Χρόνος ανάγνωσης περίπου:20 λεπτά

Αγαλιανά οι αροδαμοί… (δεύτερο μέρος) | της Ζωής Δικταίου



Εκείνες οι μέρες κυλούν σαν παραμύθι. Ανακαλώ το παρελθόν. Δεν βρίσκω τίποτα που θέλω ν’ αρνηθώ, τίποτα που δεν θέλω να θυμάμαι. Στυλώνω το βλέμμα πότε στο ένα και πότε στο άλλο πρόσωπο, όλα οικεία ανταποκρίνονται στην αναπόλησή μου και όλα μαζί τα ίδια λόγια μού θυμίζουν: «Η αγάπη είναι δρόμος, ευχαρίστηση και το στοίχημα, είναι να γίνεις εσύ αγάπη!»

Επιστρέφω σιγανά πάνω από την κούνια τής Μαρίας. Η Μαρία δεν είναι παιδί, είναι άγγελος σκέφτομαι και ψηλαφώ απαλά την πλάτη της με την βεβαιότητα πως θα βρω τα κρυμμένα φτερά. Μετά αγγίζω το ρόδο στο μέτωπό της, με ευλάβεια. Το βρίσκω πανέμορφο. Αλλάζει χρώμα και σχήμα ανάλογα με τις γκριμάτσες της και το φως που πέφτει πάνω του. Είναι το πιο αληθινό ρόδο που ξέρω.

Κάποιοι από τους συγγενείς δεν το βλέπουν για ρόδο, το λένε «ζούδο», δηλαδή σημάδι και αναρωτιούνται: «Μα τι ζήλεψες Καλλιόπη όταν ήσουν έγκυος και το έβγαλε το παιδί;». Η θεία μου η Ελένη πάλι, είπε πως είναι κληρονομικό σημάδι και χάνεται όταν μεγαλώσουν τα παιδιά. Το είχε λέει και ο ξάδελφος μου ο Μανώλης, ο Σπίθας, μέχρι τα τέσσερα, μετά πάπαλα! Ο μπάρμπα Γιάννης ο Φεγγάρης, ένα πρωί, έλεγε στη γιαγιά, πως πρέπει να το ξορκίσει ο καλόγερος στο μοναστήρι της Κρουσταλλένιας.

Τίποτα από όλα αυτά δεν μού άρεσε. Δεν μπορούσα να δεχτώ καμιά άλλη εκδοχή εκτός από τη δική μου. Πολύ απλά, ήταν ένα ρόδο από τον πιο όμορφο κήπο του κόσμου ή και του «παραδείσου», όπως ήθελε να πιστεύει η γιαγιά.

Κάθε φορά που έσκυβα να το μυρίσω, κρυφά και φανερά, ήταν και διαφορετικά. Κάθε φορά, μύριζε όλο και περισσότερο. Δεν ξέρω αν αυτό το «διαφορετικό», αποτέλεσε την αιτία να αγαπήσω την αδελφή μου. Πάντως, σαν παιδί εκεί στο μέτωπό της προσκυνούσα τα θαύματα. Εκείνο το ρόδο, που όταν ζάρωνε τα φρύδια της γινόταν κλειστό μπουμπούκι κι όταν γελούσε, ποιος ξέρει σε ποιανού ονείρου παραδομένη το ξάφνιασμα, άπλωνε κι άνοιγε ροζ βελούδα πάνω στο χνουδάτο δέρμα. Από αυτή την πρώτη καλή θύμηση, γιατί έχω και την πρώτη κακή από το ατύχημα του πατέρα μου με μικρή διαφορά μόλις δύο μήνες πριν, ξετυλίγω το νήμα της ζωής. Αφετηρία, η γέννηση τής Μαρίας σε αυτό το μέτρημα. Γεμίζει ο νους άσπρες φτερούγες, η καρδιά χαρούμενη αναμονή, η ψυχή ευωδιές από εκείνο το ρόδο, θαρρείς κι όλα τα τριαντάφυλλα της γης και όλα τα Δαμασκηνά ρόδα ανθούν σε ένα ξημέρωμα.

Η αθωότητα δεν δημιουργεί ιστορίες από το μηδέν και το τίποτα. Πιάνεται από πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα. Η αθωότητα σπρώχνει τη ζωή στο φως κόντρα στη φθορά και στη λήθη.

Ένα απόγευμα ο ήλιος είχε τρυπώσει κάτω από την πλεκτή κουβέρτα της Μαρίας, με την ίδια ομολογουμένως περιέργεια που είχα τρυπώσει και η ίδια. Όταν με ανακάλυψε η μητέρα, «άφησε το μωρό ήσυχο να κοιμηθεί κι όταν ξυπνήσει θα σε φωνάξω», είπε χωρίς θυμό για τη σκανταλιά μου. Η γιαγιά με πήρε αγκαλιά και καθίσαμε έξω στην αυλή, κάτω από τον μεγάλο βράχο με τις κληματαριές. Απέναντι, οι κυματιστές γραμμές του τοίχου προκαλούσαν τη φαντασία μου. Άλλοτε τις παρομοίαζα με ταξιδιάρικα πουλιά και άλλοτε με κύματα. Πάντως ο τοίχος δεν με εμπόδιζε να περνώ και να χάνομαι μέσα του σε άλλα ταξίδια.

«Ποιος έκανε στον τοίχο αυτά τα σχέδια σαν πουλιά;» ρώτησα.

«Ο μπαμπάς σου, χτένισε τη φρέσκια λάσπη, όπως εσύ τα μαλλιά σου και τα έφτιαξε», μού είχε απαντήσει.

Κοιτάζοντας τον τοίχο λίγο πιο προσεκτικά, παρατήρησα πως δεν είχε παράθυρο. Αναστατώθηκα κάπως. Ήθελα καθ’ ένας στο σπίτι μας, να έχει το δικό του παράθυρο. Άρα εκείνο το δωμάτιο που θα μοιραζόμασταν με την αδελφή μου, όταν θα μεγάλωνε, έπρεπε να έχει ένα ακόμη παράθυρο, «αλλιώς θα είναι άδικο, πολύ άδικο», εξομολογήθηκα με δάκρυα στη γιαγιά υποστηρίζοντας πως «πρέπει να ανοίγει στον κόσμο το δικό της παράθυρο, όπως και όποτε εκείνη θέλει». Κατσούφιασα. Με πήρε πιο μεγάλη αγκαλιά.

«Μπα σε καλό σου παιδάκι μου, με τι χολή βρήκες να χαλάσεις την καρδιά σου», ψιθύρισε κι ύστερα άρχισε το τραγούδι:

Πέρδικα του καλοκαιριού
Μην κατεβείς στα ρυάκια
Γιατί σε τριγυρίζουνε
πολλώ λογιώ γεράκια.

Εκεί, στην αγκαλιά της, ήρθε ο ύπνος και με βρήκε. Και στ’ όνειρό μου, είχα φτιάξει το παράθυρο τής Μαρίας, πιο μεγάλο και πιο φωτεινό από όλα τα παράθυρα του σπιτιού μας. Στο περβάζι του είχε γλάστρα με βασιλικό και δίπλα του σκαρφάλωνε τί άλλο; Ένα γιασεμί ολάνθιστο και φυσικά στο φεγγίτη το δικό της φεγγάρι! Και πιο πίσω από το φεγγάρι ένα αστεράκι αναβόσβηνε κλείνοντάς μου το μάτι. Ναι εκείνο το μικρό αστεράκι, που σίγουρα ήταν ακατοίκητο από όνειρα και ευχές ήταν ό,τι έπρεπε για να ζωγραφίσει τον δικό της κόσμο η αδελφή μου. Εκεί θα άνθιζαν όλα τα δικά της για πάντα, εκεί και το ρόδο της θα είχε την καλύτερη θέση.

«Τι ωραίο το μικραστέρι στον μακρινό ουρανό!» , θαύμασα.

«Αγαπώ την καρδιά σου, αυτή είναι το πιο ωραίο παράθυρο στον κόσμο!» , ψιθύρισε η γιαγιά που δεν έλειπε ποτέ, ούτε και από τα όνειρά μου.

Την ίδια νύχτα, ανάμεσα από τις χοντρές κληματόβεργες και τα φύλλα, το έψαξα στον ουρανό, πέρα από τα χωματένια μάτια μου. Πιο πέρα από τον Αποσπερίτη, πιο χαμηλά από την Πούλια, πιο πάνω από τις Πήχες, στο βάθος του Ιορδάνη Ποταμού με το πηχτό γαλακτερό χρώμα, εκεί σε μια γειτονιά με καινούρια άστρα, εκεί το βρήκα. Το αναγνώρισα. Το καλωσόρισα με χαρά κι εκείνο για το χατίρι μου, χαμήλωσε και φώτισε το ρόδο στο μέτωπο της Μαρίας. Κάτι από τη λάμψη του έφτασε και στις βαθιές ρυτίδες της γιαγιάς Γαρυφαλλιάς και την έκανε την πιο όμορφη γιαγιά του κόσμου. Πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα, ήμουν σίγουρη πως ρόδα θα έβλεπε, χιλιάδες ρόδα κι ανάμεσά τους θα ξεχώριζε, αυτό το ένα, το διαφορετικό από όλα, τής Μαρίας μας. Και φυσικά θα χαμογελούσε ψιθυρίζοντας:

«Τελικά, ο καθένας μπορεί να φανταστεί ακόμη και το αδύνατο, φτάνει ν’ ακούει την καρδιά του και να μην ντρέπεται να συντηρεί το παιδί πάντα μέσα του. Βλέπεις η φαντασία δεν έχει ηλικία!»

Η φαντασία είναι πολύτιμη γιατί έρχεται και συμπληρώνει αυτό που δεν γνωρίζουμε, γιατί η φαντασία καταφέρνει και κρατά ανοικτά τα μάτια τής ψυχής. Κάθε φορά που έπαιζα με τα χρώματα, με την πλαστελίνη, με τις πέτρες, με τη λάσπη και το νερό στον κήπο μας, έβαζα και την αδελφή μου στο παιχνίδι. Τής έδινα μια θέση, και περίμενα για να μεγαλώσει και να αναλάβει τον ρόλο της. Όταν προσποιούμουν πως ήμουν χελιδόνι την ήθελα να πετά δίπλα μου και να φέρνει τη δική της Άνοιξη. Κι όταν πάλι γινόμουν νιφάδα τού χιονιού, χόρευε μαζί μου κι ακόμη κι εκεί κατάφερνα να την ξεχωρίζω ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες που έμοιαζαν ίδιες. Εκείνη αφηνόταν περισσότερο ελεύθερη. Χόρευε και στριφογύριζε. Δεν την ένοιαζε να βρει έν’ ανθισμένο κλαδάκι αμυγδαλιάς και να κολλήσει πάνω του, όχι, ακολουθούσε ευτυχισμένη τον άνεμο και έκλεινε τ’ αυτιά της στα «πρόσεχε» που φώναζε με αγωνία η μητέρα μας. Αγαπούσε το ρίσκο, αυτό ήτανε.

Τις νύχτες, όταν το φως του φεγγαριού τρύπωνε πρώτα από τα τζάμια και μετά από τα κενά που άφηνε η δαντελένια κουρτίνα, «να κοιτάς τον κόσμο κατάματα, έτσι όπως γυρεύεις να δεις και το φεγγάρι», με παρότρυνε η γιαγιά. Τότε σήκωνα τα χέρια της και τα παρατηρούσα στο φεγγαρόφωτο. Έμοιαζαν μεταξωτά. Το ίδιο και τα ρούχα της, η μακριά φούστα και το μεσάτο σακάκι, που όταν ξεντυνόταν, τα άφηνε απλωμένα πάνω στο μπαούλο για να μην τσαλακωθούν, όλα σαν να ήταν από μετάξι.

Ο Θεός για τη γιαγιά ήταν τόσο κοντινός, όπως ο καλός μας γείτονας ο μπάρμπα Χαραλάμπης ο Χαρπάς. Τον καλούσε να ’ρθει να κοιμηθεί στο σπίτι μας. Μού φαινόταν κάπως αφύσικο να καλεί τον Θεό να κοιμηθεί στο σπίτι μας, ενώ δεν είχαμε στρώσει ένα κρεβάτι… Μέσα σ’ εκείνη την ησυχία και τη μαγεία που σκόρπιζε το φως, τής έκανα τις πιο απίστευτες ερωτήσεις.

«Αν έρθει ο Θεός να κοιμηθεί, θα βγάλει τα ρούχα του;»

«Ο Θεός θα κοιμηθεί στην καρδιά μας, φτάνει να μην υπάρχει εκεί αταξία», με μπέρδευε χειρότερα.

«Γιατί κάνουν αμαρτίες οι άνθρωποι γιαγιά;»

«Από βλακεία οι περισσότεροι και όχι από κακία», απαντούσε.

«Και τι είναι, είπαμε η αμαρτία;»

«Αμαρτία είναι η κακία και η αδιαφορία, τό ’χουμε ξαναπεί».

Ήθελα να την ακούω να μού μιλάει. Ιστορίες για τους παλιούς καιρούς, για τις σιωπές που ανθίζουν, τους κεραυνούς που σημαδεύουν την πιο διαλεχτή πλευρά του ουρανού, τα κύματα της θάλασσας που ποτέ δεν γερνούν, τα μαγεμένα κόκκινα μήλα του Λασιθιώτικου κάμπου, τον παντοτινό ύπνο του παππού, το αχ τής ανάγκης, το σώμα που διψά για την αγάπη, την αγάπη που πέφτει πότε σαν την πάχνη στα φύλλα και πότε σαν την άχνη ζάχαρη στους κουραμπιέδες. Τι κι αν τα είχαμε ξαναπεί. Κάθε φορά λέγαμε και κάτι καινούριο. Και συνέχιζα τις ερωτήσεις:

«Και πώς είναι τελικά ο Θεός;»

«Σαν ένας καλός γείτονας»

«Παίζει ασκομαντούρα όπως ο μπάρμπα Χαραλάμπης;»

«Αμέ, και λύρα και λαούτο!», γελούσε.

«Έχει αμαρτίες η Μαρία μας;» την ξάφνιαζα.

«Όχι, ούτε εσύ, ούτε η Μαρία μας. Τα παιδιά μιλούν τη γλώσσα των αγγέλων και δεν ξέρουν από αμαρτίες», σοβάρευε.

«Και… γιατί δεν έχουμε μόνο ημέρα, αλλά έρχεται και η νύχτα;»

«Γιατί η γη είναι μια μεγάλη χρωματιστή σβούρα και γυρίζει, γυρίζει, γυρίζει. Η γη γυρίζει, ο κόσμος μυρίζει κι ο αδελφός ο Ύπνος σφυρίζει, πολλά είπαμε και σώνει κι αύριο μέρα ξημερώνει».

«Και γιατί προσεύχεσαι;» Τελευταία πάντα η ίδια ερώτηση γιατί μού άρεσε η απάντηση.

«Να χαμηλώσει ο ουρανός ν’ ακούει, ν’ αντιγράφει άστρα η καρδιά, ν’ αγγίζει η ψυχή πατρίδα κι ο νους ν’ αρματώνει όνειρα σε ρούσα παντιγιέρα…»

«Και να φέρει τη βροχή», συμπλήρωνα και την αγκάλιαζα.

Από εκεί και κάτω δεν είχε στοχασμούς. Μισόκλεινε τα μάτια κι έλεγε κάτι ακαταλαβίστικες κουβέντες. «Ας πούμε κι ένα τραγούδι του Θεού», ψιθύριζε. Η φωνή της σιγά – σιγά χαμήλωνε μα και πάλι ήταν καθαρή και γαληνεμένη. Διατηρούσε την ίδια γλύκα κι ας ήταν παράξενα τα λόγια που έφταναν στ’ αυτιά μου:

Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσον μου· πρόσχες τη φωνή της δεήσεως μου, εν τω κεκραγέναι με προς σε. Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιον σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή. Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματι μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου.

Αναρωτιόμουν αν άκουγε και η αδελφή μου αυτά, τα ακαταλαβίστικα λόγια που έκαναν τη γιαγιά Γαρυφαλιά χαρούμενη. Προτιμούσα άλλα τραγούδια, αυτά με τα απλά λόγια ήταν καλύτερα. Καμιά φορά, πήγαινα πατώντας στις μύτες των ποδιών, για να μην με ακούσουν, χαμήλωνα όσο πιο πολύ μπορούσα πάνω από την κούνια και τής τραγουδούσα πολύ σιγά αυτό που μού άρεσε περισσότερο από όλα:

Ψιχαλίζει, ψιχαλίζει
στη μικρή μας την αυλή.
Το φθινόπωρο αρχίζει,
τ’ αγαπώ πολύ, πολύ.

Το χω μέσα στην καρδιά μου
και πετάω απ’ τη χαρά
να μαζεύω στην ποδιά μου
φύλλα κίτρινα, ξερά.

Στη δική μας μικρή αυλή πάντα μπορούσε να ψιχαλίζει, όλες τις εποχές. Όλο και κάποιο σύννεφο έχανε τον ουρανό για να ναυαγήσει πάνω από τα κεραμίδια μας και να χάσει το πολύτιμο φορτίο του. Ο πατέρας μου, κάποιες φορές αναζητούσε το πιο κοντινό και το σημάδευε με τη σφεντόνα. «Θα φέρεις τη βροχή για τη Ζωή, ή να πάρω το λάστιχο τής βρύσης και να σε καταβρέξω ;» το φοβέριζε. Κι αυτό, μια έκανε να φύγει αλλάζοντας σχήματα, μια γλιστρούσε πιο χαμηλά και μού χάριζε τη βροχή. Και γελούσα ευτυχισμένη! Ονειρευόμουν να μεγαλώσει η Μαρία και να τσαλαβουτάμε μαζί στη βροχή και να φοράμε ένα μωβ κι ένα κόκκινο μποτάκι η καθεμιά για να ξεχωρίζουμε.

Η ανάμνηση όλων αυτών με παρασύρει όλο και πιο πολύ. Ένα απόγευμα, είχε έρθει να δει το μωρό μας, η θεία μου η Όλγα, η βασίλισσα, έτσι την έλεγαν. Φωνακλού, δουλευταρού και πολυλογού, αλλά άκακος άνθρωπος. Καυγάδιζε συνήθως με τα πέντε παιδιά της, τον Μανώλη Πιπίκο, τον Μιχάλη Ευκλείδη, τον Αντώνιο Σκέτο, τον Δημήτρη Μαυροκορδάτο και τον Γιάννη Γιαννίδη, (η θεία μου η Μαρία η Σιγανίνα μού είχε μάθει πως έτσι τους φώναζαν και έτσι τους ήξεραν όλοι). Αυτά λοιπόν τα ξαδέλφια μου, οι βασιλόπαιδες, τής σκάρωναν απίστευτες φάρσες και ζαβολιές και την παίδευαν, καλόκαρδα αλλά την παίδευαν. Η θεία Όλγα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στους γονείς μου. Ήταν πρόσχαρη, ανοιχτόκαρδη. Το βλέμμα της ξάστερο πετούσε σπίθες. Αυτό γινόταν αιτία να παρατηρήσεις με ευκολία, πως άλλες από τις πρώιμες ρυτίδες της ανέβαιναν στα μάτια και άλλες συγκλίνανε σε κύκλο γύρω από το στόμα και το έκαναν να δείχνει σαν ώριμο, ξεραμένο σύκο. Κράτησε την αδελφή μου στα χέρια της με θαυμασμό και ορκίστηκε πως δεν είχε δει ποτέ της πιο όμορφο κοριτσάκι. Μετά, έβγαλε από τον κόρφο της ένα πάνινο σακούλι και από αυτό ένα χαρτονόμισμα. «Για το χάρισμα του κοπελιού», είπε και απλώνοντας το χέρι το έδωσε στη μητέρα μου. Ύστερα από λίγα μόνο λεπτά, απευθυνόμενη σ’ εμένα: «Χαρίνω το και τουτονέ με τα σγουρά μαλλάκια, χαρίνω το, μα πια καλό ’ναι», τόνισε με νόημα, προφανώς για να μην με κάνει να ζηλέψω και ανοίγοντας μου το χέρι, μού έκλεισε μέσα πέντε δραχμές!

Είναι που κάποιες φορές, με πέντε δραχμές αγοράζεις όλη τη γλύκα του κόσμου σε ένα παγωτό χωνάκι!

Είναι που κάποιες φορές η θύμηση μυρίζει αχνιστό ψωμί, εφτάζυμο.

Είναι που κάποιες φορές μια δαχτυλιά αλεύρι σημαδεύει τη χαρά.

Είναι που κάποιες φορές ένα ξυλάκι κανέλα μπορεί να ξορκίσει το κακό.

«Καλλιόπη, στη σκάφη που είναι αμπούμπουρα πολύ καιρό, κάθεται σταυροπόδι ο Διάβολος απάνω και βγάζει σχέδια», είπε ένα πρωί η θεια Λωξάντρα. Η μητέρα κάποιες κουβέντες τις έπαιρνε πολύ σοβαρά. Ως το βράδυ μαζί με την αδελφή της, τη θεία τη Σιγανίνα και τη γιαγιά Γαρυφαλιά, έβαλαν μπροστά να ζυμώσουν. Ζέσταναν το νερό με λίγο χοντρό αλάτι, μια ιδέα μέλι, δυο χούφτες λάδι, οκτώ δαφνόφυλλα, κάμποσες φλούδες λεμονιού και δυο ξυλάκια κανέλα δεμένα με βασιλικό. Ξύπνησαν το προζύμι σε μια πήλινη λεκάνη, το σκέπασαν με άσπρο πανί κι όταν φούσκωσε το ρίξανε με το κοσκινισμένο αλεύρι μέσα στη σκάφη και το αναπιάσανε σε καινούρια ζύμη με μάρτυρα το Αυγουστιάτικο φεγγάρι που ήταν και αυτό εκεί και καμάρωνε από το φεγγίτη τα θαύματα που γινόταν στο φουρνόσπιτο.

Ζύμωναν όλη τη νύχτα κι όταν η ζύμη μίλησε και παραδόθηκε απαλή πια στα χέρια τους, δίχως μυστικά, ξεκίνησαν να πλάθουν στο σοφρά. Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά ογδόντα οκτώ ψωμιά και πέντε νέα προζύμια μέτρησαν. Έστρωσαν τις τάβλες στο πατητήρι, έριξαν μια μάλλινη κουβέρτα και μετά ένα άσπρο σεντόνι και πάνω σε αυτό, άπλωσαν τα ογδόντα οκτώ ψωμιά και τα πέντε νέα προζύμια να ξεκουραστούν, αφού προηγουμένως τα σκέπασαν με άλλο άσπρο σεντόνι και μια κόκκινη πατανία. Κάποιον υπνάκο θα πήραν κι εκείνες μέχρι ν’ ανάψει, λίγο προτού ξημερώσει, ο πατέρας μου τον ξυλόφουρνο.

«Τση νύχτας τσι δουλειές, τσι βλέπει η μέρα και γελά, το κοπέλι σας κλαίει», του πέταξε αντί για καλημέρα ο πρώτος γείτονας που πέρασε για να πάει στα χωράφια του.

«Τρέξε Καλλιόπη», σαν εντολή ακούστηκε από τα χείλη του Αριστείδη.

Η μητέρα ανέβηκε γρήγορα στο σπίτι από την πέτρινη εσωτερική σκάλα που ήταν από την εποχή του παππού. Νομίζοντας πως η Μαρία πεινούσε και γι’ αυτό έκλαιγε, έβγαλε το στήθος της, το έπλυνε με το χαμομήλι και μετά την σήκωσε από την κούνια και την κράτησε στην αγκαλιά της για να θηλάσει. Η Μαρία δεν ήθελε όμως γάλα. Απέφευγε το στήθος που άλλες φορές με τόση λαιμαργία πλησίαζε. Και συνέχιζε να κλαίει όλο και πιο σπαραχτικά.

Ανέβηκε και η θεία, ανέβηκε και η γιαγιά, είπαν το ένα, είπαν το άλλο, είπαν πολλά. Μήπως κρυώνει, μήπως ζεσταίνεται, μήπως λερώθηκε, μήπως θέλει λίγο νερό, μήπως στρουφίζει το αντεράκι του, μήπως λύθηκε ο αφαλός του να του δέσουμε ένα μοσχοκάρυδο, μήπως κάτι το τσίμπησε… Τελειωμό δεν είχαν τα «μήπως», είχαν στο νου τους και τα ψωμιά, μπερδεύτηκαν όλα μαζί, άρχισε να κλαίει και η μητέρα, την μάλωσε η θεία, τις μάλωσε και τις δυο τους η γιαγιά κι ύστερα από λίγο:

«Το Μαριώ είναι ματιασμένο», αποφάνθηκαν και οι τρεις μαζί.

Η μία έφερε το ποτήρι με το νερό, η άλλη έριξε μέσα τρεις σταγόνες λάδι από το καντήλι, η γιαγιά έλυσε το μαντήλι της, το έδεσε τέσσερις κόμπους όσα και τα σημεία του ορίζοντα, μέτρησε την αδελφή μου, «μια του μάκρους, μια του πλάτους, χίλιες χιλιάδες του Θεού», έτσι είπε όταν σήκωσε το μαντίλι ψηλά, εκείνη ήξερε τι εννοούσε, χασμουρήθηκε πολλές φορές, δάκρυσαν και τα μάτια της, βεβαιώθηκε καλά – καλά για τις υποψίες της και ψιθύρισε με δέος τη γητειά:

«Ιησούς Χριστός επέρασε όμορφος και αστόλιστος και πάλι ξαναπέρασε με τα καλά στιβάνια του κι ανθούς εμοσκοβόλησε η στράτα κι η καρδιά μας. Με το ραβδί του ακούμπησε τον όφι και την όφισσα και την κακιά γειτόνισσα και την στενή την περασά και τη μικρή την ώρα και πάν στα όρη τα βουνά που χόρτο δε φυτρώνει. Εκειά το μάτι το κακό να πάει να κονέψει κι από του δούλου του Θεού το σπίτι να μισέψει».

Και πέρασε το πρωί και φούρνισαν τα ψωμιά και τα ξεφούρνισαν, και μύρισε η γειτονιά κι έφτασε το μεσημέρι και άναψαν ξανά το φούρνο και έβαλαν τα ψωμιά κομμένα για να γίνουν παξιμάδι και σταύρωσαν το φουρνιώχτη και τον πανιστή μπροστά στο φούρνο και μοίρασαν τα προζύμια και την ξεφουρνιά και είπαν «δόξα σοι, όλα καλά», όλα εκτός από το ό,τι συνέχιζε να κλαίει η Μαρία.

Η γιαγιά ανήσυχη επιστράτευσε τις μεγάλες δυνάμεις πριν βασιλέψει ο ήλιος. Όλες οι γεροντοκόρες, και είχε πολλές η γειτονιά, παραβρέθηκαν οικειοθελώς για το καλό του κοπελιού. Ανάμεσά τους και το Σοφιάκι που ήταν νάνος και ήξερε να χορεύει καλύτερα από κάθε άλλον άνθρωπο στο χωριό. Η μια κρατούσε το αδράχτι, άλλη τη ρόκα, άλλη το κόκκινο νήμα, άλλη το άσπρο, το Σοφιάκι γύριζε την ανέμη και η θεία η Δόξα τύλιγε την δίκλωνη κλωστή στο μαυρομάνικο. Μια έκαναν πως γελούσαν και μια πως έκλαιγαν και εν χορώ, όλες μαζί: «Να φύγει το κακό κι ας είναι από το πια μικιό τρυπαλάκι». «Να φύγει, να φύγει, να φύγει», επαναλάμβαναν η μητέρα, η θεία και η γιαγιά. Ήταν τόσο αστείες που μ’ έκαναν να κρατάω την κοιλιά μου από τα γέλια κι ας έκλαιγε η Μαρία.

Ο πατέρας μου, πιο λογικός σίγουρα, αφού είδε κι απόειδε, είχε πάει να φωνάξει τον γιατρό, τον κύριο Μακαρώνα. Ωστόσο, η Μαρία μπορεί να αρνιόταν το γάλα, αλλά είχε πιει κάμποσο χαμομήλι με το μπιμπερό.

Μπροστά ο γιατρός και πίσω ο πατέρας μου, έμπαιναν στο σπίτι. Η Μαρία σταμάτησε να κλαίει. Έγινε ξαφνικά κατακόκκινη.

«Το κοπέλι ζορίζεται», παρατήρησε η γιαγιά και άνοιξε το παράθυρο για να παίρνει αέρα.

«Ω το καημένο και εκουράστηκε, δε μπορεί μπλιό», επεσήμανε το Αννιώ του Καζόλη.

«Γδύσετέ το μωρέ παιδιά», πρότεινε η θεια Χαρίκλεια.

Η Μαρία είχε γίνει ακόμη πιο κόκκινη. Το Σοφιάκι έφτυσε στον αέρα και μετά παραμέρισε να περάσει ο γιατρός.

«Για να δούμε τι έχουμε εδώ», είπε εκείνος και πριν προλάβει να κρεμάσει τα ακουστικά στ’ αυτιά του, ένας γνώριμος ήχος από την πλευρά του μωρού ξάφνιασε ευχάριστα την ομήγυρη.

Ούτε ρέψιμο, ούτε φτέρνισμα, ούτε βήχας, αλλά αυτό, το κάτι άλλο… Η Μαρία άνοιξε τα μάτια και χαλάρωσε τις μικρές της γροθιές σίγουρα ανακουφισμένη. Σταμάτησε να κλαίει, σταμάτησε και να ζορίζεται. Η μητέρα ξετύλιξε τη φασκιά και ελευθέρωσε τα ποδαράκια της. Έλυσε το ζιπουνάκι, άνοιξε το τριγωνικό πανί και πήρε το λερωμένο χαρτοβάμβακα…

Μετά έκλεισα τη μύτη μου.

«Ζήτω, ζήτω!», αναφώνησαν οι γεροντοκόρες πάλι εν χορώ και πάλι όλες μαζί απευθυνόμενες στον γιατρό: «Με το συμπάθιο γιατρέ, αλλά ένας λόγος λέει κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος».

«Συγγνώμη γιατρέ», ζήτησε αμήχανη η μητέρα και πήγε να πει κάτι για να σώσει την κατάσταση. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του χωρίς ιδιαίτερη ενόχληση. Αρκέστηκε σ’ ένα «συμβαίνουν και αυτά», αλλά γελούσε κι εκείνος, πιο διακριτικά ασφαλώς, γελούσε όμως.

Την ίδια στιγμή πετάχτηκε η Κατίνα που δεν είχε καθόλου μιλήσει και αφού σκούπισε με την ανάποδη του χεριού τη μύτη της που έσταζε, «ώρα σου καλή γιατρέ κι ο κώλος σου ντουφέκι, να βροντά και να μη στέκει», είπε ξεκαρδισμένη στα γέλια και τον ξεπροβόδισε μέχρι την πόρτα.

«Ε μα να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν τον είχαμε χρεία το γιατρό κι αμοναχές μας τα καταφέραμε και γιάετο το κοπέλι ήντα καλά ’ναι εδά και γελά τ’ αγγέλου ντου, μόνο πάμε κι εσκόλασε ο χορός», συμπλήρωσε θριαμβευτικά η Αθηνά του Ντανασή.

Η γιαγιά χαμογελούσε σκεφτική για κάμποση ώρα. «Μαθαίνει ο άνθρωπος, ίσαμε τα στερνά του, πάντα η ζωή του χρωστά ένα πάθημα κι ένα μάθημα» σχολίασε κι ύστερα, αφού φούσκωσε αστεία τα μάγουλα της άφησε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Οι μικρές ιστορίες των παιδικών μου χρόνων δεν σταμάτησαν ποτέ να με ενδιαφέρουν. Επιστρέφω τακτικά εκεί, σ’ εκείνες τις μέρες που μύριζαν φρέσκο ασβέστη και αχνιστό ψωμί. Αυτές οι αναμνήσεις είναι ο πλούτος μου. Καταφέρνουν μάλιστα να καλμάρουν όλες τις αγωνίες που όσο μεγαλώνω, μεγεθύνονται μέσα μου.

Από εκείνο το περιστατικό και μετά θυμάμαι τη γιαγιά Γαρυφαλλιά, κάθε φορά που δεν τα κατάφερνε σε κάτι, να λέει: «δεν ξέρω καλορίζικό μου, αυτό είναι πάνω από τις ανθρώπινες δυνάμεις μου». Μπορεί βέβαια να το έλεγε και πριν, αλλά η ταπεινότητά μου δεν το είχε προσέξει.

Είναι κάποιες νύχτες, που ξυπνώ κι αγναντεύω τον όμορφο ουρανό τής Κέρκυρας, την ώρα που φεύγει το φεγγάρι κι όταν ξαφνικά γυρίσω το βλέμμα, θαρρώ πως είμαι στην Κρήτη και βλέπω ακόμη τον πατέρα μου με το μπαστούνι να περπατά στον δρόμο και τη μητέρα να θηλάζει τη Μαρία κρατώντας ένα ρόδο στο χέρι. Θυμάμαι με ευκολία το φουστάνι, τη ζακέτα, τα σγουρά μαλλιά, το πρόσωπο, την ελιά στο μάγουλο, τα λεπτά χείλη και τα τραγούδια που τής έλεγε, «για να μεγαλώσει με τη χαρά και ν’ ανατραφεί με την καλοσύνη», αυτό πίστευε.

Είναι κάποιες νύχτες, που το μεθυστικό άρωμα από τις τριανταφυλλιές του κήπου μπαίνει από το ανοικτό παράθυρο στο δωμάτιο. Στον ουρανό κρέμεται πάντα εκείνο το μικρό αστεράκι στην ίδια θέση, πιο πέρα από τον Αποσπερίτη, πιο χαμηλά από την Πούλια, πιο πάνω από τις Πήχες, στο βάθος του Ιορδάνη Ποταμού με το πηχτό γαλακτερό χρώμα. Δίπλα του, όλο και κάποιο άλλο τρεμοσβήνει μέχρι να κάνει βουτιά στο στερέωμα. Κλείνω τα μάτια. Η νύχτα αφήνει κάτι από τα βελούδα της στα βλέφαρα κι ένας παλιός γνώριμος ψίθυρος ξυπνά την καρδιά: «Όταν η ψυχή κυριεύεται από νοσταλγία, ένα αστεράκι πέφτει στον ουρανό, ένα παιδί γεννιέται στη γη, ένα φτερούγισμα στην καρδιά γίνεται παράπονο στα χείλη.

Είναι κάποιες νύχτες, που με δυο δάκρυα σε προσκαλεί η χαρά, σού χτυπάει το καμπανάκι η ζωή θυμίζοντάς σου πως έχει αξία και πρέπει να τα καταλάβεις όλα μόνη σου. Τότε ξέρεις πόσο απλά, με μια θύμηση γεννιέται και δυναμώνει μέσα σου η αγάπη.

Είναι κάποιες νύχτες, που όταν η βροχή πλένει το τζάμι, ένας άγγελος με ξεφτισμένο ρούχο γιορτάζει μαζί σου το παρελθόν στη γέφυρα μιας νέας αφετηρίας.

Το μυστικό σημείωμα κάτω από το μαξιλάρι έγραφε πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί: «Και μην ξεχνάς, για να ζήσεις ευτυχισμένες στιγμές, να βουτάς την πένα σου στο μελανοδοχείο του χτες…»

Ως αβγαταίνει η μέρα
αβγαταίνουν άσπρες τρίχες στο κεφάλι μου,
δεν με τρομάζει το παμπάλαιο νερό
που δεν γυρίζει,
εικόνα έχει κρατήσει με τη νιότη μου,
γιατί όταν πάω να λουστώ στο φεγγαρόφωτο
δυο πετρωμένες στάλες
διαλαλούνε την πραμάτεια τής ζωής
χρυσό το νήμα τούτης τής πραμάτειας
με λέξεις ασημένιες περασμένες σε γιορντάνι.

 

Ζωή Δικταίου

[Από το βιβλίο της «Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα», εκδόσεις «Φίλντισι», 2019, ISBN: 9786185101916]


Ζωή Δικταίου (Χαρούλα Βερίγου)

Γεννήθηκα στην Κρήτη το 1962. Στο Τζερμιάδων μεγάλωσα, εκεί έμαθα και τα πρώτα γράμματα. Δεν έγινα δασκάλα όπως ονειρευόμουν. Με κέρδισε η Τουριστική Εκπαίδευση. Ζω στην Κέρκυρα. Πιστεύω στην αγάπη. Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, όσο και οι ξεφτισμένες δαντέλες του παλιού καιρού. Καινούρια ανάγνωση πάντα η βροχή. Όχημα μαγείας οι λέξεις. Δεν αναρωτιέμαι πια γιατί γράφω. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και η ανάγκη μου να γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν, όμως η λέξη που με καθορίζει είναι το «Αύριο». Με το μολύβι του έρωτα σπασμένο στο χέρι και την προοπτική του ονείρου στ` ανοικτά της ψυχής, αύριο, ακριβή η άνθηση της άνοιξης μέσα στην αλήθεια του φθινοπώρου. Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί από τον Γιάννη Νικολάου, τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Γιώργη Κοντογιάννη και τον Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη.

Εργογραφία:

Λασίθι, Τόπος Μέγας – Η κούπα των θεών, Αφήγημα, Δεκέμβριος 2020
Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Νοέμβριος 2020
Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, Νοέμβριος 2019
Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, Σεπτέμβριος 2018
Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, Φεβρουάριος 2018
Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, Μάιος 2017
Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Ιούνιος 2015
Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, 1996, Αθήνα
Αύριο στάχυα οι λέξεις, Σεπτέμβρης 2018
Αύριο, αφή αλμύρας, Νοέμβρης 2020

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα:
«Γράμματα της ποίησης», Ποιητική ανθολογία, 2020, Αθήνα
«Μονόλογοι», Ποιητική ανθολογία, 2017, Αθήνα

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.