Χρόνος ανάγνωσης περίπου:16 λεπτά

28 Οκτώβρη 1940 – Οι αστοί της Ελλάδας δεν πολέμησαν | του Διογένη


Σχέδιο του εξόριστου χαράκτη Χρίστου Δαγκλή.

Ένα ζήτημα, σχετικά με το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που ανάμεσα σε άλλα βρίσκεται στο πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ως στοιχείο της ταξικής πάλης σήμερα, έχει σχέση με την προοπτική της λαϊκής κοινωνικοπολιτικής πάλης γενικά και τη διέξοδό της. Ζήτημα το οποίο βασίζεται την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας, καπιταλισμού – σοσιαλισμού, γενικά στην προοπτική της κοινωνικής εξέλιξης, το αναπόφευκτο της κοινωνικής επανάστασης. Θεμέλιό τους είναι η εξουσία και ο χαρακτήρας της, ζήτημα το οποίο δεν εξαφανίζεται ποτέ, ακόμη και στην περίοδο του πολέμου. Βεβαίως, τα «σύγχρονα αστικά ρεύματα» στη μελέτη της Ιστορίας επιδιώκουν να αφαιρέσουν το ταξικό στοιχείο από την αντιφασιστική πάλη, προκειμένου να πείσουν τις λαϊκές μάζες πως δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από τη διαιώνιση του καπιταλισμού. Αποσιωπώντας το γεγονός πως στην απελευθερωτική πάλη κατά του άξονα σε διάφορες χώρες η αστική τάξη δεν πήρε μέρος, τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος της, ενώ ταυτόχρονα πάσχιζε εν μέσω πολέμου να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις διατήρησης της εξουσίας της μετά το τέλος του. Αυτή η στρατηγική της επιδίωξη καθόρισε τη συγκεκριμένη στάση της στον πόλεμο. Ας το δούμε μέσα από το παράδειγμα της Ελλάδας.

Με την εισβολή των Ιταλών φασιστών στην Ελλάδα στις 28 Οκτώβρη 1940 και την ήττα τους στον απελευθερωτικό πόλεμο του λαού μας, τη σκυτάλη πήρε η ναζιστική Γερμανία που εισέβαλε στις 6 Απρίλη του 1941 και κατέλαβε τη χώρα. Έτσι ξεκινά η κατοχή της Ελλάδας από την ιμπεριαλιστική Γερμανία. Αποφασιστική, ως προς το χαρακτήρα της λαϊκής πάλης, ήταν η συμβολή του πρώτου ιστορικού γράμματος του Ν. Ζαχαριάδη, ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, που ήταν απομονωμένος στα κρατητήρια της Κρατικής Ασφάλειας και που καλούσε το λαό να αντιπαλέψει σύσσωμος με τ’ όπλο στο χέρι τον ντόπιο φασισμό και τους εισβολείς, σ’ έναν αγώνα που σαν αποτέλεσμα θα έπρεπε να έχει μια Ελλάδα του λαού της. Με βάση το πολιτικό στίγμα αυτού του γράμματος, τον Ιούλη του 1941, συνήλθε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, που αποφάσισε την οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με τη συσπείρωση όλων των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων που ήταν διατεθειμένες να αγωνιστούν γι’ αυτό το σκοπό. Έτσι με πρωτοβουλία του ΚΚΕ δημιουργήθηκε το Εργατικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΕΑΜ – 16 Αυγούστου 1941) και στις 27 Σεπτέμβρη του 1941 το ΕΑΜ. Στις 16 Φλεβάρη 1942 δημιουργήθηκε το ένοπλο τμήμα του, ο ΕΛΑΣ, με καπετάνιο τον Αρη Βελουχιώτη. Λίγο αργότερα (23 Φλεβάρη 1943) ιδρύθηκε η Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων, η θρυλική ΕΠΟΝ, που συσπείρωσε στις γραμμές της την πλειοψηφία της νεολαίας. Δίπλα σε αυτές τις οργανώσεις έδρασαν η Εθνική Αλληλεγγύη, η Επιμελητεία του Αντάρτη και ο φρουρός των λαϊκών αγωνιστών, η Οργάνωση για την Προστασία του Λαϊκού Αγώνα (ΟΠΛΑ). Το Μάρτη του 1943 ιδρύθηκε στο Λονδίνο η Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), με πρωτοβουλία της Κομματικής Οργάνωσης Ναυτεργατών του ΚΚΕ (ΚΟΝ). 2.500 Έλληνες ναυτεργάτες έδωσαν τη ζωή τους στη διάρκεια του πολέμου, πειθαρχώντας στο μαχητικό σύνθημα της ΟΕΝΟ «ΚΡΑΤΕΙΤΕ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ».

Σημαντική ήταν και η συμβολή του Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Ναυτικού (ΕΛΑΝ), που δημιουργήθηκε το 1943. Πλησιάζοντας η απελευθέρωση, το ΕΛΑΝ διέθετε 100 σκάφη με περισσότερους από 1.200 μαχητές ναύτες και αξιωματικούς.

Δημιουργήθηκαν δηλαδή οι προϋποθέσεις για το μεγάλο έπος της Αντίστασης και του λαϊκοαπελευθερωτικού αγώνα.

Ήταν μια περίοδος της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας και του λαϊκού της κινήματος, το οποίο βρέθηκε πρωταγωνιστής των εξελίξεων όταν η άρχουσα τάξη συμβιβαζόταν με την πραγματικότητα της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας, ακόμη και με τη μορφή του φασισμού και του ναζισμού, «της τότε νέας τάξης πραγμάτων». Και συνδέεται με μια από τις πιο σημαντικές, ένδοξες και ηρωικές εποχές της λαϊκοδημοκρατικής και επαναστατικής δράσης.

Η ιστορική περίοδος στην οποία αναφερόμαστε είχε, από την άποψη των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, ως ένα βασικό χαρακτηριστικό της την εθνικοαπελευθερωτική πάλη του λαού μας κατά της ιμπεριαλιστικής χιτλεροφασιστικής κατοχής και υποδούλωσης. Αλλά μόνο μ’ αυτό το χαρακτηριστικό δεν αποτυπώνεται ολόκληρη η ιστορική αλήθεια της εξελισσόμενης στη συγκεκριμένη περίοδο πραγματικότητας. Γιατί η ταξική πάλη ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της Ελλάδας από τη μια πλευρά και στην εργατική τάξη και τ’ άλλα λαϊκά στρώματα από την άλλη, διεξαγόταν, όχι βεβαίως ανοιχτά, αλλά διεξαγόταν και σ’ αυτή την περίοδο. Άλλωστε, ο λαός μας την απελευθέρωσή του από τους Γερμανούς κατακτητές δεν πρόλαβε να τη χαρεί και να διατηρήσει για πολύ, αφού ο αστικός κόσμος, στηριγμένος στα ένοπλα τμήματα του καθεστώτος που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατακτητές και στους Άγγλους ιμπεριαλιστές, χτυπά με τα όπλα το λαϊκό κίνημα προκειμένου να επανεγκαθιδρύσει αστική εξουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, εκτός από τη διαπλοκή του ελληνικού κεφαλαίου με το αγγλικό, συνέπιπταν και τα συμφέροντά τους μεταπολεμικά, αφού ο αστικός κόσμος της Ελλάδας χωρίς τους Άγγλους δε θα μπορούσε να επιβάλει τη δική του εξουσία, γιατί δεν είχε λαϊκό έρεισμα, οι δε Άγγλοι έβλεπαν στη γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας στη Μεσόγειο ως έδαφος χρήσιμο για τα συμφέροντά τους στην περιοχή.

Εδώ επίσης πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η δικτατορική κυβέρνηση του Ι. Μεταξά και παρά το ότι ο ίδιος ιδεολογικά συμφωνούσε με τον Χίτλερ, στον πόλεμο συντασσόταν με τους Αγγλους, αφού όπως έχει ομολογήσει δημόσια μετά την επίθεση της Ιταλίας, τα συμφέροντα του κεφαλαίου της Ελλάδας υπηρετούνται από τη σχέση τους με το αγγλικό κεφάλαιο. Γι’ αυτό και αντιτάχτηκε στην απαίτηση της φασιστικής Ιταλίας για στρατιωτική κατάληψη της Ελλάδας απ’ αυτήν.

Ο Γεώργιος Καφαντάρης, αστός «κεντρώος» πολιτικός, είχε πει για τη στάση του Μεταξά απέναντι στο ιταλικό τελεσίγραφο: «Είπε το ΟΧΙ, ο μόνος Έλληνας που θα μπορούσε να πει το ΝΑΙ». (Φοίβου Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909-1940», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 4ος, σελ. 344).

Αλλά το «ΟΧΙ» του Μεταξά αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι σε τέτοιες ιστορικές στιγμές τις αποφάσεις δεν τις επιβάλλουν οι ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις των ηγετών, αλλά τα γενικότερα συμφέροντα του κεφαλαίου. Ο Μεταξάς το γνώριζε αυτό πολύ καλά. Στις 3 Μάρτη του 1934 για παράδειγμα, μιλώντας στο Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών, έλεγε κατά λέξη: «Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτική να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι» (Ιωάννου Μεταξά: «Ημερολόγιο», εκδόσεις «Γκοβόστη», τόμος Δ’ σελ. 77).

Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο που η μεταξική δικτατορία δεν κλόνισε, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τις σχέσεις της χώρας με την Αγγλία. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο υφυπουργός της Αγγλίας, Ρ. Βάνσιταρτ, έγραφε σε υπόμνημά του το Μάη του 1937 για τις ελληνοαγγλικές σχέσεις: «Βρήκαμε ότι το καθεστώς Μεταξά είναι πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα». (Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», σελ. 25).

Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώθηκε μερικά χρόνια αργότερα από τον ίδιο τον Έλληνα δικτάτορα, ο οποίος, στις αρχές Μάη του 1940, εξομολογούνταν, στον Άρθουρ Μάρτον – ανταποκριτή της «Ντέιλι Τέλεγκραφ» στην Αίγυπτο – τον οποίο συνάντησε στην Αθήνα, τα παρακάτω: «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτα δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και τις περισσότερες φορές ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».(«Τα Μυστικά Αρχεία του Φόρεϊν Οφφις», ΒΙΠΕΡ, εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», σελ. 76).

Αφίσα που τοιχοκολλήθηκε το Δεκέμβρη του 1945

Η εργατική τάξη ηγέτης στον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε ως ιμπεριαλιστικός, ανάμεσα σε δυο συνασπισμούς καπιταλιστικών κρατών (Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, από τη μια πλευρά και Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία από την άλλη), για το εδαφικό ξαναμοίρασμα σφαιρών επιρροής, αλλά και με έναν κοινό σκοπό. Την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ.

Απ’ αυτή την άποψη, η στρατιωτικοπολιτική δράση των Άγγλων ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα για την εγκαθίδρυση αστικού κράτους, με το χτύπημα του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, έρχεται ως συνέχεια της οικονομικοπολιτικής σύνδεσης του κεφαλαίου στην Ελλάδα με την αστική τάξη της Αγγλίας, μετά την ήττα του αντίπαλου συνασπισμού καπιταλιστικών κρατών στον πόλεμο. Μα η στρατιωτική δράση των Αγγλων, ίσως και να μην ήταν χρειαζούμενη στους Ελληνες αστούς, αν στον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο ηγούνταν η αστική τάξη, οπότε και θα θεωρούνταν νικήτρια, άρα θα συνέχιζε να ήταν ο ηγέτης των μεταπελευθερωτικών κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα.

Η πραγματικότητα όμως εξελίχτηκε εντελώς διαφορετικά. Σ’ αυτό τον πόλεμο ηγήθηκε η εργατική τάξη με τους συμμάχους της. Και στην μεταπελευθερωτική πορεία της Ελλάδας αυτό το γεγονός έβαζε τη σφραγίδα του. Αποδείχτηκε με τη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας και τον εμφύλιο πόλεμο, στον οποίο «έσπρωξαν» ο αστικός πολιτικός κόσμος της Ελλάδας με τους συμμάχους του Αγγλους, αφού δε φαινόταν διαφορετική λύση για το στέριωμα της εξουσίας του κεφαλαίου, με δεδομένο ότι το λαϊκό κίνημα παρά την ήττα του, τις μάχες του Δεκέμβρη και την υποχώρησή του, το λάθος του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ και γενικότερα τον απαράδεκτο συμβιβασμό του με τη «Συμφωνία της Βάρκιζας», δεν είχε οριστικά ηττηθεί.

Ουσιαστικά σ’ όλη την πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δε βρισκόταν σε πρωτεύουσα θέση των εξελίξεων, αντικειμενικά κρινόταν το «ΠΟΙΟΣ – ΠΟΙΟΝ», στο ζήτημα της εξουσίας. Και απασχολούσε το ίδιο την άρχουσα τάξη και τα πολιτικά της κόμματα, αλλά και την εργατική τάξη και τους συμμάχους της και τα συνασπισμένα στο ΕΑΜ κόμματά τους, όπως και τον ίδιο το συνασπισμό του ΕΑΜ. Άλλωστε, πώς αλλιώς μπορεί να ερμηνευτεί π.χ. η ένοπλη δράση του ΕΔΕΣ κατά του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ σ’ όλη τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα;

Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, ακόμη πριν τον πόλεμο και στη διάρκεια της προετοιμασίας του, προετοιμαζόταν και η ίδια να αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις, φροντίζοντας η πάλη της ενάντια στο εργατικό και γενικότερα το λαϊκό κίνημα να γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματική, με αποκορύφωμα τότε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Μεταξά. Το καθεστώς της οποίας αρνήθηκε να απελευθερώσει τους κρατούμενους στις φυλακές και τις εξορίες κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές, προκειμένου – όπως ζητούσαν – να σταλούν εθελοντικά στο πολεμικό μέτωπο. Ακόμη και σ’ αυτή την ιστορική στιγμή, το ταξικό ζήτημα για την άρχουσα τάξη ήταν το πρωτεύον. Και δεν έφτασε μόνο αυτό. Όσοι δεσμώτες κομμουνιστές δεν κατάφεραν να αποδράσουν, παραδόθηκαν στους Γερμανούς κατακτητές, πολλοί από τους οποίους βεβαίως πέρασαν τη φρικιαστική εμπειρία των στρατοπέδων του Νταχάου, του Άουσβιτς, του Μουτχάουζεν και αλλού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τότε ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης.

Η αστική τάξη δεν πολέμησε

Οι επιλογές της άρχουσας τάξης της Ελλάδας μετά την εισβολή των Γερμανών δεν ήταν ενιαίες, πράγμα εντελώς φυσιολογικό, αφού τα ιδιαίτερα συμφέροντα τμημάτων της διαφέρουν. Και αυτό αντανακλάται και στις έξωθεν της χώρας συμμαχίες. Ενα χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα ήταν το εξής: Το τμήμα της που είχε οικονομικοπολιτικές σχέσεις με τους Αγγλογάλλους φρόντισε να φύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή, το δε τμήμα της που είχε ανάλογες σχέσεις με τους Γερμανούς να μείνει στην Ελλάδα και να εγκαθιδρύσει το κατοχικό καθεστώς με διάφορα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα και έναν κρατικό μηχανισμό που θα αποτελέσει, όπως αποδείχτηκε μετά την απελευθέρωση, έναν από τους πιο καλούς μηχανισμούς για την εξασφάλιση της εξουσίας του κεφαλαίου στο σύνολό του. Ενα μικρό τμήμα της έμεινε στην αδράνεια, ενώ μεμονωμένα πολιτικά πρόσωπα έδρασαν στην απελευθερωτική πάλη. Ενα μικρό επίσης τμήμα της ίδρυσε στρατιωτικοπολιτικές οργανώσεις, με κυριότερη τον ΕΔΕΣ, που ουσιαστικά έκαναν αντιΕΑΜικό, αντικομμουνιστικό αγώνα.

Επίσης ακόμη πριν την απελευθέρωση και έχοντας επίγνωση των συνθηκών που δημιουργούνται παγκόσμια, ιδιαίτερα μετά τη νίκη των Σοβιετικών στο Στάλιγκραντ που ήταν η αρχή του τέλους του πολέμου, αυτό που απασχολούσε την άρχουσα τάξη της Ελλάδας ήταν το μεταπελευθερωτικό καθεστώς. Γιατί την απασχολούσε; Μα γιατί στην Ελλάδα άρχισε να οργανώνεται μια νέα λαϊκή εξουσία. Το έπος του ΕΑΜ δεν ήταν μόνο η εθνική απελευθέρωση, αλλά και η δημιουργία φύτρων της λαϊκής εξουσίας στην Ελλάδα. Που μπορεί βεβαίως να μην αγκάλιαζε τα τότε αστικά κέντρα, αλλά στην υπόλοιπη Ελλάδα είχε ήδη τη δική της δράση με τα όργανα λαϊκής αυτοδιοίκησης, τα λαϊκά δικαστήρια, αλλά και την Κυβέρνηση του Βουνού, όπως την βάφτισε ο λαός, την ΠΕΕΑ. Είχε ακόμη το δικό της λαϊκό στρατό τον ΕΛΑΣ και την πλειοψηφία του ελληνικού λαού συσπειρωμένη στο ΕΑΜ.

Με τους Γερμανούς κατακτητές

Το τμήμα του αστικού κόσμου που επέλεξε το δρόμο της ανοιχτής συνεργασίας με τους κατακτητές ήταν οι γνωστοί «κουίσλινγκ», που σχημάτισαν τις κατοχικές κυβερνήσεις υπό τους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο και Ι. Ράλλη. Με την ενίσχυση αυτών των κυβερνήσεων και των Γερμανών σχηματίστηκαν τα φασιστικά κόμματα «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας», «Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωσις» (ΕΣΠΟ), η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» (ΟΕΔΕ) κ.ά.

Το αστικό κράτος συνέχιζε να υπάρχει και να λειτουργεί, βεβαίως μέσα στις συνθήκες μιας κατακτημένης χώρας. Στα πλαίσια της ύπαρξης και λειτουργίας του – και ως προϋπόθεσή τους – σχηματίστηκαν οι κατοχικές κυβερνήσεις, που αναφέρθηκαν παραπάνω, έγινε προσπάθεια να ενισχυθούν οι μηχανισμοί καταστολής και καταπίεσης του λαού. Δημιουργήθηκαν τα «Τάγματα Ασφαλείας» και συναφείς κρατικές οργανώσεις, ενώ συνέχισαν να λειτουργούν η Ειδική Ασφάλεια, στην οποία βασανίζονταν κομμουνιστές (π.χ. η Ηλέκτρα Αποστόλου) και άλλοι αγωνιστές, η Αστυνομία Πόλεων και η Χωροφυλακή (αν και η τελευταία στις περισσότερες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας ξηλώθηκε σε μια πορεία και αντικαταστάθηκε από τον ένοπλο λαό). Είχε διατηρηθεί και το υπουργείο Αμυνας, πάρα το γεγονός ότι δεν υπήρχε ο προηγούμενος τακτικός στρατός.

Η παραπάνω εξέλιξη είχε αντικειμενική βάση. Η κατοχή δεν κατάργησε – ούτε ήθελε φυσικά να καταργήσει – το υπάρχον κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Και ήταν επόμενο ένα μέρος του αστικού πολιτικού και επιστημονικού κόσμου, καθώς και διάφορα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά και τεταρτοαυγουστιανοί, να αναλάβουν την επάνδρωση των τομέων του αστικού κράτους.

Τα πράγματα, δηλαδή, έθεταν εξ αντικειμένου το ζήτημα ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου να διαχειριστεί και να υπερασπιστεί άμεσα – και κυρίως μακροπρόθεσμα – την εξουσία της τάξης του. Αυτή την ανάγκη την αναγνώριζε ολόκληρος ο αστικός πολιτικός κόσμος. Γι’ αυτό ακριβώς επικρότησε τη δημιουργία των κατοχικών κυβερνήσεων ως εθνική ανάγκη. Γι’ αυτό ακριβώς και ο αστικός Τύπος τις στήριξε. Πέρα, βεβαίως, και από το γεγονός ότι οι κατακτητές χρειάζονταν κυβερνήσεις – υποχείρια τους, για να συμβάλουν στο δικό τους (των κατακτητών) ρόλο καταστολής του λαού, ως τοποτηρητές γερμανικών συμφερόντων.

Ο στόχος, επομένως, ήταν διπλός και αυτό το δίπτυχο αποτελούσε τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωριστεί στους πολιτικούς παράγοντες – συνεργάτες των Γερμανών ότι επέδειξαν ταξική συνέπεια. Γι’ αυτό ακριβώς οι συνεργάτες των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν από τις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, αλλά αξιοποιήθηκαν κατά των λαϊκών δυνάμεων και στελέχωσαν τους κρατικούς μηχανισμούς και μετά την απελευθέρωση.

Για τη σημασία και το ρόλο των κατοχικών κυβερνήσεων ο Κ. Πυρομάγλου θίγει μια άλλη αξιοπρόσεκτη πλευρά, ανεξάρτητα απ’ το γεγονός ότι οι εξελίξεις τελικά δεν την επιβεβαίωσαν. Θέτει το θέμα ότι το υπουργείο Αμυνας λειτουργούσε στην κυβερνητική συγκρότηση των «κουίσλινγκ», αν και δεν υπήρχε στρατός. Ποιο σκοπό εξυπηρετούσε αυτό, πέρα απ’ την προσπάθεια συγκρότησης στρατιωτικών δυνάμεων και την προσπάθεια να εμποδιστούν αξιωματικοί του τακτικού στρατού να στελεχώσουν τον ΕΛΑΣ; Γράφει: «Ο σκοπός απεκαλύφθη κατά τους τελευταίους μήνας του 1941, όταν εις μίαν ανά την Ελλάδα περιοδείαν του ο στρατηγός Τσολάκογλου, ατένιζων τας ακτάς της Μικράς Ασίας, εδήλωσεν ότι «οι εκδιωχθέντες Έλληνες, θα πρέπει να επανέλθουν…». Ήτο η περίοδος, κατά την οποίαν το Γερμανικόν Επιτελείον εμελέτα την εισβολήν εις την Τουρκίαν και είχεν ανάγκην μισθοφορικού στρατού. Η παγερά σιωπή του Ελληνικού Λαού έπεισε και «Κυβέρνησιν των Αθηνών» και Γερμανικάς Αρχάς, περί της πλήρους αρνήσεως των Ελλήνων, να εμπλακούν εις μίαν τοιαύτην περιπέτειαν» (Κ. Πυρομάγλου, σελ. 143).

Ουσιαστικά απόντες

Το μεγαλύτερο τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου της εποχής ανήκει στους «απόντες» του αγώνα. Ο Θ. Σοφούλης, αρχηγός των «Φιλελευθέρων», ο Γ. Καφαντάρης, των «Προοδευτικών», ο Ι. Σοφιανόπουλος, του «Αγροτικού Κόμματος», ο Γ. Παπανδρέου, του «Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος», ο Παν. Κανελλόπουλος, του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος», ο Κ. Καραμανλής, του «Λαϊκού Κόμματος», απείχαν ουσιαστικά, ορισμένοι και τυπικά, ενώ ο Στυλ. Γονατάς, υπαρχηγός του «Κόμματος των Φιλελευθέρων», καθοδήγησε την ίδρυση των «Ταγμάτων Ασφαλείας» του Ι. Ράλλη. Ο Γ. Καφαντάρης, σε πρόταση που του έγινε από το ΚΚΕ να προσχωρήσει στην Αντίσταση, απάντησε: «Οι Έλληνες να μη νοιάζονται, το ζήτημα θα το λύσουν οι σύμμαχοι» (δηλαδή οι Εγγλέζοι) (Π. Ρούσος, ο. π., σελ. 137). Την ίδια στάση κράτησαν στις προτάσεις του ΚΚΕ και άλλοι. Στον Γ. Παπανδρέου, στον οποίο έγινε πρόταση να ηγηθεί του ΕΑΜ, ανήκει το επίσης κατηγορηματικό «όχι», που έδωσε ως απάντηση. Εξάλλου, από τη Νίκαια της Γαλλίας, όπου είχε μετεγκατασταθεί, ο Ν. Πλαστήρας καλούσε το λαό με επιστολή του να συνεργαστεί με τους κατακτητές: Παραθέτουμε το σχετικό γράμμα του Ν. Πλαστήρα: «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική, για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)» («Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 14 Σεπτέμβρη 1998). Να σημειωθεί ότι αυτό το γράμμα στάλθηκε την 21 Απρίλη 1941, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν περάσει τη Λάρισα και κατέβαιναν προς την Αθήνα.

Μόλις η Ελλάδα κατακτήθηκε, αλλά και στην πορεία, ένα μεγάλο τμήμα του παραπάνω πολιτικού κόσμου μετακόμισε στην Αίγυπτο, απ’ όπου γύρισε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση.

Αλβανία. Σχέδιο του Α. Αστεριάδη. Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 Νοέμβρη 1946 του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα».

Άκαπνοι και σε αντιλαϊκή δράση με τους Άγγλους στη Μέση Ανατολή

Ο αστικός κόσμος που μετακόμισε στο εξωτερικό, περνούσε τον καιρό του στην Αίγυπτο μέσα σε ατελείωτες αντιλαϊκές δράσεις που σκάρωνε με τους Εγγλέζους. Κύριο μέλημά τους είχαν να συγκροτήσουν, να συντηρήσουν και να ενισχύσουν τα απομεινάρια του αστικού κράτους που είχαν κουβαλήσει μαζί τους, προετοιμάζοντας και προσβλέποντας στις μεταπολεμικές εξελίξεις. Την εκεί κατάσταση την περιέγραψε πολύ παραστατικά ο ποιητής Γ. Σεφέρης, υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών των κυβερνήσεων του Καΐρου, που την παρομοίαζε μ’ ένα «κουβάρι από σκουλήκια» (Γ. Σεφέρη: «ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ», τ. Α’, σελ. 131, «Εκδόσεις Ικαρος»).

Ως προς το πώς έβλεπαν τις μεταπολεμικές εξελίξεις και το πώς προετοιμάζονταν ανάλογα, έγραψε ο Πέτρος Ρούσος για τη συνάντησή του με το γνωστό πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο στο Κάιρο, το καλοκαίρι του 1943: «Ο Κανελλόπουλος έβλεπε πως πλησιάζει και πάλι το «μέγα θέμα» της εξουσίας. Συγκράτησα δύο σκέψεις από τις συνομιλίες μας. Του περιέγραψα την αλγεινή εντύπωσή μας από τη φατριαστική και ηττοπαθή κατάσταση που επικρατεί στις κορυφές του Καΐρου σε αντίθεση με τις μαχητικές διαθέσεις που επικρατούν στους φαντάρους, ναύτες και σμηνίτες υπέρ του συμμαχικού πολέμου. Είχαμε επισκεφτεί την Αλεξάνδρεια και είχαμε μιλήσει με την παράνομη καθοδήγηση της ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση), με τον Σαλλά και με ναυτικούς, ιδιαίτερα του πολεμικού στόλου, επίσης με στελέχη της ΟΕΝΟ (Ομοσπονδία Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων) και τον γραμματέα των ναυτεργατών Νίκο Καραγιάννη, που καθοδηγούσαν τον γεμάτο αυτοθυσία αγώνα των Ελλήνων ναυτικών στον πόλεμο.

– Κύριε Κανελλόπουλε, του λέω, είδαμε τα πολεμικά μας και τα πληρώματα έτοιμα για πόλεμο και θυσία και αυτά κρατούνται μακριά από τον αντιχιτλερικό πόλεμο, την ώρα που οι άλλοι θυσιάζονται στην πατρίδα και στους ωκεανούς. Όλοι, και οι Άγγλοι, ομολογούν πως χάρη στους αντιφασίστες είναι πρωτοφανής η πειθαρχία και η επίδοση των πληρωμάτων στα ελληνικά πολεμικά πλοία.

– Μα αυτό είναι ακριβώς που με φοβίζει, μου λέει!» (Π. Ρούσου, «Η Μεγάλη Πενταετία», σελ. 418 εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»). Ο φόβος του εκφράστηκε με την πρακτική αντίδραση των Εγγλέζων, των εκεί ελληνικών κομμάτων και των πραιτοριανών τους λίγους μήνες αργότερα (Απρίλης 1944), όταν τσάκισαν το αντιφασιστικό στρατιωτικό κίνημα της Μέσης Ανατολής ενόψει της απελευθέρωσης που πλησίαζε…

Η σύμπραξη των Εγγλέζων και των αστών πολιτικών έγινε πιο απροκάλυπτα φανερή εκείνα τα χρόνια. Το ίδιο και στη διάρκεια του Δεκέμβρη 1944 και στη Βάρκιζα, καθώς και μέχρι τις αρχές του 1947, όταν τους Βρετανούς αντικατέστησαν στην Ελλάδα οι Αμερικανοί. Φάνηκε και μετά. Αλλά αυτά θα τα δούμε στη συνέχεια.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η όποια στάση κράτησαν τα κόμματα της οικονομικής ολιγαρχίας (βασιλικά – φασιστικά, «φιλελεύθερα», κοινοβουλευτικά της «Δεξιάς», σοσιαλδημοκρατικά) δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σ’ ένα και μόνο αποτέλεσμα: Στην απομαζικοποίησή τους (όσων βέβαια είχαν μαζική λαϊκή βάση), στη βαθιά κρίση τους και στη συσπείρωση της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας στις γραμμές του ΕΑΜ. Γιατί ο λαός διαπίστωσε με την πείρα του, ότι φθάνοντας οι Γερμανοί στην Ελλάδα, δεν είχε ν’ ακουμπήσει παρά μόνο σε ένα κόμμα: στο ΚΚΕ. Μόνο το ΚΚΕ βρισκόταν δίπλα στις λαϊκές μάζες. «… το Κόμμα και ο κάθε κομμουνιστής ξεχωριστά οφείλει να προσανατολίζεται έγκαιρα και σωστά στα σοβαρά γεγονότα που αλλάζουν, να οργανώνει τις δυνάμεις της λαϊκής εξέγερσης για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της Ελλάδας», (6η Ολομέλεια της ΚΕ τον Ιούλη του 1941 «Το ΚΚΕ απ’ το 1931 ως το 1952», σελ. 105, Εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ).

.

Επιμέλεια: Διογένης ο Σινωπεύς

.

.

.

.

.

.

.


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.