Χρόνος ανάγνωσης περίπου:8 λεπτά

H Ευτυχούλα και ο Πρίγκιπας του ποταμού | παραμύθι της Άννας Τακάκη

Μια φορά κι έναν καιρό σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Όμως ήταν πολύ στενοχωρημένοι γιατί δεν έκαναν παιδιά. Η βασίλισσα ήταν σχεδόν γριά και προσευχόταν κάθε μέρα να της στείλει ο θεός ένα παιδάκι κι ας ήτανε το ποιο άσχημο παιδί του κόσμου. Και ο βασιλιάς έλεγε: Ας είχαμε ένα παιδάκι κι ας ήταν και ένα τόσο δα μικρό νανάκι.

Μετά από ένα χρόνο η βασίλισσα γέννησε. Όμως δεν ήταν κανονικό παιδάκι αυτό που γέννησε Ούτε νανάκι ήταν. Είχε σώμα ανθρώπινο με χεράκια ποδαράκια αλλά το κεφαλάκι του ήταν κεφάλι γάτας. Πραγματικά ήταν μια όμορφη ξανθιά γατούλα με τα γαλάζια μεγάλα μάτια της και τη ροζ μητούλα! Μόλις γεννήθηκε, χαμογέλασε στους γονείς της και τους μίλησε ανθρώπινα.

-Γεια σας, γεια σας και χαρά σας! Ήρθα που με περιμένατε τόσα χρόνια!

Ο βασιλιάς με τη βασίλισσα ξαφνιάστηκαν. Δεν περίμεναν να κάμουν ένα τόσο παράξενο πλασματάκι που έμοιαζε με γατάκι. Δεν χάρηκαν καθόλου. Στεναχωρήθηκαν ακόμη πιο πολύ. Ακόμη κι αν ήτανε μια χαριτωμένη γατούλα, που τους μιλούσε με χαρά κι έπαιζε με τόση χάρη, εκείνοι κλαίγανε από τη λύπη τους.

-Αν ήταν να γεννήσουμε γάτα, καλύτερα να μην κάναμε παιδί, έλεγε ο βασιλιάς. Τώρα πώς θα το παρουσιάσουμε στο παλάτι;

-Δεν πειράζει βασιλιά μου. Του έλεγε η βασίλισσα. Αρκεί που μας ήρθε αυτή η πανέμορφη γατούλα. Δες τα γαλάζια μάτια της πως μας κοιτάζουν! Έχει κι αυτή ψυχούλα. Πώς λες να τη βγάλουμε;

-Βγάλε την όπως θες και κρύψε την να μην την δει κανείς και μας ντροπιάσει. Εγώ ο μεγάλος και τρανός βασιλιάς της χώρας να κάμω μια γάτα;

Η βασίλισσα σκέφτηκε τι όνομα θα έδινε σ’ αυτό το πλάσμα και το ονόμασε Ευτυχούλα. Γιατί πίστευε, πως όλα τα πλάσματα του κόσμου έχουν ανάγκη από μια καλή τύχη.

Εκείνη ήταν καλή και πονετική μάνα. Μα ο βασιλιάς ήταν άπονος και κακός. Δεν ήθελε να δει στα μάτια του την Ευτυχούλα. Την έκρυβε όσο πιο καλά μπορούσε και είπε στην βασίλισσα να την προσέχει μην τυχόν και βγει έξω και τη δούνε οι αυλικοί και μάθει ο κόσμος γι’ αυτό το περίεργο γέννημα.

Μια μέρα όμως η Ευτυχούλα κατάφερε να ξεφύγει από την προσοχή της μητέρας της και βγήκε έξω.

-Εγώ είμαι η κόρη του βασιλιά και της βασίλισσας και με λένε Ευτυχούλα, έλεγε σε όποιον έβρισκε.

Τότε όλος ο κόσμος άρχισε να κοροϊδεύει τον βασιλιά.

-Αργούσε, αργούσε, αλλά την έκανε την γάτα. Δηλαδή σε λίγα χρόνια θα μας κυβερνά μια γάτα; Χα χα! Ας γελάσω… λέγανε όλοι. Ντροπή για το βασίλειό μας!

Ο βασιλιάς νευρίασε και μάλωσε με την βασίλισσα που ήταν αιτία να το σκάσει η Ευτυχούλα. Ντροπιάστηκε τόσο πολύ από αυτά που άκουγε, που δεν άντεξε και είπε :

Εγώ αυτό το τερατάκι δεν το θέλω πια στο παλάτι μου!

-Μα βασιλιά μου, μην ακούς τον κόσμο!..

-Σου είπα δεν την θέλω την γάτα! Θα την εξαφανίσω!

-Μα αυτή δεν είναι γάτα, βασιλιά μου. Κοίτα πως μας μιλάει, κοίτα πως μας γελάει. Είναι κανονικό κορίτσι στο σώμα, μόνο το κεφαλάκι του είναι γατίσιο.

-Δεν την θέλω, είπα!

-Έχει ψυχή κι αυτή, έχει αισθήματα, γιατί δεν την θες την Ευτυχούλα μας;

-Εξαφάνισέ τη είπα! Αλλιώς θα την εξαφανίσω εγώ.

Ένα πρωί παίρνει ο βασιλιάς την Ευτυχούλα στο άλογό του και της είπε ότι θα πάνε μια μεγάλη βόλτα στο δάσος.

-Που πάμε, πατέρα, τόσο μακριά; Ρώτησε.

-Κάνε υπομονή και θα δεις. Θα πάμε σε ένα μέρος παραδεισένιο που θα σου αρέσει πολύ.

Η Ευτυχούλα έδειχνε να ενθουσιάζεται με τα πανύψηλα δέντρα και τα όμορφα λουλούδια, με τις λίμνες και τα ποτάμια, και τα πουλάκια που κελαηδούσαν.

Τότε ο βασιλιάς την κατέβασε από το άλογο και την άφησε δίπλα σε ένα ποτάμι.

-Ω, τι ωραία λουλουδάκια! Λέει η Ευτυχούλα. Να μαζέψω λίγα;

-Μάζεψε όσα θέλεις και θα έρθω σε λίγο να σε πάρω. Αλλά ο άπονος πατέρας δεν γύρισε. Έτσι έμεινε μόνη της στο δάσος. Τι να κάνει η Ευτυχούλα; Έπρεπε από δω και πέρα να ζήσει μόνη της. Και να φροντίσει τον εαυτό της. Έβρισκε φρούτα από το δάσος κι έτρωγε, βρήκε μια κουφάλα ενός μεγάλου δέντρου και κοιμόταν. Έκανε παρέα με τα πουλιά και με άλλα ζώα του δάσους και πότε πότε έπεφτε στο ποτάμι και δροσιζόταν. Πίστευε πως κάποια μέρα θα ερχόταν να την πάρουν οι γονείς της. Αλλά δεν ήλθε ποτέ κανείς. Κι αυτή μεγάλωνε…μεγάλωνε δίπλα στο ποτάμι.

Μια μέρα εκεί που κολυμπούσε ήρθαν τρεις πριγκιποπούλες. Έβγαλαν τα ακριβά τους φορέματα και τα χρυσά τους παπούτσια και βούτηξαν κι αυτές στα νερά..

Μόλις είδαν την Ευτυχούλα πάγωσαν.

-Καλέ, τι είσαι εσύ; Γάτα ή άνθρωπος;

-Εγώ είμαι η κόρη του βασιλιά και της βασίλισσας και με λένε Ευτυχούλα.

-Χα χα, ας γελάσουμε! Από πότε οι γάτες γεννιούνται σε παλάτι;

Εκείνη δεν έδωσε σημασία στα λόγια τους κι άρχισε να παίζει με το νερό, να τραγουδάει και να χορεύει στο γαλάζιο ποτάμι.

Μετά από λίγη ώρα βλέπει από μακριά να έρχεται ένα άλογο με έναν καβαλάρη. Χάρηκε πολύ, γιατί πίστευε πως ήρθε ο βασιλιάς πατέρας της να την πάρει. Είχαν περάσει κάποια χρόνια, αλλά ευτυχώς, δεν την ξέχασε. Όταν όμως το άλογο πλησίασε κοντά και σταμάτησε στην όχθη του ποταμού, πρόσεξε πως αυτός δεν ήταν ο πατέρας της, ο βασιλιάς. Ήταν ένα όμορφο παλικάρι, με αρχοντική φορεσιά κι ένα χρυσό σπαθί στη μέση του.

Οι τρεις πριγκίπισσες που κολυμπούσαν στα κρυστάλλινα νερά, μόλις κατάλαβαν πως ήταν ο πρίγκιπας τον χαιρέτησαν χαρούμενες.

-Γεια και χαρά σου πρίγκιπα του ποταμού και του δάσους! Έλα να κολυμπήσεις μαζί μας. Κι ο πρίγκιπας έβγαλε την ωραία φορεσιά του, άφησε το χρυσό σπαθί του στις καλαμιές και μπήκε στα δροσερά νερά του ποταμού. Οι πριγκίπισσες τον περικύκλωσαν. Του μιλούσαν συνέχεια και γελούσαν μαζί του. Εκείνος όμως όλο ξέφευγε και πήγαινε πιο πέρα, προς στην Ευτυχούλα που κολυμπούσε μόνη της και τραγουδούσε.

-Πρίγκιπά μου, δεν σου αρέσει η παρέα μας; Προτιμάς τη γάτα; Του είπαν οι τρεις πριγκίπισσες.

-Πού την βλέπετε εσείς τη γάτα; Εγώ βλέπω μια ωραία κοπέλα με γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά. Ποια είναι αυτή, μήπως ξέρετε;

-Μα πρίγκιπά μου, δεν βλέπουν τα μάτια σου; Είναι μια παράξενη γάτα με ανθρώπινο σώμα. Μας είπε ότι είναι κόρη του βασιλιά και της βασίλισσας.

-Δηλαδή είναι πριγκίπισσα;

-Κουταμάρες! Ακόμη και οι γάτες ξύπνησαν και μας κοροϊδεύουν ! Είπαν οι πριγκίπισσες.

Η Ευτυχούλα τους άκουγε αλλά δεν είπε τίποτα. Συνέχισε να χορεύει στο δροσερό νερό και να τραγουδάει με την ωραία της φωνούλα.

Η γλυκιά φωνή της και το όμορφο τραγούδι, έκαμαν τον πρίγκιπα να πάει πιο κοντά της.

-Καλοσώρισες όμορφο παλικάρι. Από πού έρχεσαι;

-Είμαι ο πρίγκιπας του ποταμού. Εδώ πιο πέρα είναι ο πύργος μου.

Εσύ ποια είσαι ομορφούλα;

-Εγώ είμαι η κόρη του βασιλιά και της βασίλισσας και με λένε Ευτυχούλα. Ζω χρόνια μέσα στο δάσος. Ο πατέρας μου ο βασιλιάς ήρθε και με παράτησε εδώ. Δεν με ήθελε, γιατί είχα την τύχη να γεννηθώ με το κεφάλι γάτας. Τον ντρόπιαζα, λέει, και ήθελε να με ξεφορτωθεί.

-Εσύ έχεις κεφάλι γάτας; Μα εσύ, γλυκιά μου, είσαι μια πανέμορφη κοπέλα. Γιατί οι άλλοι σε βλέπουν γάτα;

-Δεν ξέρω πρίγκιπά μου, και ούτε είδα ποτέ ο πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Αφού το λένε οι άλλοι έτσι θα είναι. Τέλος πάντων ας χαρούμε τώρα το ποτάμι. Θέλεις να σου πω ένα τραγούδι;

Τριαλαλά τριαλαλό, δροσερό, κρύο νερό,

πιες λιγάκι βασιλιά μου να χορτάσει η καρδιά μου…

Ο πρίγκιπας ενθουσιάστηκε πολύ με το τραγούδι της Ευτυχούλας και άλλο τόσο με την ομορφιά της. Της μιλούσε, της γελούσε και σημασία δεν έδιδε στις τρεις άσχημες πριγκίπισσες. Εκείνες κόντεψαν να σκάσουν από τη ζήλια τους, που του πετούσαν νερά και τον κορόιδευαν.

-Για δες ολόκληρο πρίγκιπα να τον ξεμυαλίζει μια γάτα! Ντροπή του!

Είπαν οι πριγκίπισσες και βγήκανε γρήγορα από το νερό. Σκουπίστηκαν, φόρεσαν πάλι τα ωραία τους φορέματα, και τα χρυσά τους παπουτσάκια και ετοιμάστηκαν να φύγουν.

-Ντροπή είναι για σας που τη βλέπετε σαν γάτα. Μα… μη φεύγετε ακόμη, ζηλιάρες πριγκίπισσες.

-Ευτυχούλα, είπες ότι ποτέ δεν είδες το πρόσωπό σου στον καθρέφτη;

-Όχι, πρίγκιπά μου. Ποτέ! Και δεν ξέρω αν είμαι όμορφη ή άσχημη, ούτε αν είμαι γάτα ή άνθρωπος. Μόνο εσύ μου το λες..

-Περίμενε λίγο. Πάω αμέσως τώρα να σου φέρω ένα καθρέφτη και θα δεις.

Η Ευτυχούλα κοίταξε το πρόσωπό της μέσα στον καθρέφτη και είδε μια πανέμορφη και γελαστή κοπέλα με ξανθά μαλλιά και μεγάλα γαλάζια μάτια.

-Πρίγκιπά μου αυτή είμαι εγώ; Φώναξε δυνατά.

-Εσύ είσαι, χαριτωμένη μου.

Αμέσως έτρεξαν και οι πριγκίπισσες πιο κοντά για να τη δουν κι αυτές μέσα από τον καθρέφτη.

-Ωωω, μα αυτή είναι μια πεντάμορφη κοπέλα! Είπαν με θαυμασμό. Ύστερα κοιτούσαν μια τον καθρέφτη, μια την Ευτυχούλα.

-Μα πως είναι δυνατόν; Όχι, δεν μπορεί…Αυτός είναι ένας μαγικός καθρέφτης, είπαν. Θα την μεταμόρφωσε. Παράξενο!

-Πρίγκιπά μου δώσε μας και σε μας να κοιταχτούμε να γίνουμε πιο όμορφες.

-Δεν ξέρω είπε ο πρίγκιπας. Τώρα μπορεί ο καθρέφτης να σας μεταμορφώσει και να κάνει εσάς γάτες.

-Όχι, όχι, να μην κοιταχτούμε, τότε! Καλύτερα να μείνουμε όπως είμαστε, είπαν οι δύο πριγκίπισσες.

-Μακριά από μάγια και μάγισσες είπε η τρίτη πριγκίπισσα και φύγανε όλες από το ποτάμι.

-Γεια σου Ευτυχούλα! Η τύχη ήταν δική σου! Είπαν και απομακρύνθηκαν.

Ο πρίγκιπας, αγκάλιασε την πανέμορφη κοπέλα, κι ύστερα της έφερε να βάλει ένα κεντημένο ασημένιο φόρεμα, και χρυσά γοβάκια. Τώρα έλαμπε σαν πραγματική πριγκίπισσα! Την έβαλε στο άλογό του και φύγανε για τον πύργο του.

Σαν έμαθε ο πατέρας της ο βασιλιάς για ό,τι έγινε, πήγε και προσκύνησε στα πόδια της.

-Συγχώρεσέ με παιδί μου. Ακόμη και γατούλα να γεννήθηκες δεν έπρεπε να σε διώξω. Ο εγωισμός μου με έκαμε να μην βλέπω την ψυχούλα σου. Μα η καλή σου τύχη σε οδήγησε εκεί που άξιζες. Σου δίνω το βασίλειό μου και ό,τι άλλο έχω και σου εύχομαι να είσαι πάντα δυνατή και τυχερή με τον πρίγκιπά σου.

Και ζήσανε όλοι καλά, κι εμείς καλύτερα.

Άννα Τακάκη

[Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι το έργο της Ιταλίδας καλλιτέχνιδας Silvia Dotti, «Happily ever after, prince and princess» σε χαρτί ακουαρέλας fabriano.].

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.