Χρόνος ανάγνωσης περίπου:18 λεπτά

Αζίζ Νεσίν: ο πολυβραβευμένος συγγραφέας με το ιδιαίτερο χιούμορ, ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της τούρκικης λογοτεχίας | του Διογένη Σινωπέα

Σαν σήμερα το 1995 έφυγε από τη ζωή ο Αζίζ Νεσίν (Mehmet Nusret Nesin) από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας γεννήθηκε το 1915 στη Χάλκη της Κωνσταντινούπολης. Ασχολήθηκε με την σάτιρα, ο Αζίζ δεν δίστασε ποτέ να εκφράσει τις απόψεις του και να ασκήσει κριτική στο Τούρκικο κράτος. Ο Αζίζ μαζί με άλλους αριστερούς λογοτέχνες της Τουρκίας φυλακίσθηκαν αλλά ποτέ δεν λάκισαν, έγιναν άξιοι εκπρόσωποι της Τούρκικης λογοτεχνίας, συνεχίζοντας το έργο τους μέσα από τις φυλακές.

Τον Σεπτέμβριο του 1955 συνελήφθη μαζί με άλλους αριστερούς ως υποκινητής του Πογκρόμ κατά των Ελλήνων της Πόλης. Γρήγορα, η κατηγορία κατέπεσε, αφού ήταν φανερό ότι τα «Σεπτεμβριανά», όπως έμειναν στην ιστορία, τα είχαν οργανώσει οι μηχανισμοί της κυβέρνησης Μεντερές (Ali Adnan Ertekin Menderes, 1899 – 17 Σεπτέμβρη 1961). Την προσωπική του μαρτυρία κατέθεσε στο βιβλίο του «Να κρεμαστούν σαν τα τσαμπιά» (Salkim salkim asilacak adamlar, ISBN 9789600322583), το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».

Ο Νεσίν, άσκησε κριτική και στον Εβρέν (Ahmet Kenan Evren, 17 Ιούλη 1917 – 9 Μάη 2015), για την οποία καταδικάστηκε. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα αφιέρωσε στη μάχη κατά του θρησκευτικού φανατισμού και εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους επικριτές του Ισλάμ, για τον λόγο αυτό αποτέλεσε και μεγάλο εχθρό των Ισλαμιστών και επικηρύχτηκε από έναν επιχειρηματία για το ποσό των 100.000 δολαρίων.

Ο Νεσίν, την δεκαετία του 1990 ξεκίνησε να μεταφράζει ένα από τα απαγορευμένα βιβλία του Ισλάμ, τους «Σατανικούς Στίχους» του Ρούσντι (Ahmad Salman Rushdie, 19 Ιούνη 1947), ο οποίος κατηγορήθηκε σε θάνατο καθώς το βιβλίο αυτό κρίθηκε προσβλητικό προς το Μωάμεθ.

Στις 2 Ιούλη του 1993 πλήθος φανατικών μουσουλμάνων πολιόρκησε και πυρπόλησε το ξενοδοχείο στη πόλη Σίβας (Sivas-Σεβάστεια) της Τουρκίας, όπου γινόταν μια πολιτιστική εκδήλωσης Αλεβιτών, την οποία παρακολουθούσε και ο Νεσίν. Βρήκαν τον θάνατο 37 άτομα και η πρωθυπουργός Τανσού Τσιλέρ (Tansu Penbe Çiller, 24 Μάη 1946) κατηγόρησε τον ίδιο τον Νεσίν ως υπαίτιο καθώς προκάλεσε το πλήθος.

Ο Αζίζ Νεσίν, πέθανε τον Ιούλη του 1995 από καρδιακή προσβολή σε βιβλιοπωλείο της Σμύρνης την ώρα που υπέγραφε βιβλία. Σύμφωνα με την επιθυμία του τάφηκε χωρίς καμία τελετή μυστικά στην περιοχή του ιδρύματος «Αζίζ Νεσίν».

Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις τόσο στη Τουρκία όσο και στο εξωτερικό, ανάμεσα στα βραβεία που του απονεμήθηκαν ήταν και αυτό της ελληνοτουρκικής φιλίας το «Αντί Ιπεκτσί». Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε 30 γλώσσες, μεταξύ αυτών και τα Ελληνικά.


Σώπα μη μιλάς

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε
κι επιτέλους
αν ο λόγος είναι άργυρος
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις
που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα
μού ‘λεγαν: «σώπα».
Στο σχολείο μού ‘κρυψαν την αλήθεια τη μισή
και μού ‘λεγαν: «εσένα τι σε νοιάζει; σώπα!»
Με φιλούσε το πρώτο αγόρι
που ερωτεύτηκα και μού ‘λεγε:
«κοίτα, μην πεις τίποτα, και…σώπα!»
Κόψ’ τη φωνή σου, μη μιλάς, σώπαινε.
Κι αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.
Ο λόγος του μεγάλου, η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στα πεζοδρόμια
«τι σε νοιάζει, μού ‘λεγαν,
θα βρεις το μπελά σου – τσιμουδιά, σώπα».
Αργότερα φώναζαν οι προϊστάμενοι:
«μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, και σώπα».

Παντρεύτηκα κι έκανα παιδιά και τα ‘μαθα να σωπαίνουν.
Ο άντρας μου ήταν τίμιος κι εργατικός
κι ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή που του έλεγε «σώπα».
Στα χρόνια τα δίσεχτα οι γείτονες με συμβούλευαν:
«μην ανακατεύεσαι, πες πως δεν είδες τίποτα και σώπα».
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμία ζηλευτή
μας ένωνε όμως το «σώπα».

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος, σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι κι οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «σώπα»,
και μαζευτήκαμε πολλοί,
μια πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη
αλλά μουγκή!
Πετύχαμε πολλά και φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα
κι όλα πολύ εύκολα, μόνο με το «σώπα».
Μεγάλη τέχνη αυτή, το «σώπα».
Μάθε το στα παιδιά σου, στη γυναίκα σου, στην πεθερά σου
κι αν νιώθεις την ανάγκη να μιλήσεις, ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’την σύρριζα.
Πέταχ ‘την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο απ’ τη στιγμή
που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.
Δεν θα ‘χεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δεν θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου
και θα γλιτώσεις απ’ το βραχνά
να μιλάς χωρίς να μιλάς
να λες «έχετε δίκιο, είμαι με ‘σας».

Αχ, πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς
και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.
Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια. Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις
κόψε τη γλώσσα σου.

Για να ‘σαι τουλάχιστον σωστός
στα σχέδια και τα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και παροξυσμούς
κρατώ τη γλώσσα μου
γιατί νομίζω πως θα ‘ρθει η στιγμή
που δε θ’ αντέξω
και θα ξεσπάσω και δε θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω μ’ έναν φθόγγο
μ’ έναν ψίθυρο μ’ ένα τραύλισμα με μια κραυγή

που θα μου λέει: ΜΙΛΑ !

Ο καφές και η Δημοκρατία [απόσπασμα]

Δυο πράγματα δεν ευδοκιμούν στη χώρα μας. το ένα είναι
το δέντρο του καφέ και το άλλο η Δημοκρατία. Και τα δύο μας
έρχονται από το εξωτερικό.
Στα χώματα μας δεν μπορέσαμε ν’ αναπτύξουμε με κανένα
τρόπο το δέντρο του καφέ. Το κλίμα της χώρας μας, το νερό, το
χώμα, δεν είναι κατάλληλα για την ανάπτυξη του δέντρου
αυτού.
Όσο για τη Δημοκρατία… Η αλήθεια είναι πως ό,τι
περνούσε από το χέρι μας, δεν παραλείψαμε να το κάνουμε, για
την ανάπτυξή της, για την εδραίωσή της. Αν κοιτάξετε την
ιστορία μας, πριν από εκατό χρόνια πάνω κάτω ρίχτηκε στη
χώρα μας ο σπόρος της Δημοκρατίας. Είναι εκατό χρόνια που
όλο λέμε:
«Αμάν η Δημοκρατία μας μπουμπούκιασε!…»
«Η νεαρή Δημοκρατία μας!…»
«Αμάν η νεαρή Δημοκρατία μας!…»
Να είναι δοξασμένος αυτός που τη μεγάλωσε, μόλις
καταφέραμε τόσα χρόνια να φέρουμε σ’ αυτό το ανάστημα τη
Δημοκρατία, έγινε ένα φιντάνι η Δημοκρατία.
Αν ξοδεύαμε αυτό τον κόπο των εκατό χρόνων που
αφιερώσαμε στη Δημοκρατία, για την ανάπτυξη του καφέ,
σήμερα η χώρα μας θα γινόταν δάσος από καφέ, που δεν τ’
άγγιξε ο μπαλτάς του ξυλοκόπου.
Στο παρελθόν κρίθηκε απαραίτητο, δεν το είχαμε
καταλάβει. αντί να φυτέψουμε σπόρο καφέ, φυτέψαμε το σπόρο
της Δημοκρατίας. «Δόξα τω Θεώ», αν και δεν έχουμε καμιά
στενοχώρια απ’ τη μεριά της Δημοκρατίας, εμείς ξέρουμε το τι
τραβάμε από την έλλειψη του καφέ. Καφές είναι αυτός!… Δε
μοιάζει σε τίποτε. Έτσι είναι η Δημοκρατία; Και να είναι και να
μην είναι το ίδιο κάνει…
Αν δεν υπάρχει καφές, του ανθρώπου το κεφάλι γυρίζει,
αν δεν υπάρχει Δημοκρατία, του ανθρώπου το κεφάλι δεν
γυρίζει. Ο καφές μοσκοβολάει, η Δημοκρατία ούτε καν έχει
μυρουδιά. Τον καφέ τον βάζεις στο φλιτζάνι, τον πίνεις. Η
Δημοκρατία ούτε τρώγεται, ούτε πίνεται. Σε τι χρειάζεται αυτή η
Δημοκρατία, μπορείτε να μου πείτε;
Στη χώρα μας έρχεται από το εξωτερικό μπόλικη μπόλικη
Δημοκρατία, αλλά καφές δεν έρχεται. Τον καφέ τον πουλάνε, τη
Δημοκρατία τη δίνουν. Ο καφές είναι με λεφτά, η Δημοκρατία
τζάμπα… Για τον καφέ χρειάζεται συνάλλαγμα, για τη
Δημοκρατία τίποτα δεν χρειάζεται.
Για κοιτάξτε το τι τραβάμε απ’ τον καφέ. Σάμπως δεν
έχουμε συνηθίσει στον καλό καφέ; Αμέσως καταλαβαίνουμε τον
καλό καφέ απ’ τον άσκημο, το μπαγιάτικο απ ‘το φρέσκο, το
νοθεμένο απ ‘το σκέτο.
Ζωή να ‘χουνε, μερικοί πατριώτες μας έκαναν ψεύτικο
καφέ. Στην αρχή βγήκε ο κριθαρένιος καφές, δεν έπιασε.
Ύστερα βγήκε καφές από φασόλια, δεν το κατάπιαμε. Εμείς σαν
έθνος είμαστε θεριακλήδες του καφέ. αν και καταπίνουμε όλες
τις απομιμήσεις, του καφέ την απομίμηση δεν την καταπίνουμε.
Ω, Ύψιστε! Να γινόταν, τόσο δα απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε
απ’ αυτόν τον καφέ, να καταλαβαίναμε και από Δημοκρατία…”

«Μαθήματα από τα ζώα»*

Ο Γάλλος γάτος
Συναντά τον Ιρανό γάτο
Κι αμέσως μιλoύν στα γατικά

Ο Γερμανός σπουργίτης
Συναντά τον Μεξικάνο σπουργίτη
Και ξεκινούν να τιτιβίζουν

Ο Γιαπωνέζος σκύλος
Συναντά τον Αμερικάνο σκύλο
Αμέσως μυρίζονται.

Η Ρωσίδα αρκούδα κι η Τουρκάλα αρκούδα
Συναντιούνται στο βουνό
κι αρκουδοπαίζουν

Ο όφις ρε, ο όφις
Ο Ινδός όφις κάνει έρωτα
Όταν συναντάει τον Κινέζο όφι

Ω, παλιάνθρωπε
Να είχες τόσο δα μυαλό
Να έπαιρνες μαθήματα από τα ζώα
Ήμερα ή ανήμερα
Τα ζώα όπου κι αν είναι
Πλησιάζουν το ένα το άλλο
Οι άνθρωποι
Όπου κι αν είναι
Τσακώνονται ο ένας με τον άλλο

(9 Αυγούστου 1987)

Το πιο ακατανόητο*

Να μη σκοτώνει ο άνθρωπος τον άνθρωπο
Ούτε με δυστύχημα ούτε με φόνο

Να μη σκοτώνουν οι άνθρωποι τους ανθρώπους
Ούτε σε πόλεμο ούτε σε ειρήνη

Να μη σκοτώνει το κράτος τον άνθρωπο
Ούτε νόμιμα ούτε παράνομα

Να μη σκοτώνει ο άνθρωπος τον εαυτό του
Ούτε ξαφνικά ούτε αργά

Να μην πεθαίνει κι από μόνος του ο άνθρωπος
Ούτε από αρρώστια ούτε από γεράματα

Είναι τόσα ακατανόητα τα πράγματα σε τούτο τον κόσμο
Αλλά το πιο ακατανόητο για μένα είναι ο θάνατος

(16 Δεκέμβρη 1987)

Η συνήθεια*

Για λίγο ακόμα
Θα γράφεις το προηγούμενο έτος
Κατά λάθος στα γράμματά σου
Μετά θα συνηθίσεις

Για λίγο ακόμα
Θα βαριέσαι μες στα καινούρια ρούχα
Θα παλιώσουν μαζί σου
Μετά θα συνηθίσεις

Για λίγο ακόμα
Θα αποκαλείς τη νυν σου
Με το όνομα της πρώην
Μετά θα συνηθίσεις

Για λίγο ακόμα
Θα σε παραξενεύει να σέρνεις
Εκείνο το παράλυτο πόδι
Μετά θα συνηθίσεις

Για λίγο ακόμα
Θα νομίζεις ότι αγαπάς
Μετά θα συνηθίσεις
Τον πόνο της προδοσίας στην καρδιά σου

Για λίγο ακόμα
Έτσι συνηθίζοντας
Θα μείνεις μόνο με τον εαυτό σου
Θα συνηθίσεις κι εκείνον

Για λίγο ακόμα
Θα νομίζουν ότι ζεις
Θα μιλάν για σένα για ένα διάστημα
Μετά θα συνηθίσουν

4 Γενάρη 1988

Συγχώρεσέ με*

Ή έρχομαι πολύ πριν απ’ την ώρα μου
Όπως όταν ήρθα στον κόσμο
Ή πολύ μετά απ’ την ώρα μου
Όπως όταν σ’ αγάπησα σ’ αυτήν την ηλικία

Αργώ πάντα στην ευτυχία
Στη δυστυχία πάντα πηγαίνω νωρίς
Ή όταν όλα έχουν ήδη τελειώσει
Ή όταν δεν έχει ξεκινήσει ακόμα τίποτα

Ήρθα σε μια τέτοια στιγμή της ζωής
Νωρίς για θάνατο αργά για έρωτα
Πάλι άργησα αγάπη μου συγχώρεσέ με
Έρωτας παρά δέκα θάνατος παρά πέντε

17 Μάη 1986

*Απόδοση από τα τουρκικά: Λάλε Άλατλι

Aν δεν υπήρχαν οι μύγες

Όταν ήταν δέκα χρονών έλεγε:

– Αχ, να είχα μια τσάντα! Αχ, να είχα κι εγώ σαν τα άλλα παιδιά βιβλία, παιχνίδια… Να είχα και μυθιστορήματα… Θα ‘βλεπαν τότε πώς θα διάβαζα. Δεν έχω απολύτως τίποτα. Πώς να διαβάσω έτσι;

Όταν έφτασε σε ηλικία δεκατριών ετών, απέκτησε κι αυτός βιβλία, τετράδια, τσάντα και παιχνίδια, όπως και τα άλλα παιδιά. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να διαβάσει.

– Μα εγώ δεν έχω τα ρούχα που έχουν οι φίλοι μου. Μένουμε στο ίδιο δωμάτιο όλοι μαζί, η μαμά μου, ο μπαμπάς μου, τα αδέρφια μου κι εγώ. Μπορεί κανείς να διαβάσει σ’ ένα τόσο ασφυκτικό περιβάλλον; Να είχα κι εγώ ένα γραφείο, ένα ολόδικό μου γραφείο κι ένα ντουλάπι… Θα ‘βλεπαν τότε πως θα διάβαζα…

Στα δεκαοκτώ του απέκτησε το δικό του δωμάτιο.

– Πώς να διαβάσει ένας άνθρωπος στην ηλικία μου αν δεν έχει στην τσέπη του ούτε δέκα λίρες για χαρτζιλίκι; Πρέπει να πάρω βιβλία, εικόνες. Αχ, αχ και τότε θα ήξερα κι εγώ μια χαρά πώς να διαβάσω.

Στα είκοσι χρόνια του εκπληρώθηκαν οι επιθυμίες του.

– Αχ να τελείωνε αυτό το σχολείο… Άλλο πράγμα η ζωή κι άλλο το σχολείο. Όταν βγάλω τη σχολή θα δουλέψω τόσο πολύ, μα τόσο πολύ… θα γράψω ένα σπουδαίο έργο. Αχ, αχ, να τελείωνε η σχολή!

Στα είκοσι τέσσερα χρόνια του, όταν τελείωσε τη σχολή, έλεγε:

– Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να γράψω. Το μυαλό μου είναι συνέχεια στον στρατό. Αχ να τελειώσω τη θητεία μου, μέρα νύχτα θα δουλεύω. Χωρίς δουλειά δεν παράγεται έργο. Θα γράψω ένα τέτοιο έργο που όλοι θα εκπλαγούν. Αχ, αυτό το στρατιωτικό…

Στα είκοσι έξι του είχε τελειώσει τη θητεία του.

– Δεν μπορώ να γράψω. Για κάποιον λόγο δεν μπορώ να δουλέψω όπως θέλω. Δεν μπορώ να γράψω το έργο μου. Πώς να γράψεις κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες; Κάθε μέρα κυνηγάω το μεροκάματο. Αν ο άνθρωπος δεν έχει μια στρωμένη δουλειά, ένα σταθερό εισόδημα, πώς να δημιουργήσει; Αχ, αχ, να έβρισκα μια καλή δουλειά, και τότε θα μελετούσα κάθε βράδυ μέχρι να ξημερώσει για να γράψω το έργο μου.

Είκοσι οκτώ χρονών είχε στήσει τη δική του δουλειά.

– Τέλος, δεν μπορώ να γράψω, πώς να γράψω έτσι; Ο άνθρωπος θέλει ένα σπίτι με δύο δωμάτια. Κι ένα ραδιόφωνο. Να ανοίξει το ραδιόφωνο, να πάρει έμπνευση από τη μουσική. Και τότε μπορεί να γράψει χωρίς σταματημό. Αχ, αχ, ένα ραδιόφωνο…

Στα είκοσι εννιά του νοίκιασε ένα δυάρι οροφοδιαμέρισμα. Και πήρε κι ένα ραδιόφωνο. Αλλά και πάλι δεν μπορούσε να δουλέψει όπως ήθελε, δεν μπορούσε να δημιουργήσει το έργο που σκεφτόταν τόσα χρόνια.

– Αχ, αχ, δεν υπάρχει αυτή η μοναξιά. Λες και το στήθος μου είναι ολόαδειο, σαν μια σπηλιά ατελείωτη και απύθμενη. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να γράψει και να δημιουργήσει το έργο του μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά; Πρέπει να υπάρχει μια δύναμη που να κινητοποιεί τον άνθρωπο, να τον ενθουσιάζει, να τον σπρώχνει. Για ποιον να προσπαθήσω; Από ποιον να εμπνευστώ και να δημιουργήσω; Αχ, αχ, ρε έρωτα, πού είσαι;

Στα τριάντα του χρόνια ερωτεύτηκε. Και αγάπησε και αγαπήθηκε. Αλλά δεν κατάφερε να γράψει το μεγαλούργημα, που σκεφτόταν εδώ και τόσα χρόνια.

– Ωραίο πράγμα ο έρωτας, αλλά δε δουλεύει χωρίς παντρειά. Να παντρευόμουν, να έβαζα μια τάξη στη ζωή μου, τότε θα μελετούσα όπως θέλω. Κι ο γάμος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αχ, αχ, να παντρευόμουν. Δεν θα σπαταλούσα ούτε λεπτό, δεν θα σήκωνα κεφάλι.

Στα τριάντα δύο του παντρεύτηκε. Ήταν ευτυχισμένος αλλά δεν κατάφερνε να δημιουργήσει. Και υπήρχε λόγος.

– Έχω φορτωθεί στην πλάτη μου τον καημό της επιβίωσης. Με το να τρέχω συνεχώς για το μεροκάματο δεν μένει χρόνος να γράψω όπως θέλω. Για να μεγαλουργήσει ο άνθρωπος πρέπει να αφιερώνει όλο τον χρόνο του στο έργο του. Κι αυτό δεν γίνεται μ’ αυτά τα λεφτά.

Όταν έγινε τριάντα έξι το εισόδημά του αυξήθηκε. Αυξήθηκε μεν, αλλά ας τον ακούσουμε λιγάκι:

– Ένα δυάρι σε μονώροφο. Και τα δωμάτια τόσο μικρούτσικα. Και απ’ την άλλη ο θόρυβος των παιδιών. Μπορεί κανείς να δημιουργήσει μέσα σ’ αυτό τον σαματά; Αχ, αχ, αν έβρισκα ένα σπίτι με τέσσερα-πέντε δωμάτια και τι δεν θα έκανα.

Στα τριάντα οκτώ του μετακόμισε σ’ ένα σπίτι με πέντε δωμάτια. Αλλά ακόμη δεν κατάφερνε να γράψει το έργο του. Άλλωστε δεν έφταιγε αυτός που δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.

– Πώς μπορεί κάποιος να δημιουργήσει σ’ ένα σπίτι μέσα στην πόλη; Έλα εσύ να δουλέψεις μέσα σ’ αυτόν τον πανζουρλισμό. Για να γράψω το έργο μου χρειάζομαι ησυχία, να μπορώ ν’ ακούω τον εαυτό μου. Χωμένος εδώ μέσα στη φασαρία. Δεν γίνεται εδώ. Αχ, αχ, να μετακόμιζα σ’ ένα ήρεμο και ήσυχο σπίτι, θα έγραφα καταπληκτικά. Έχω μέσα μου μία αστείρευτη δίψα για δημιουργία.

Στα σαράντα του χρόνια μετακόμισε σ’ ένα ευρύχωρο σπίτι με όμορφη θέα, σ’ ένα ήσυχο μέρος. Ακριβώς όπως το ονειρευόταν. Μπορούσε να διαβάσει όπως ήθελε; Όχι, διότι:

– Αχ, αχ… Πώς μπορεί να δημιουργήσει ο άνθρωπος αν δεν έχει στο σπίτι του όμορφα πράγματα, πολύτιμους πίνακες στους τοίχους, ένα μεγάλο γραφείο, διακοσμητικά, αντίκες, άνετες πολυθρόνες και αφράτα χαλιά; Για να δημιουργήσει ένα έργο ο άνθρωπος πρέπει τα μάτια του να βλέπουν καλαίσθητα πράγματα. Να έχει ένα πικάπ. Και δίσκους κλασσικής μουσικής. Μπορείς να δουλεύεις αδιάκοπα όταν από την μια ευχαριστιούνται τα μάτια σου κι από την άλλη τα αυτιά σου. Αχ, αχ, Θεούλη μου, θ’ αποκτήσω μια μέρα αυτά που θέλω; Και τότε θα γράψω τόσο πολύ!

Στα σαράντα δύο του απέκτησε όλα αυτά τα άνετα, όμορφα και πολύτιμα πράγματα που ήθελε. Αν και πάλι δεν κατάφερνε να δημιουργήσει, τι άλλο να κάνει;

– Αχ, αχ, να ξέρατε τι ζω. Κανένας δεν ξέρει τι καημό κρύβει ο άλλος μέσα του. Δεν έχω ζόρια οικονομικά και προβλήματα επιβίωσης. Η γυναίκα μου με κάνει ευτυχισμένο. Kι έχω και καλά παιδιά. Το σπίτι μου είναι ευρύχωρο, ευάερο, άνετο κι έχει και ωραία θέα. Απέκτησα πολύτιμα κι ακριβά έπιπλα. Έχω μπόλικο ελεύθερο χρόνο. Αλλά αυτές οι μύγες. Δεν παλεύονται! Δεν μ’ αφήνουν ήσυχο να κάτσω να συγκεντρωθώ. Τι  θα γίνει μ’ αυτή την κατάσταση; Τι μαρτύριο είναι αυτό που τραβάω από τις μύγες; Αχ, αχ, αν δεν υπήρχαν αυτές οι μύγες, ήξερα εγώ πώς να συγκεντρωθώ. Αλλά τι να κάνω, δεν μ’ αφήνουν οι μύγες. Δεν μπορώ με τίποτα να δημιουργήσω. Εξαιτίας τους δεν μπορώ να κοιμηθώ τη μέρα, ώστε να γράψω τη νύχτα. Αν κλείσω τα παράθυρα κάνει ζέστη. Αν βάλω σίτες, θα ασχημύνουν τα παράθυρα. Είπατε να γράψω τον χειμώνα; Τον χειμώνα δεν έχει μύγες, ε; Και γιατί να μην ζούνε τον χειμώνα; Αχ, αχ, αν δεν υπήρχαν αυτές οι μύγες και τι δεν θα ‘κανα, ούτε εγώ ξέρω.

Επειδή τώρα είναι σαράντα δύο ετών, ακόμη δεν μας έχει κάνει να χάσουμε τις προσδοκίες μας. Οπωσδήποτε μια μέρα θα βρει τις συνθήκες, που ψάχνει και με μια ανάσα θα δουλέψει κι επιτέλους θα δημιουργήσει εκείνο το σπουδαίο έργο του.

Απόδοση από τα τουρκικά: Άλια Ζαμπουνίδου

Κείμενο για τους Έλληνες αναγνώστες

Αγαπητοί Έλληνες Αναγνώστες μου,

Θέλησα να γράψω έναν πρόλογο στο βιβλίο μου που για πρώτη φορά κυκλοφορεί στα ελληνικά. Αυτό το ζήτησα για τον εξής λόγο: Επιθυμώ τα διηγήματά μου, που ένα μέρος απ` αυτά μεταφράστηκε στα ελληνικά να συντείνουν στο να ζήσουν συμφιλιωμένοι οι δύο λαοί μας. Και αντί να αναζητάμε φιλίες με μακρινότερους και άγνωστους σ` εμάς λαούς, είναι προτιμότερο να προηγηθούμε εμείς οι κοντινοί γείτονες σε μιαν ειρηνική και με πνεύμα αδερφικής συνύπαρξης ζωή. Προσέξτε ιδιαίτερα αυτό το σημείο: Τα αίτια της εχθρότητας ανάμεσα στους Έλληνες και Τούρκους δεν προήλθαν από μας, από τους λαούς μας. Οδηγηθήκαμε σ` αυτούς τους πολέμους κάτω από την πίεση ξένων και έξω από τα συμφέροντα των δύο λαών επιρροών. Ξέρουμε ότι τα σημερινά βιβλία της ιστορίας κρύβουν την αλήθεια. Όμως η ιστορική αλήθεια δεν μπορεί να μένει για πάντα κλειδομανταλωμένη. Σήμερα είμαι πενήντα χρονών. Υπάρχει λόγος που αναφέρω την ηλικία μου. Τα παιδικά μου χρόνια πέρασαν στις πιο στενόχωρες περιόδους των ελληνοτουρκικών συγκρούσεων. Τότε που ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών παιδί, ήταν ντροπή μας να φοράμε ένα πουκάμισο ή μια φανέλα με το γαλάζιο- άσπρο χρώμα της ελληνικής σημαίας. Ξέρω πολύ καλά ότι την εποχή εκείνη και τα Ελληνόπουλα της ηλικίας μου των εφτά-οχτώ χρονών , τα έπιανε η ίδια αλλεργία στο να φορέσουν κάτι με το κόκκινο και άσπρο χρώμα της τουρκικής σημαίας. Γιατί τα παιδικά μας χρόνια πέρασαν μ` αυτή την εχθρότητα στο γαλάζιο -άσπρο χρώμα και στο κόκκινο-άσπρο; Αν βαθύνουμε τη σκέψη μας πάνω σ` αυτά τα ερωτήματα μπορούμε να βρούμε τα αίτια των συγκρούσεων που τόσο ύπουλα μας επέβαλαν από το εξωτερικό άνθρωποι ξένοι σ` εμάς. Ομολογώ ότι σήμερα ντρέπομαι για την εχθρότητα των παιδικών μου χρόνων προς τα χρώματα της ελληνικής σημαίας. Ξέρω όμως ότι σήμερα πολλοί Έλληνες διανοούμενοι ντρέπονται κι αυτοί για παρόμοια αισθήματα της παιδικής τους ηλικίας προς τα χρώματα της σημαίας τους. Αυτή η αμοιβαία γνώση των πραγμάτων πρέπει να μας αφυπνίσει, να μας κάνει να καταλάβουμε ότι δε γεννήθηκε καμιά εχθρότητα ανάμεσα στους λαούς μας από δική τους πρωτοβουλία. Όταν ήμουνα παιδί καθόμασταν στη Χάλκη. Εκεί υπήρχαν και πυκνοκατοικημένοι μαχαλάδες Ρωμιών. Εμείς τα Τουρκάκια, ακόμα κι από εκείνη την ηλικία, οπλιζόμασταν με ραβδιά, λοστούς και πέτρες, κάναμε επιδρομή στους ελληνικούς μαχαλάδες και χτυπούσαμε τα Ρωμιόπουλα. Νομίζω πως και τα Ελληνόπουλα έπαιζαν το ίδιο πολεμικό παιχνίδι. Ύστερα απ` αυτό το εφιαλτικό παιδικό παιχνίδι, πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια. Πριν από ένα μήνα, ήρθαν σπίτι μούσκεμα στον ιδρώτα τα δυο μου αγόρια, το ένα οχτώ και το άλλο εννιά χρονών. Τους ρώτησα την αιτία. «Τσακωθήκαμε με τα Ρωμιόπουλα» μου είπαν. Θυμήθηκα την παιδική μου ηλικία, των εφτά και των οχτώ χρόνων και κύλησαν δάκρυα από τα μάτια μου. Την αφυπνισμένη έχθρητα των παιδικών μας χρόνων, παρόλο που πέρασαν σαράντα χρόνια από τότε, δεν μπορέσαμε να τη σβήσουμε από τα παιδιά μας. Τα ιστορικά γεγονότα μπορούν να κάμουν τους σημερινούς ανθρώπους και φίλους και εχθρούς. Εμείς όμως πρέπει σήμερα να ξεχωρίσουμε από την ιστορία τα γεγονότα που θα οδηγήσουν τους λαούς μας στη φιλία. Έχει ειπωθεί πολλές φορές πως είναι ανάγκη οι δύο λαοί των γειτονικών χωρών να ζήσουν ειρηνικά και αδελφικά. Εγώ όμως δε στηρίζω τις ελπίδες μου στους πολιτικούς. Αυτοί που θα δυναμώσουν τους δεσμούς φιλίας ανάμεσα στους λαούς μας είναι πρώτ` απ` όλα οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες. Γίνονται εχθροί οι άνθρωποι, όταν δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Και για να γίνουν φίλοι πρέπει να αλληλοδανειστούν. Δεν είναι οι λόγοι των πολιτικών που θα συντελέσουν στη γνωριμία των λαών μας, αλλά τα έργα των πνευματικών ανθρώπων. Τρέφω μεγάλη εκτίμηση στον ελληνικό λαό για τα ηρωικά κατορθώματά του στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στα μετέπειτα χρόνια. Ο ελληνικός λαός έχυσε ηρωικά το αίμα του στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα για την υπεράσπιση του τόπου του και τη διαφύλαξη της εθνικής ανεξαρτησίας του γράφοντας σελίδες δόξας. Αυτόν τον ηρωισμό τον καταλαβαίνουν οι Τούρκοι καλύτερα από κάθε άλλο λαό σ` όλη την υφήλιο που πρώτοι αγωνίστηκαν ενάντια στον ιμπεριαλισμό, στην περίοδο του απελευθερωτικού τους πολέμου. Οι πολιτικές καταστάσεις αλλάζουν συχνά, οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, οι λαοί όμως μένουν παντοτινοί και αθάνατοι. Και η ιστορία δουλεύει για την ευτυχία των σημερινών ανθρώπων. Τα διηγήματά μου αυτά που γράφτηκαν για να γελάσουν οι αναγνώστες μου, και γελώντας να σκεφτούν βαθύτερα, μπορεί να εδραιώσουν δεσμούς φιλίας ανάμεσα στον τούρκικο και στον ελληνικό λαό. Κι αν αυτό μπορεί να βοηθήσει στην αλληλογνωριμία των λαών μας, θα` ναι για μένα, αληθινά, μια μεγάλη ευτυχία. Επιθυμώ το βιβλίο μου αυτό, που πρώτη φορά τυπώνεται στα ελληνικά, να μοιάσει σαν ένα κλαδί δάφνη, που κάθε του φύλλο θα` ναι γελαστό και που θ` απλώνεται από τη Μικρασία ως την Ελλάδα. Πιστεύω ότι η σκέψη μου θα βρει ανταπόκριση στην πλειοψηφία των προοδευτικών διανοούμενων Ελλήνων. Ο τούρκικος λαός χαιρετάει τον ελληνικό λαό, τους πρωτοπόρους διανοούμενους της Ελλάδας!

ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ


Διογένης ο Σινωπεύς


 

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:110