Χρόνος ανάγνωσης περίπου:4 λεπτά

Σπάσιμο θέλει η κεφαλή σου | της Άννας Τακάκη

Τούτη η λαϊκή έκφραση μου’ ρθε δα πάλι στο νου και την συνδέω με ένα περιστατικό της παιδικής μου ηλικίας. Όσο και να περνούν τα χρόνια δεν ξεχνιούνται αυτά, είναι κομμάτια της ζωής μας, είναι το παρελθόν που μας φένει πότε πότε πίσω για να βλέπομε μπροστά. «Σπάσιμο θέλει η κεφαλή σου», λοιπόν, το έλεγαν και λέγεται ακόμη για κάποιον που μπορεί να κάνει ένα λάθος, κάτι κακό, ή ανεπανόρθωτο. Το γροικούσα από μικρή, το γροικώ ακόμη για μια κατσουκέλα που μπορεί να κάμει κι ο μεγάλος, όταν ο νους δεν προνοεί σωστά. Μικροί κάναμε κατσουκέλες, μεγάλοι κάνομε λάθη, έτσα είναι αυτά…

Είμαστε μια θηλυκοπαρέα, εκειανά τα χρόνια στο χωριό κι «αλωνίζαμε» σε βουνά, κάμπους, σοκάκια και γειτονιές. Άλλες φορές πηγαίναμε στα σπίτια μας κι ανεκαρκατεύγαμε ντολάπες και συρτάρια, όπου οι γονέοι μας λείπανε όλη τη μέρα στα χωράφια. Εκειά βρίσκαμε ευκαιρία και παίζαμε με ό,τι ήθελε να σκαρφιστούμε. Από το να βάνομε τσι γόβες των μανάδων μας, τα κραγιόνια, τσι πούδρες, να παίρνομε τσι τσάντες τως και να κάνομε τσι «Κυρίες», μέχρι να κάνομε και τσι νοικοκεράδες. Τακ τακ τα ντακουνάκια και οι γόβες «βάρκες» στα μικρά ποδαράκια μας!… πολλές φορές, στραβοπατούσαμε και πέφταμε! Πώς μου’ρθανε δα πάλι στο νου, κεινεσάς οι ψηλοντάκουνες σαγιονάρες με τα καρόλια! Τα κολλούσαμε με κολιτσίνα που μαζώναμε από τα δεντρά, ώφου, φαντασία, Θε μου!

Στο βουνό, ονόματι Κεφάλα, είχαμε τα δικά μας σπιτάκια με τα φουρνάκια ντως και τα κηπουλάκια ντως. Παίρναμε λοιπόν, μια πατάτα μια ντομάτα, λάδι, αλάτσι και πιπέρι και ένα κουτί σπίρτα και ανάβγαμε φωτιά στο βουνό- πώς και δεν το καψαλιάζαμε, απορώ σήμερο- και ψήναμε στα φουρνάκια που είχαμε σχηματίσει με πέτρες, τα ψητά μας μέσα σε βερνικοκούτια. Καθόμαστε δα ύστερα και τα τρώγαμε και ήτανε, λέει, πιο νόστιμα από των μανάδων μας! Άλλες φορές το κάναμε γιατί βαφτίζαμε τσι κούκλες μας, άλλες φορές έτσα χωρίς λόγο. Τα μαγερέματα ήτονε μέσα στα παιχνίδια μας και τα κουζινικά μας ήτανε σπασμένα γυαλιά, σπασμένα πιάτα και κονσερβοκούτια που μαζώναμε από τα σκουπίδια.

Εγώ, η Κατίνα, η Ευανθία, η Δεσποινούλα, η Μαρίκα η Αλίκη και η Σταυρούλα, μετά από ένα πολύωρο παιχνίδι στο βουνό, καταλήξαμε στο σπίτι τσ’ Αλίκης. Φαίνεται όμως πως μας είχε πιάσει η πείνα κι η Αλίκη σαν καλή οικοδέσποινα ήθελε να μας ψήσει μια παστή ρέγγα που βρήκε κάπου στο ντουλάπι. Φαίνεται, όλες μαζί βοηθήσαμε.. και δε φτάνει που ήτανε παστη η ρέγγα, μα βάλαμε κι αλάτι από πανω. Σαλαμούρα η ερμη, αλλά ήπιαμε μπόλικο νερό. Μετα το εξαιρετικό μας γεύμα σκαρφιστηκαμε να κάνομε κούνια μέσα στην κουζίνα. Πάνω στα δοκάρια υπήρχανε τσιγκέλια κατά την παλιά συνήθεια, και κρέμονταν κρεμασταλιές ντομάτες, κρομμύδια, κυδώνια, καρπουζακια, πεπόνια και ότι άλλο φρούτο ήτανε για φύλαξη. Αναμεσός στα τσιγκέλια ήτανε μια σιδερένια σωλήνα που εκειά κρέμονταν στη σειρά τα πεπόνια, οι ντομάτες, τα κρομμυδια, κι ο,τι άλλο λαχανικό είχαν, να διατηρήσουν…που ψυγεία τότε…

Μάλλον θα ήταν προς το τέλος του καλοκαιριού.

Δεν ανεστορούμαι, ποιανής ιδέα ήτονε, μάλλον τσ’ Αλίκης- να δέσομε ένα σκοινί στη σωλήνα και να κάνομε την κούνια μας. Σύραμε το τραπέζι, βάλαμε μια καρέκλα και η πιο επιδέξα ήδεσε το σκοινί κι αρχίσαμε με τη σειρά μια μια να αιωρούμαστε. Σπρώξιμο, γέλια, χαρές, πέταμα ονειρικό, επιτυχία είχε ετούτηνιά η σοφή κούνια μας ! Αφού εκάνανε όλες την κούνια ντως, ήρθε και η δική μου η σειρά! Συνήθως εγώ ήμουνε πάντα τελευταία, οι άλλες πιο τσαούσες με προσπερνούσανε. Μα, με τσι πρώτες δυο κουνισές, μου ‘ρθε η σωλήνα στην κεφαλή μαζί με τα πεπονοκάρπουζα και «είδα τον ουρανό σφεντύλι», που λένε. Ήπεσα κάτω από τον πόνο και το αίμα άρχισε να τρέχει και να κάνει λούζες χάμαι. Τα μαύρα μαλλιά μου γενήκανε κόκκινα! Κλάημα εγώ, κι οι άλλες πανικοβλημένες και φοβισμένες. Δεν εχάσανε όμως την ψυχραιμία ντως. Δέκα χρονώ ήμαστε μα κατέχαμε από γιατρικουλίσματα, θωρούσαμε τσι γονέους μας κι εμαθαίναμε. Με το που θωρούνε όλες χάμαι τα πεπονοκάρπουζα και τσι ντομάτες να πιάνουνε όλο το σπίτι, εσφίξανε κι απού φύγει φύγει, μαζί κι εγώ με τη σπασμένη κεφαλή και τη χέρα μου να τη βαστώ. Γλακούμε τα ογλήγορα στο σπίτι τση Κατίνας, που ήταν λίγο πιο πανω. Εκειά μου φέρνουνε μια μποτίλια τσικουδιά κι αλάτσι και με παστουρώνουνε. Ύστερα με δένουνε μ’ ένα ροδίτικο μαντήλι που είχε πάνω τον Κολοσσό τση Ρόδου, αγκίνιο μαντήλι, δώρο αναμνηστικό του θείου τους, που υπηρετούσε εκείνη την εποχή στη Ρόδο. Μετά από λίγο σταμάτησε το αίμα και μου βγάνουνε το μαντήλι και η Σταυρούλα η μικρότερη το ’πλυνε μην πάρει η μάνα τζη χαμπάρι το τι εγίνηκε.

Το βράδυ που ανεμαζώχτηκα στο σπίτι…πού να το πω στη μάνα μου! Φοβήθηκα μη με μαλώσει για τσι αταξίες και τσι ζημιές που κάναμε. Τσιμουδιά λοιπόν. Την άλλη μέρα που με χτένιζε για να πάω στο σκολειό, πάει να βάλει το χτένι, πράμα! Δεν επέρνα το έρμο! Μια κολιτσίδα είχανε γενεί από τη μπάντα τα μαλλιά μου. Μπας και τη νύχτα ήθελα να τα δει κιανείς με τη λάμπα; Το ηλεκτρικό δεν υπήρχε ακόμη.

Κινά λοιπόν τσι φωνές η μάνα μου!…Ειντά ’ναι τουτονέ, ειντά ’παθες Αννιώ; Είντα να κάμω δα ύστερα… είπα τζη την ιστορία. Σπάσιμο ήθελε η κεφαλή σου! μου λέει. Δεν είχε κοντό δεντρά, ανέ θέλετε να κάμετε κούνια; Μόνο ίσα ίσα εκειά επήγαιτε να τηνε κάμετε; Και λέω δα…ήθελε σπάσιμο; Δεν ήθελε! Μική ήμουνε ακόμη, αθώα και απονήρευτη…

Άννα Τακάκη

.


Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:70