Χρόνος ανάγνωσης περίπου:15 λεπτά

Το Πανόραμα μιας …αθωότητας | του Γιάννη Λαθήρα

Το Πανόραμα εκείνη την εποχή, εκτός από γειτονιά των πλουσίων της πόλης, φημίζονταν και για κάτι άλλο. Τις περίφημες πίτσες, τις πίτες και τα πεϊνιρλί. Το τελευταίο φαίνεται πως το είχανε φέρει πρόσφυγες από την Τουρκία όπου ήταν γνωστό ως πιντέ.

Πασίγνωστα στους καλοφαγάδες της πόλης ήταν τα 4-5 μαγαζιά που σερβίρανε αυτά τα σπάνια εδέσματα. Η «Σελήνη» με την υπέροχη πανοραμική θέα όλης, της όμορφης τότε πόλης, και του Θερμαϊκού, ο «Ιορδάνης», η «Έρση» δίπλα στο ξενοδοχείο Νεφέλη, οι «Κούνιες», η «Δροσιά» στο κέντρο του χωριού.

Γνωστοί επιχειρηματίες της πόλης, πλούσιες αστικές οικογένειες, ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, καλλιτέχνες, ποδοσφαιριστές ήταν οι πιο συνηθισμένοι θαμώνες τους.

Εκείνες οι πίτσες δεν είχαν καμία σχέση με τις σημερινές. Γεμάτες τριμμένο διαλεχτό κασέρι, φρέσκο βούτυρο, τυρί αληθινό, εκλεκτά αλλαντικά, ελιές και ντομάτα. Αυτά ήταν τα υλικά τους. Ένα είδος. Δεν υπήρχαν τόσα είδη όπως τώρα, το ένα χειρότερο από το άλλο φτιαγμένα με τα πιο φτηνά, ευτελή υλικά, σε υγρά υπόγεια με χιλιάδες κουτιά με παιδιά -delivery να τις μεταφέρουν από σπίτι σε σπίτι και από μοναξιά σε μοναξιά. Το περίφημο πεϊνιρλί, ήταν αυτό που λέμε το σπεσιαλιτέ τους. Πεντανόστιμη ζύμη σε σχήμα βάρκας, όπου επιπλέει λιωμένο ζεστό κίτρινο τυρί αντάμα με φρέσκο βούτυρο κι όλα αυτά ψημένα στον ξυλόφουρνο. Υπήρχε και το «αλά ρουζ» με τηγανητό αυγό στο κέντρο της … βάρκας!

Ο Φαίδων ήταν από τα λίγα παιδιά, ίσως το μοναδικό, από κείνη την φτωχή, εργατική γειτονιά στην άλλη μεριά της πόλης που μπορούσε να γευτεί αυτές τις λιχουδιές. Όταν ανέβαινε – σπάνια βέβαια – με την οικογένειά του στο Πανόραμα με το αστικό που ξεκινούσε από την πλατεία, απολάμβανε ιδιαίτερα τη διαδρομή. Κοιτούσε με περιέργεια τα μεγάλα πολυτελή σπίτια με τις τεράστιες πράσινες αυλές και τα αυτοκίνητα, που μπαινόβγαιναν στις εισόδους. Καμιά σχέση με τα «δικά» τους κι ας είχαν γυρίσει τόσα σπίτια στην γειτονιά από νοίκι σε νοίκι.

Όλα μικρά και στενάχωρα. Πού να χωρέσουν πέντε νοματαίοι με την γιαγιά πάντα μαζί τους; Η τουαλέτα «το μέρος» έξω, μια ξυλόσομπα, σκάφες, παγωνιέρα, φανάρια, μια παλιά ντουλάπα, μπουφές, το γιούκο, ένα – δυο μπαούλα, αυτά. Κάποια από αυτά γεμάτα υγρασία, αλλά όλα γεμάτα από αγάπη κι ελπίδα. Τα πιο πολλά είχαν θέα στην πόλη. Την διέσχιζε καθημερινά κι αχόρταγα με τα μάτια του ο Φαίδωνας, αλλά σπάνια με τα πόδια. Η γειτονιά ήταν ψηλά και τα σπίτια της χαμηλά. Δεν ανέβαιναν εκεί πάνω μέχρι τότε οι εργολάβοι. Χωματόδρομοι μόνο. Γεμάτοι παιδιά, ποδήλατα, κατρακύλια, πατίνια αυτοσχέδια, μπάλα. Όλη μέρα παιχνίδι. Τον πείραζαν όλοι για το όνομα του. Δεν ήταν συνηθισμένο σε εκείνα τα σοκάκια. Που να τους εξηγεί ότι ήταν απαίτηση της πλούσιας νονάς του μακρινής θείας της μητέρας. Μια αρχοντογυναίκα από την Πόλη, χήρα από μικρή. Φαίδωνα λέγανε τον άντρα της. Ο πιο μεγάλος έρωτας της Πόλης, γραφτήκαν ιστορίες γι αυτόν. Ο πατέρας του δεν έβαλε βέτο, εξ άλλου αυτός ήθελε το «δεύτερο» να ναι κορίτσι.

Ένα σχολείο όλο κι όλο σε όλη τη γειτονιά. Φτιαγμένο πριν τον πόλεμο με μια σειρήνα στην ταράτσα. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα ο Φαίδωνας. Κι ένα παράξενο πράγμα για τέτοια γειτονιά είχε πολλά σινεμά. Η «Βάρνα», το «Ακροπόλ», ο «Ακρίτας», το «Άλσος», το «Κοσμικόν» και άλλα. Τέσσερις ταινίες την βδομάδα στο κάθε ένα! Ήταν το δεύτερο σχολείο του Φαίδωνα. Λες και είχαν γίνει όλα γι αυτόν.

Δεν είχε παρατηρήσει όμως ποτέ παιδιά να παίζουν σε εκείνα τα σπίτια βίλες τα έλεγε ο πατέρας του Πανοράματος.

Τι στο διάολο; σκεφτόταν…

Δεν έχουνε μπάλες σε αυτήν τη γειτονιά; Δεν έχουνε μπίλιες; Ούτε σαΐτες, σφεντόνες και σπαθιά;

Ο πατέρας τους πήγαινε εκεί. Ήξερε ποια ήταν τα καλύτερα μαγαζιά, γνώριζε όλους τους σερβιτόρους και τους μάγειρες με τα ονόματά τους. Δούλευε εκεί τα σαββατοκύριακα, να συμπληρώσει το πενιχρό εισόδημα της οικογένειας. Δεν έφτανε μάλλον το μεροκάματο από το παλιό «Εργοστάσιον Κηροποιείας», εκεί στο κέντρο της πόλης, κοντά στην «αγορά Χορτιάτη», δίπλα στο τέρμα των αστικών λεωφορείων της τεράστιας πλατείας. Είχε πολλούς συγχωριανούς στο επάγγελμα. Όσοι κατέβαιναν στην πόλη από το ορεινό χωριό της Καρδίτσας, αν ήταν αριστεροί γίνονταν σερβιτόροι, οι δεξιοί αστυνομικοί.

Άκουγε ιστορίες ο Φαίδων από τα διάφορα μαγαζιά, «κέντρα» τα έλεγε ο πατέρας. Μα δεν τον είχε δει ποτέ ντυμένο σερβιτόρο. Έβλεπε μόνο τις λεύκες μπλούζες, που έπλενε με λουλάκι, η μητέρα κάθε εβδομάδα σκυφτή στη σκάφη.

Μέχρι που πήγε στη Β΄ Γυμνασίου. Άριστος μαθητής, με βραβεία, αριστεία και σημαίες. Αυτά άλλωστε τον γλίτωσαν από την πολύ πρόωρη ένταξη του στην αγορά εργασίας. Όταν τελείωσε με άριστα το δημοτικό, ο πατέρας βιαζόταν να τον πάρει μαζί του στο κηροποιείον. Η μητέρα όμως είχε διαφορετική γνώμη και για πρώτη φορά στη ζωή της επαναστάτησε και τα έβαλε με τον επαναστάτη, πρώην αντάρτη της ΕΠΟΝ, και τώρα καπετάνιο της ζωής της.

Δεν το λυπάσαι, βρε, το παιδί; Τόσο καλό παιδί και τόσο καλός μαθητής από μικρός να λιώνει στα κεριά και στα φιτίλια; Λύγισε τότε ο πατέρας, θυμήθηκε και τα καλά λόγια που του λέγανε οι δάσκαλοι στο σχολείο και φούσκωνε μετά σαν παγόνι από την περηφάνια. Ήξερε όμως ότι έπρεπε να συνεχίσει τη δουλειά τα Σαββατοκύριακα και αυτό δεν του άρεσε καθόλου.

Θα τον παίρνω μαζί μου βοηθό στο Πανόραμα! βρήκε μια μέση λύση.

Τέλειωσε με άριστα και τη δευτέρα του Οικονομικού Γυμνασίου, όπου τον είχε γράψει για άγνωστο λόγο ο πατέρας. Προφανώς δεν τον βοήθησε σε τίποτα αυτή η επιλογή, γιατί ποτέ στην ζωή του δεν κατάφερε τίποτα … οικονομικά! Έκρυψε σε ένα μεγάλο συρτάρι το βραβείο του. Ήξερε ότι κανένας δεν θα ασχολιόταν να το κορνιζάρει, όπως οι γονείς του Δημήτρη του συμμαθητή του. Ο πατέρας είχε μάλιστα ξινίσει τα μούτρα όταν του το έδειξε.

Αυτός που υπογράφει κάτω είναι χουντικός, μουρμούρισε.

Το επόμενο κιόλας Σάββατο τον ξύπνησε πρωί –πρωί. Αφού έκαναν την γνωστή διαδρομή ανάμεσα στις βίλες και τα «εξαφανισμένα παιδιά», έφτασαν μετά μια ώρα στην είσοδο του μαγαζιού. «Εξοχικόν Κέντρον η Δροσιά» διάβασε την επιγραφή ο Φαίδων, ενώ τα γόνατά του είχαν λυγίσει. Μετά τις σύντομες απαραίτητες συστάσεις άρχισε η «διάπλασις των παίδων» για τον νεοφερμένο.

Πρώτα καθαρίζουμε τις πατάτες και τις κόβουμε ψιλές-ψιλές. Τρίβουμε το κασέρι κλπ. κλπ. Αργότερα έμαθε πως αυτά είναι η «αγγαρεία». Έτσι θα σερβίρεις. Εδώ δεξιά το μαχαίρι, το ποτήρι στην μύτη του, εκεί αριστερά το πιρούνι. Σερβίρουμε πάντα από την αριστερή πλευρά του πελάτη, τόνισε ο πατέρας. Τα πιάτα στο αριστερό χέρι ανάμεσα στα δάκτυλα. Όλα αριστερά; αναρωτήθηκε ο Φαίδων. Μάλλον αφού «αυτή είναι η σωστή πλευρά της ιστορίας» όπως ψιθύριζε που και που ο πατέρας .

Το μεσημέρι ο μαγαζί γέμιζε και ξαναγέμιζε πελάτες μέχρι το βράδυ. Ο Φαίδων έτρεχε αγχωμένος και καταϊδρωμένος ανάμεσα στα τραπέζια. Εκείνη την ημέρα …ξαναβαπτίστηκε! «Μικρέ» ο ένας, «Μικρέ» ο άλλος.

Μέχρι κι ο πατέρας «Μικρέ» τον φώναζε. Με την καλοσιδερωμένη λευκή του στολή αυτός, καλοχτενισμένος, με το λεπτό μουστάκι περιποιημένο, την πετσέτα στο αριστερό – πάλι αριστερά χέρι και το αριστερό φρύδι ανασηκωμένο φάνταζε σαν Γάλλος μαιτρ. Το αριστερό φρύδι και το δεξιό κλειστό μάτι του σε αστραπιαίο συνδυασμό έδιναν εντολή στον Μικρό να κινηθεί αστραπιαία προς το … Α4 το τραπέζι που ζητούσε λογαριασμό. Στόχος της … επίθεσης το «πουρμπουάρ»! Μάζεψε πολλά τέτοια ο Φαίδωνας. Φαίνεται οι πελάτες εκτιμούσαν την ευγένεια, τη προθυμία του, μα πιο πολύ την αδεξιότητα του ! Την Κυριακή το βράδυ οι τσέπες του βάραιναν και κουδούνιζαν από τα πουρμπουάρ. Είχε … συγκαεί από το ατέλειωτο πήγαινε έλα. Έτσι αργά το βράδυ κατάκοπος και με ανοικτά τα πόδια περίμενε με τον πατέρα το ταξί της πολυπόθητης επιστροφής. Η ώρα περνούσε, η φωτιά ανάμεσα στα σκέλια φούντωνε, μα το ταξί δεν έλεγε να φανεί. Στο απέναντι ξενοδοχείο πολυτελή αυτοκίνητα πηγαινοέρχονταν με καλοντυμένους κυρίους και κυρίες με ακριβά, γυαλιστερά φορέματα. Γέλια, φωνές και χαιρετούρες. Το βλέμμα του Φαίδωνα είχε κολλήσει στο άγνωστο θέαμα. Μόνο στο σινεμά έβλεπε τέτοιες εικόνες αλλά ήξερε πως ήταν ψεύτικες. Τον πήρε χαμπάρι ο πατέρας και ξύπνησε μέσα του ο παλιός αντάρτης:

Υπάρχουν όπως βλέπεις δύο κόσμοι. Ο δικός τους και ο δικός μας. Άνοιξε τα μάτια σου!

Άνοιξε κι άλλο τα μάτια, ακόμη πιο πολύ τα πόδια που φλέγονταν ασταμάτητα ο … Μικρός. Εκείνο το βράδυ του ήρθε η ιδέα να κάνει … έναν τον κόσμο, που δεν θα έμοιαζε ούτε τον δικό του ούτε τον δικό τους !

Όταν γύρισαν τα ξημερώματα στο σπίτι, μπήκε σαν δαιμονισμένος κρυφά στο δωμάτιο της γιαγιάς, άρπαξε το κουτί με το ταλκ και το άδειασε στα κατακόκκινα αχαμνά του.

Το καλοκαίρι εκείνο τα Σάββατα και οι Κυριακές του Φαίδωνα ήταν αφιερωμένες στις πίτσες και στα πεϊνιρλί. Καθάρισε τόνους πατάτες, έτριψε πολλά κεφάλια κασέρι, «γέμισε» αμέτρητες πίτσες. Γινότανε ξεφτέρι στη δουλειά. Τα «ατυχήματα» λιγόστεψαν πολύ, να σπάσει ένα πιάτο, ένα ποτήρι. Πέντε-πέντε τα πιάτα με το αριστερό, ταχυδακτυλουργικό μάζεμα του τραπεζιού πριν φέρει τα επιδόρπια ο πατέρας. Ψητό κυδώνι σιροπιαστό να γλείφεις τα δάχτυλα. Τα πουρμπουάρ με τα «ποσοστά» μαζί αυγάτιζαν. Εκεί στη γωνιά του μπαούλου που τα έκρυβε.

Θα ανοίξω δικό μου σινεμά!

Να πας αυτό το πεϊνιρλί στο Α1, έδωσε εντολή ο … μαιτρ. Πέρασε το γιγάντιο πεϊνιρλί από την «μάρκα» όπου στρατοπέδευε η γυναίκα του αφεντικού και έτρεξε προς το Α1. Όταν είδε ποιος κάθονταν στο τραπέζι παρέλυσε απότομα, ταράχτηκε, παραπάτησε. Το πεϊνιρλί διέγραψε στον αέρα μια περίεργη καμπύλη τροχιά και προσγειώθηκε με απόλυτη ακρίβεια στα … αγαπημένα, μαγικά πόδια του Κούδα! Γκολ!!! Ο Φαίδωνας λούστηκε ξαφνικά στον ιδρώτα, ἐντρομος, σαν παίκτης του Ολυμπιακού στην Τούμπα. Το ίνδαλμα του δεν τον πρόδωσε, του χαμογέλασε με κατανόηση:

Ούτε εγώ τέτοια φάουλ! Θα σε πάρουμε στην ομάδα !

Η αγριοφωνάρα όμως του μαιτρ ήταν αυτή που τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Παράτα τον Κούδα, έχουμε δουλειά! τον πετσόκοψε.

Ο Φαίδωνας κάποια Κυριακή γνώρισε και δυο από τα «εξαφανισμένα παιδιά» του Πανοράματος. Η Έλενα, κόρη του αφεντικού και μια φίλη της, η Άλκηστις. Η μια πιο όμορφη από την άλλη! Συνομήλικες του μόλις είχαν γυρίσει μαυρισμένες από την κατασκήνωση στην Χαλκιδική. Διάβαζαν καλοκαιριάτικα για το summer school στο αμερικάνικο κολλέγιο «Ανατόλια» του Πανοράματος. Μπαινόβγαιναν στο μαγαζί για να πάρουν παγωτά ή χρήματα από την «μάρκα» αλλά δεν έδιναν καμιά σημασία στον …Μικρό. Αυτός σαν τις έβλεπε, έλειωνε σαν παγωτό . Έσκυβε στις πατάτες να μη φαίνεται το φουσκωμένο του παντελόνι. Απόγευμα Κυριακής είχε αδειάσει το μαγαζί κι αυτές με τα σορτσάκια τους σε ένα τραπέζι διάβαζαν γεωμετρία. Τις άκουγε ο Φαίδωνας, ενώ κατακρεουργούσε αμήχανος τις πατάτες.

Δεν λύνεται αυτό! αποφάσισε η Άλκηστις, πάμε καλύτερα μια βόλτα.

Παράτησαν τα βιβλία και τα τετράδια, έφτιαξαν τα μαλλιά τους, ξεκούμπωσαν ένα κουμπί από τα μπλουζάκια τους, έξυσαν ένα μολύβι και το έβαλαν στα … μάτια τους! Τρόμαξε ο Φαίδωνας δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο.

Μη…! Τόλμησε να φωνάξει. Ήταν η πρώτη φορά που τον πρόσεξαν. Γέλασαν σχεδόν περιφρονητικά, καθώς έφευγαν εγκαταλείποντας κύκλους και εφαπτόμενες. Γεμάτος περιέργεια ο Φαίδωνας παράτησε τις πατάτες κι έτρεξε στα ανοιχτά τετράδια. Το μυαλό του αποσύρθηκε από την … κορυφή της οξείας γωνίας των ποδιών του, βυθίστηκε στο περίπλοκο σχήμα. Τράβηξε ο … βοηθός μια βοηθητική και δεν άργησε να βρει την λύση ! Αφηρημένος όπως πάντα την έγραψε από κάτω με μεγάλα καθαρά γράμματα. «Όπερ έδει δείξαι» συμπέρανε στο τέλος και έκλεισε το τετράδιο. Όταν συνειδητοποίησε το ατόπημα του ήταν αργά. Συνέχισε να κόβει τρέμοντας ασταμάτητα πατάτες μέχρι που σουρούπωσε. Τα εξαφανισμένα κορίτσια εμφανίστηκαν ξανά όλο γέλια και χαρές.

Ποιος άνοιξε τα τετράδια μας; τσίριξαν με απορία και θαυμασμό.

Ο παλιός αντάρτης έγινε πολύ εύκολα ρουφιάνος

Ο Φαίδωνας ! Είναι πολύ καλός στα μαθηματικά… ανακοίνωσε πανηγυρικά περήφανος για τον γιό του και τον παρέδωσε στον εχθρό….

Από κείνο το βράδυ ο Φαίδωνας του οικονομικού γυμνασίου αρρένων απέκτησε για πρώτη φορά φίλους από γυμνάσιο θηλέων και μάλιστα κολεγίου! Είχε πια δυο λόγους ακόμη εκτός από τα πουρμπουάρ να ανεβαίνει τα σαββατοκύριακα στο Πανόραμα. Το καλοκαίρι εκείνο ο Φαίδωνας δεν ένοιωσε τη μυρωδιά του δάσους και της θάλασσας παρά μόνο της φρεσκοψημένης πίτσας. Μαζί με τις θεσπέσιες οσμές που ανέδυαν τα εφηβικά κορμιά των καινούριων του φίλων. Όταν θα ξανάκουγε την ηλίθια ερώτηση κάποιου συμμαθητή του:

Και που θα μας χρησιμεύσουν τα μαθηματικά κύριε;

θα του έδειχνε την φωτογραφία με την Έλενα και την Άλκηστι εκεί στο δάσος του Πανοράματος.

Τον Σεπτέμβρη πριν ξεκινήσουν τα σχολειά το μαγαζί έσφυζε από κόσμο. Ήταν η Διεθνής Έκθεσις και η πόλη στέναζε από τους χιλιάδες επισκέπτες από όλη την χώρα. Αυτοκίνητα παντού, τα ξενοδοχεία γεμάτα, Φεστιβάλ τραγουδιού, θέατρα, κινηματογράφοι, κέντρα με φίρμες από την Αθήνα, περίπτερα από ξένες χώρες, ακροβατικά, λούνα παρκ, μαύρη μπύρα με λουκάνικα, «o γύρος του θανάτου», ο γύρος στο «Ελβετικόν» στην Αγίας Σοφίας και στον «Στρατή» στην παραλία…

Ήταν η πρώτη Κυριακή του Σεπτέμβρη, συννεφιασμένη και μουντή αλλά στο μαγαζί γινόταν πανικός.

Μικρέ παράτα τα όλα και πάνε μια πίτσα και μια Μαλαματίνα επάνω στο 2.

Υπήρχαν τρία τέσσερα δωμάτια από πάνω που τα νοίκιαζαν κατά καιρούς. Εκείνη τη μέρα ήταν όλα γεμάτα. Καθώς ανέβαινε τις σκάλες άκουσε ένα γλυκό ταξίμι σαν αυτά που πολέμαγε ο φίλος του ο Πασχάλης που δεν χώνευε τα Αρχαία και την Φυσική αλλά λάτρευε το μπουζούκι. «Της κοινωνίας η διαφορά φέρνει μεγάλη συμφορά….» άκουσε μια βραχνή φωνή.

Κτύπησε με σεβασμό. Το μπουζούκι σταμάτησε και ένας λιγνός, μελαχρινός καλοχτενισμένος άνδρας, εκεί λίγο πάνω απ τα 60 με μουστάκι φροντισμένο, με το ένα μάτι πιο δειλό, πιο πεσμένο από το άλλο και ένα τεράστιο χαμόγελο φάνηκε στην πόρτα. Ήταν ίδιος με κείνη την φωτογραφία την μεγάλη στον τοίχο του «Πράσινου Μύλου» που σύχναζε ο θείος του.

Κυρ Βασίλη η παραγγελία σας! του είπε θριαμβευτικά λες και τον ήξερε από παλιά.

Ο Τσιτσάνης του είπε:

Ευχαριστώ παιδί μου. Πήρε το δίσκο και του ’βαλε στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα. Σαν έκλεισε η πόρτα πίσω του ο Φαίδωνας κοντοστάθηκε και το βλέμμα του στριφογύρισε σε όλες τις πόρτες.

Τι γίνεται εδώ αναρωτήθηκε. Λες δίπλα να ναι και ο Καζαντζίδης; Άρχισε να τρέμει.

Ξεκίνησαν τα σχολεία. Τρίτη γυμνασίου τώρα δούλευε μόνο την Κυριακή. Σχολείο είχε και το Σάββατο. Ανάσα δεν έπαιρνε ο Φαίδωνας. Όλη τη βδομάδα διέπρεπε στο σχολείο και την Κυριακή στις … πατάτες. Ανένδοτος ο … μαιτρ. Μια Κυριακή δεν έλεγε να σηκωθεί ο βοηθός από το κρεβάτι και τους άκουσε όλη η γειτονιά. Τη Δευτέρα στο σχολείο ήταν σαν ξεπουπουλιασμένη κότα. Τα μάτια του βαρίδια από την νύστα. Κανένας από τους καθηγητές αυτούς τους αυστηρούς με τα γυαλισμένα, πολυφορεμένα, σκούρα κοστούμια δεν έδωσε σημασία. Μόνο η Παπαδοπούλου, μια πανέμορφη νεαρή φιλόλογος με ένα μόνιμο μαργαριταρένιο χαμόγελο, πήρε χαμπάρι τον κοιμισμένο … Αϊνστάιν. Τον είχε συμπαραστάτη στα μαθήματα, όταν δυσκόλευε το συντακτικό και η γραμματική εκείνες οι ατέλειωτες γενικές της αιτίας, κτητικές, διαιρετικές, ύλης, ιδιότητας, αξίας. Πιο πολύ τον αναζητούσε ανάμεσα σε καμιά πενηνταριά άγουρα αρσενικά, όταν μιλούσε στην Ιστορία για την Ειρήνη, την Δημοκρατία, την Ελευθερία κοιτώντας συνέχεια την πόρτα. Ο Φαίδωνας αποβλακωμένος, κρεμόταν από τα κατακόκκινα χείλη της. Έτσι κάποια Δευτέρα ενώ κοιμότανε τον ύπνο του δικαίου, η Παπαδοπούλου υπαγόρευε έναν ορισμό: «Το κατηγορούμενο είναι συνήθως, ένα επίθετο ή ουσιαστικό που μέσω ενός συνδετικού ρήματος αποδίδει κάποιο χαρακτηριστικό στο υποκείμενο.» Αμέσως μετά δεν άντεξε και φώναξε δυνατά να τον ξυπνήσει.

Τι είναι ο κατηγορούμενος Φαίδωνα;

Αθώος κυρία! Βγήκε απ το όνειρο και γέλασε όλη η τάξη με το ξεφτιλίκι του.

Έτσι όλες οι Κυριακές ήταν πια συννεφιασμένες για τον Φαίδωνα. Μπούχτισε με τις πίτσες και τα πεϊνιρλί. Είχαν εξαφανιστεί πάλι και οι αγαπημένες του. Δύσκολο το κολλέγιο λέγανε.

Βάλε σερβίτσια στο Α5 ! Κουνήσου! Ετοίμασε νωχελικά τον δίσκο και ξεπρόβαλλε από την κουζίνα. Αλλοίμονο! Στο Α5 καθότανε η Παπαδοπούλου πιο όμορφη από ποτέ, αλλά με έναν ψηλό, μελαχρινό κύριο και δύο μικρά αγοράκια. Έκανε στροφή 180 μοιρών, κρύφτηκε πίσω από τον φούρνο.

Τί στο διάολο κάνεις εδώ; τον ανακάλυψε ο πατέρας μαιτρ.

-Δεν πάω στο Α5… ψέλλισε.

Θα πας και θα πεις και ένα τραγούδι! δεν σήκωνε κουβέντα το αφεντικό.

Δεν είπε τραγούδι αλλά πήγε. Έβαλε στο τζουκ μποξ το j9, ξαναπήρε τον δίσκο στα χέρια και ξεκίνησε τα πιο δύσκολα δέκα βήματα της ζωής του. «Κατάρα με δέρνει βαριά…» του έσκιζε την καρδιά η φωνή του Στέλιου, όταν τοποθετούσε σκυφτός τα σερβίτσια.

Τί θα πιείτε; Ρώτησε με σχεδόν κλειστά τα χείλη,

Φαίδωνα εσύ; Έκπληκτη και χαρούμενη η Παπαδοπούλου.

Ο καλύτερος μου μαθητής! Τον σύστησε στον ψηλό μελαχρινό, που δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Ο Φαίδωνας τον αντιπάθησε αμέσως και νευρίαζε όταν του φώναζε «Μικρέ φέρε εκείνο», «Μικρέ φέρε το άλλο». Όταν επιτέλους έφυγαν πλήρωσε ο αντιπαθητικός, ψηλός, μελαχρινός, αλλά η Παπαδοπούλου ξαναγύρισε, άνοιξε την τσάντα της, άφησε διακριτικά στο τραπέζι ένα χαρτονόμισμα. Ήταν το μεγαλύτερο, το ομορφότερο πουρμπουάρ της καριέρας του!

Από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι…

Την τρίτη ώρα το πρόγραμμα έλεγε: Παπαδοπούλου Έκθεσις-Ιδεών. Φορούσε το ίδιο κατάλευκο φόρεμα κεντημένο λιτά. Τα κόκκινα μαλλιά της λυμένα για πρώτη φορά. Ένα λυτρωτικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της, όταν συνάντησε αυτό του Φαίδωνα. Πήρε την κιμωλία και έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα στον πίνακα: Θέμα: «Η παιδική εργασία είναι ψυχικώς, σωματικώς, κοινωνικώς και ηθικώς επιζήμιος».

-Έχετε δυο ώρες να το αναπτύξετε, διευκρίνισε.

Ταράχτηκε ο Φαίδωνας του κόπηκαν τα πόδια. Θυμήθηκε όμως το πουρμπουάρ και βάλθηκε να αποδείξει ότι το άξιζε. Δύο ώρες έγραφε ασταμάτητα, γέμισε έξι σελίδες. Ήθελε να ξεπεράσει και εκείνον τον άχαρο, ψηλό, μελαχρινό. Τελευταίος ήταν που της έδωσε το γραπτό του. Σαν να άγγιξε ανεπαίσθητα το χέρι της.

Πέρασαν τρεις μέρες αγωνίας μέχρι την πρώτη ώρα της Παρασκευής. Το πρόγραμμα έγραφε πάλι: Παπαδοπούλου: Έκθεσις-Ιδεών.

-Γράψατε πολύ καλά οι περισσότεροι, αλλά υπάρχει μια έκθεση που με συγκίνησε πολύ. Θέλετε να τη διαβάσουμε;

Ένα βαριεστημένο μμμ… ακούστηκε από το αγορότσουρμο. Η Παπαδοπούλου το εξέλαβε ως σφοδρή επιθυμία να την ακούσουν. Όταν άρχισε να διαβάζει, ο Φαίδωνας νόμιζε πως άκουγε τη Λαμπέτη στο Θέατρο της Δευτέρας. Ο μαιτρ τους υποχρέωνε φανατικά να το παρακολουθούν στο ραδιόφωνο. Τα ρεμάλια στην αρχή ασχολιόταν με τον ΠΑΟΚ, που είχε κερδίσει χθες πάλι τον Ολυμπιακό με γκολ του Κούδα, αλλά στην πορεία σώπασαν. Στην αίθουσα επικράτησε απόλυτη σιγή. Μόνο η μυρωδιά της εφηβίλας σου ερέθιζε τη μύτη. Όταν τέλειωσε, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, μπουνιές, κλωτσιές και σφαλιάρες στον Φαίδωνα, που ως γνωστόν είναι τα χάδια των αγοριών αυτής της ηλικίας.

Βγείτε όλοι για διάλειμμα! τους είπε πολύ ώρα πριν κτυπήσει το κουδούνι. Όρμησαν αλαλάζοντας όλοι έξω αφήνοντας μόνο του τον Φαίδωνα στο πρώτο του ραντεβού!

Είμαι πολύ περήφανη για σένα ! Μακάρι να σου έμοιαζαν όλα τα παιδιά…

Τον αγκάλιασε στοργικά, μα ο Φαίδωνας ζαλίστηκε. Μεγάλωσε ξαφνικά 10 χρόνια, πήρε το θάρρος και της το είπε.

Μακάρι όλοι οι δάσκαλοι να ήταν σαν και σας!

Οι υπόλοιπες ώρες πέρασαν με τον Φαίδωνα βυθισμένο σε σκέψεις. Όλα ένα κουβάρι μέσα του. Ακολούθησε δικό του πρόγραμμα. Στην Γεωγραφία ταξίδεψε στη …Γουαδελούπη, στην Ιστορία κόλλησε στο 1917, στην αγαπημένη του Χημεία ονειρευότανε τους πιο τρελούς δεσμούς, στα Μαθηματικά ζωγράφισε ατέλειωτους εφαπτόμενους κύκλους…

Όταν χτύπησε το κουδούνι για το σχόλασμα είχε αποφασίσει.

-Όταν μεγαλώσω θα γίνω δάσκαλος!

Γιάννης Λαθήρας


Ο Γιάννης Λαθήρας είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, καθηγητής Χημείας στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος της Γ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης. Είναι τακτικός αρθρογράφος του εκπαιδευτικού περιοδικού «Σελιδοδείκτης».


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.