πατέρας σου;» μου λεει εις εκ των παρευρισκομένων.

Ώ ρε φίλε, ίντα χαστούκι ήτανε ετονά.

Όλοι οι πρόγονοι ξύπνησαν (κατά Καζαντζάκη) και με οικτίρανε.

Θυμούμαι όντε ήμουνε πολύ μικρή και ο πατέρας μου φοβότανε συνέχεια για τη σωματική μου ακεραιότητα γιατί όπως έλεγε η φύση με είχε προικίσει με όλο τα καλά του κόσμου (συμπλέγματα βλέπεις είναι αυτά) εκτός από αυτό του φόβου. Εκείνου του φόβου που προστατεύει τον άνθρωπο.

Και τότε που είχα τη ζωή και τα νιάτα δεν με τρόμαζε πράμα και εδά να φοβούμαι ένα σαμαμιθάκι; Τόσονά αξία έχει εδά μπλιό η ζωή μου; Τέλος πάντων.

Αφού κερνώ τους χωριανούς μου φορώντας την προστατευτική μάσκα οπωσδήποτε, μην τυχόν και έχω νοσήσει και διασπείρω τον ιό και αφού αποχωρούν άπαντες και άπασες, μπαίνω εντός της οικίας μου και συμπεριφέρομαι σαν να είμαι μόνη στο σπίτι. Διαγράφω εντελώς την παρουσία του και φαντάζομαι ότι μάλλον απήλθε της οικείας μου και δεν υπέπεσε το γεγονός εις την αντίληψίν μου.

Ηρεμώ, τακτοποιώ τα πράγματά μου και παίρνω το αυτοκίνητο να πάω σε σημείο σκοτεινό να δω τον Γαλαξία μας. Φτάνω στη λίμνη, που ενώ είχε μισοφέγγαρο και το οποίο φιλάρεσκα καθρεπτίζεται στα νερά της, ο ουρανός είναι πεντακάθαρος και στάζει από πάνω. Όλοι οι αστερισμοί υπέρλαμπροι.

Κάποια στιγμή γροικώ γαυγίσματα από μακριά.

Σε χρόνο ρεκόρ και χωρίς να το πολυκαταλάβω το κτήνος με πλησιάζει και μέσα στο μισοσκόταδο μου δείχνει τα απαίσια δόντια του. Το εγκεφαλικό προ των πυλών. Αυθόρμητα σκύβω και προσποιούμαι ότι πιάνω πέτρα και την εκτοξεύω πάνω του. Εξαφανίζεται και εγώ τρέχω να μπω στο αυτοκίνητο αλλά από την τρομάρα μου δεν βρίσκω την είσοδο του διακόπτη. Φυσικά δεν την βρίσκω γιατί δεν υπάρχει κλειδαριά στο δεξί μέρος παρά μόνο στο αριστερό. Όταν παιδί μου οι άνθρωποι δεν έχουν φαντασία να σκεφτούν ότι υπάρχουν Ιφιγένειες που στον πανικό τους ψάχνουν σε λάθος πλευρά να βρούνε την κλειδαριά, τι να τους πεις;

Τέλος πάντων, μπαίνω μέσα και ξεκινώ με πέμπτη, σε σημείο που βρώμισε ο καταλύτης και αφού επέλεξα τον συντομότερο δρόμο για να εξαφανιστώ, γροικώ από κάτω ένα εκκωφαντικό θόρυβο που είπα ότι το αυτοκίνητο άνοιξε στα δυο. Δεν ήξερα ότι οι υπάλληλοι του δήμου έχουν φτιάξει τους δρόμους και σε ένα σημείο έχουν βάλει τόση άσφαλτο – και πού βέβαια να σκεφτεί κάποιος φωστήρας ότι έπρεπε να πατηθεί; – που μόνο με φορτηγό ή τέσσερα επί τέσσερα θα μπορούσε να περάσει κάποιος και όχι με ένα μικροσκοπικό αυτοκίνητο όπως το δικό μου.

Πάει και αυτό. Πάω στο σπίτι και βλέπω τον μουσαφίρη πάνω στο μισοδόκι. Παίρνω τη σκούπα να τον ρίξω κάτω και με ένα πανί να τον πιάσω και να τον αφήσω μακράν της οικείας μου να μην τον εξοντώσω, αλλά σιγά μην καθότανε να με περιμένει! Γίνεται πάλι καπνός.

Κάνω τα ξινά γλυκά και πάω και θέτω.

Εξημέρωσε η αυριανή και λέω να πάω να βγάλω κάτι φούντες από το λιόφυτο, που εξ’ αμελείας είχαν παραμείνει άβγαλτες.

Ο καιρός να στέκει, αλλά σκέφτομαι ότι είναι πολύ πρωί και πολύ δροσιά έως κρύο και είναι ο καταλληλότερος χρόνος. Σε μισή περίπου ώρα ντακέρνει να πιτά. Απτόητη εγώ συνεχίζω την εργασία μου. Σε λίγο αρχίζει κατακλυσμιαία βροχή. Προλαβαίνω και βάζω ένα αδιάβροχο μπουφάν που κρατούσα μαζί μου αν και είμαι ήδη μούσκεμα. Πάω στο αυτοκίνητο και περιμένω να σταματήσει η βροχή να ξαναρχίσω. Την απολαμβάνω να πέφτει ευωδιαστή, ορεξάτη να καθαρίσει και να ξεδιψάει Γη και οτιδήποτε υπάρχει σε αυτήν, χορεύοντας χαρούμενα. Βγαίνω έξω από το αυτοκίνητο και αρχίζω να χορεύω στον ρυθμό της. Άλλωστε, ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται.

Φεύγω για το χωριό, αφού και να επέστρεφα δεν θα μπορούσα λόγω του ότι ήμουνα ολόγρη και λόγω λάσπης να συνεχίσω. Λέω να κάνω ένα μπάνιο να βάλω στεγνά και καθαρά ρούχα. Νερό ούτε σταλιά. Περιμένοντας να έρθει στεγνώνω απάνω μου και σε λίγο ντακέρνω να έχω ρίγο. Θυμάμαι ότι στο παλιό μας σπίτι το πατρικό, είχαμε μια παλιά βρύση τσίγκινη. Την παίρνω, την πλένω υποτυπωδώς και την γεμίζω με νερό που είχε η σωλήνα που κατεβαίνει στο παλιό σπίτι μας. Κάνω ένα μπανάκι και ξαπλώνω να χαλαρώσω. Αλλά πρέπει και να ψήσω πράμα να φάω. Αλλά πώς; Νερό δεν υπάρχει περίπτωση να έρθει τουλάχιστον για τις επόμενες ώρες, αφού μια σωλήνα για εκατοστή φορά τώρα και μια τριετία, σπάει τακτικότατα. Λες και θα υδρεύσουν τον Άρη, τόσο δύσκολο είναι φαίνεται να λυθεί το θέμα. Βρίσκω μπουκάλια, δανείζομαι κανίστρες και πάω στου Χατζή τη στέρνα να πάρω νερό. Ευτυχώς αυτή η βρύση δεν ποφρυγιά ποτέ. Περιμένοντας να γεμίσει η κανίστρα βλέπω τις ποτίστρες που είχε κάνει ο μπαμπάς μου σύμφωνα με την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων για να πίνουν νερό τα ζα και θυμούμαι εμείς τα κοπέλια που βάζαμε μέσα τσι κεφαλές μας και μετρούσαν οι κριτές πόση ώρα θα αντέχαμε. Εγώ σχεδόν πάντα ήμουν η νικήτρια γιατί ο Άρης μου είχε μάθει ένα κόλπο που το κράτησα σαν επτασφράγιστο μυστικό για να νικώ. Θωρώ μια τρύπα φρεσκοσκαμμένη και σκέφτομαι ότι είναι φωλιά καβρού. Λες και ήμουνα εκείνο το δεκάχρονο αγρίμι, βάζω τη χέρα μου μέσα να βγάλω τον καβρό να τον πάω στο χωριό και να του δέσω με ταινία τις χαχάλες ώστε να τον κρατώ μετά να μην τον φοβάμαι. Μα και αυτός δε μου χαρίστηκε. Με γραπώνει δυνατά, που τραβώντας τη χέρα μου έχει κολλήσει πάνω στο μεσαίο μου δάχτυλο και δεν θέλει να με αφήσει επ’ ουδενί. Τον τινάξω με μεγάλη δύναμη, πέφτει κάτω και εγώ αρχίζω να τρέχω σαν τρελή να μην με κατασπαράξει το θεριό. Εκεί στην τρεχάλα μου πάνω θωρώ ένα καημενούλη αφορδακό και στην προσπάθειά μου να τον αποφύγω για να μην τον ξετσιλακώσω, να την μπουντάλα κάτω με σπασμένα τα γόνατα.

Παίρνω το νερό, πάω στο χωριό και βρίσκω στην πόρτα μου κρεμασμένα ταπεράκια με φαγητά που μου έχουν φέρει σχεδόν όλοι οι χωριανοί συμπαραστεκόμενοι στο μέγα δράμα να μη έχω νερό, γιατί εκείνοι προνοώντας έχουν βάζει όλοι τεπόζιτα. Παρόλο που κάνω φοβερή οικονομία λες και είναι πετρόλαδο, το νερό τελειώνει.

Στο μεταξύ εργάτες του Δήμου ανακοίνωσαν ότι δεν μπορούν να σάσουν τη βλάβη, γιατί η σωλήνα έχει σπάσει σε δύο σημεία και θέλει αλλαγή.

Κάθομαι ήσυχα και πιάνω το βιβλίο μου. Σε λίγο πάλι αρχίζει μια ψιλή και ήσυχη βροχούλα που δεν άργησε να μετατραπεί σε κατακλυσμό. Τι χαρά έκανα δεν λέγεται! Ζητώ από την γειτόνισσά μου και μου δανείζει ένα βαρέλι χωρητικότητας διακοσίων κιλών, το βάζω κάτω από μια υδρορροή και σε ένα τέταρτο γεμίζει. Οπότε τώρα έχω νερό και για αύριο.

Την επόμενη αξημέρωτα πάω πάλι στη φούντες.

Στο δρόμο έχουν πέσει μιας απιδιάς όλα τα απίδια που είχαν μείνει ακόμα και τα μαζεύω. Δεν βλέπω όμως έναν σβούρο που είναι μέσα σε ένα απίδι και απολαμβάνει τους χυμούς του και με δαγκώνει. Αυτά τα έντομα που μπορεί να μου προκαλέσουν θέμα δεν τα φοβάμαι, αντίθετα φοβάμαι κάτι μικροσκοπικά σαμαμιθάκια, καβουράκια κλπ! Τι να πει κανείς!

Συνεχίζω να πάω στο λιόφυτο και σκέφτομαι ότι καλό θα ήτανε να επιστρέψω στο σπίτι και να πιώ μια δόση Apis mellifica για το κεντρί, αλλά δεν το κάνω.

Πάω στο λιόφυτο. Οι φούντες ολόγρες αφού δεν πρόλαβαν να στεγνώσουν. Μαζεύω, αλλά αρχίζω να βήχω, ξέχασα να σας πω ότι όλη την νύχτα έβηχα μια που είχα στεγνώσει πάνω μου με την βροχή και τώρα επιδεινώθηκε η κατάσταση, αφού με τις ογρές φούντες έγινα πάλι μούσκεμα.

Δεν περνά πολλή ώρα, η χέρα μου γίνεται νταούλι και ντακέρνει και με πόνιε ο αδένας στην μασχάλη μου. Τα παρατώ στη μέση, πάω στο χωριό, πίνω το ομοιοπαθητικό μου, κάνω και ένα ζεστό τσάι ξαπλώνω στον καναπέ και κάνω έναν υπέροχο ύπνο, από αυτούς που χρόνια είχα να απολαύσω. Γλυκό, γαλήνιο και ξεκουραστικό. Με ξυπνά ο θόρυβος του νερού μετά από πέντε ολόκληρες ώρες, μια που είχα αφήσει την έξω βρύση ανοιχτή για να ακούσω πότε θα έρθει.

Την επόμενη μέρα πάω επιτέλους να βγάλω τις φούντες και κρατώ και το ξυλοκοπτικό για να κόψω τα χοντρά ξύλα για το τζάκι. Ξεκινώ να κόβω τα ξύλα αλλά μετά από καμιά ώρα ετράνταξανε τα χέρια μου και η κεφαλή μου εγίνηκε ντούντουνο από τη φασαρία και κάθομαι λίγο να ξεκουραστώ.

Παρακολουθώ ένα πουλί που πάνω στο ξερό κλαδί πήγε και έκανε τη φωλιά του και θυμήθηκα τη μαντινάδα του Νιδιώτη.

Μήδε πουλί μήδε φωλιά

και το κλαδί ξερό ‘ναι,

ό,τι κι αν χτίσω το χαλάς

ανάθεμά σε χρόνε.

Και σαν απάντηση λέω:

Γύρισε πάλι το πουλί

ενάντια στον χρόνο,

και τη φωλιά του έκαμε

στον ξεραμένο κλώνο.

Σηκώνομαι κάποια στιγμή πάω να βάλω μπρος το μηχανάκι, πράμα. Βλέπω ότι έχει βενζίνη και επίσης λάδι. Το φορτώνω στο αυτοκίνητο το πάω στην Αγία Βαρβάρα να το φτιάξουν. Φτάνοντας στο χωριό παρκάρω, αλλά το χειρόφρενο έχει ένα θέμα και πρέπει να το σηκώσεις πολύ και εγώ λόγω βιασύνης το ξέχασα και έκεια που κρατώ το μηχανάκι και προχωρώ γροικώ μια γυναίκα να φωνιάζει. Γυρίζω και θορώ το αμάξι μου να μετακινείται αργά βέβαια ευτυχώς, αλλά να μετακινείται. Για καλή μου τύχη δεν ήτανε πολύ κατηφόρα, αλλιώς δεν θέλω να σκέφτομαι τα επακόλουθα της απερισκεψίας μου. Μου αλλάζει ό άνθρωπος μπουζί που είχα στην τζάντα με τα εργαλεία στο χωράφι ως επίσης και μπουζόκλειδο, αλλά δεν σκέφτηκα ότι μετά το λάδι και την βενζίνη το επόμενο που έπρεπε να σκεφτώ ήτανε το μπουζί, αλλά πού;

Τελειώνω και με τα ξύλα, επιστρέφω στο σπίτι και λέω να μαγειρέψω.

Ανάβω το μάτι της κουζίνας δεν ανάβει ούτε το μεγάλο ούτε το μεσαίο, παρά μόνο τα δυό μικιά.

Ε δεν πάμε καλά. Να πήρε νερό η κουζίνα από τη βροχή που μπήκε από το παραθυράκι και να χάλασαν μπορώ να το καταλάβω, αλλά τα δύο μικιά μάτια γιατί δεν χάλασαν και εκείνα;

Μια χαρά. Θα μπορούσα να ψήσω το φαγητό στον φούρνο αλλά το είδα σαν ευκαιρία να θυμηθώ τα παλιά και να μαγειρέψω στην παραστιά έτσι όπως τα χρόνια εκείνα, που δεν είχαμε ακόμα ηλεκτρικό στο χωριό.

Παίρνω το αυτοκίνητο πάω στο λιόφυτο και γεμίζω το πορτ μπαγκάζ με ξύλα, που θυμάστε ότι είχα κόψει από χθες, παίρνω και μερικές φούντες για προσάναμμα και έρχομαι στο χωριό.

Στην πάνω γειτονιά αναπαλαιώνουν ένα σπίτι. Πάω στους εργάτες και μου δίνουν μετά χαράς τέσσερις μπλόκους,και κάνω παραστιά σε απάνεμο μέρος. Ανάβω φωτιά και φτιάχνω το ωραιότερο κοτόπουλο με μπαμιεδάκια που έκανα ποτέ. Δεν υπάρχει αυτή η γεύση ούτε στο καλύτερο εστιατόριο. Θυμάμαι εκείνα τα όμορφα παιδικά χρόνια που μαγειρεύαμε μόνο στα ξύλα και την τόση νοστιμιά που είχαν εκείνα τα φαγητά. Πήγα και σκουτελικό και όλοι είχαν την ίδια γνώμη με εμένα. Μόνο οι γειτόνισσές μου που δεν με σκότωσαν για την τόση λέει ταλαιπωρία μου, αντί να πάω να μαγειρέψω στο σπίτι τους.

Μετά το πέρας της καραντίνας έπιασα τη γειτονιά και η μια πόρτα με πόβγανε και η άλλη με δέχουντανε. Είχα και μουσαφίριδες, επιάσαμε παλιές αθιβολές και περάσαμε αξέχαστα.

Δεν ήξερα μάλλον ότι αυτή θα ήτανε και η τελευταία χαρούμενη μέρα στο χωριό. Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι άρχιζε πάλι η περίοδος των καταιγίδων.

Νέες υποχρεώσεις στη χώρα με ανάγκασαν να επιστρέψω.

-Καλώς όρισες Νούλα μου και του χρόνου να σου ξανακάνω πάλι πλάκα, να πας στο χωριό να ξεκουραστείς.

-Τι εννοείς πλάκα, πες μου ότι δεν έχεις κορονοιό.

-Όι.

-Ίντα όι;

-Δεν έχω, μια χαρά είμαι.

-Και το τεστ; Aφού αυτή τη φορά το είδα, έντονη ήτανε και η δεύτερη γραμμή.

-Ναι, θα ήμουν θετικός αν το τεστ ήτανε δικό μου.

– Και τίνος ήτανε το τεστ;

-Δε γατέχω.

-Δε γατέχεις τίνος ήτανε το τέστ;

-Πού να γατέχω βρε Νούλα, αφού το πήρα από το περβάζι του φαρμακείου.

-Και η δουλειά;

-Δούλευα από το σπίτι.

-Ε, δεν πάμε καλά. Πήγαινε παιδί μου να βρεις ένα σπίτι να μείνεις πάλι μακριά από εμένα, για θα με τρεζάνεις και δεν το θέλω και πολύ.

-Πε μου βρε Νούλα πως θελά πας στο χωριό να ηρεμίσεις αδέ θελά σου κάνω την πλάκα. Τι να απαντήσω σε ένα παιδί που σκέφτεται τη μάνα του τοσονά πολύ. Πράμα. Πιάνω τα τηλέφωνα να ενημερώσω κόσμο για την επιστροφή μου, ακούω κάτι σαν έντονο σφύριγμα και μέσα σε ένα λεπτό έχει γεμίσει η κουζίνα με νερά.

-Αλέξη γλάκα επλημμυρίσαμε!

-Πώς βρε μάνα;

Κοιτάζει κάτω από την κουζίνα και βλέπει να τρέχει νερό από το σπιράλ της μπαταρίας με μεγάλη πίεση.

Για ένα πεντάωρο μέχρι να έρθει ο υδραυλικός μας, είμαστε πάλι χωρίς νερό και ρεύμα. Άμα σου τρέχουνε παιδί μου τα βάσανα, σου τρέχουμε. Και μη χειρότερα, που δεν άργησαν να έρθουν.

Ιφιγένεια Μανουρά


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.