Χρόνος ανάγνωσης περίπου:14 λεπτά

Γουόλτ Γουίτμαν, ο απείθαρχος, αισθησιακός, κόντρα στο κατεστημένο ποιητής της Αμερικής, που προκαλεί και σήμερα… σεισμικές δονήσεις

«Γιορτάζω τον εαυτό μου, και υμνώ τον εαυτό μου,…».

Με αυτή τη φράση άρχιζε «το τραγούδι του εαυτού μου» στα «Φύλλα χλόης» (Leaves of Grass) την 4η Ιούλη 1855 (εβδομήντα εννέα χρόνια μετά τη Διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αμερικής), με τα οποία ο Γουόλτ Γουίτμαν αυτοπαρουσιαζόταν, αυτοπροσδιοριζόταν και αυτοσυστηνόταν στο κοινό του:

Γουόλτ Γουίτμαν, ένας κόσμος, γιος του Μανχάταν,
Απείθαρχος, σαρκικός, αισθησιακός, τρώει, πίνει και ζευγαρώνει,
Χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς να στέκεται πάνω από άντρες και
γυναίκες, ούτε μακριά τους,
Εξίσου σεμνός όσο και αλαζόνας.

Σαν σήμερα, πριν 203 χρόνια, γεννήθηκε ο απείθαρχος, ριζοσπάστης, συναισθηματικός, αντικομφορμιστής, φύσει ελεύθερο πνεύμα, βαθιά ουμανιστής φιλόσοφος και ποιητής που θα επηρεάσει γενιές και γενιές μελλοντικών ποιητών σε όλο τον κόσμο. Παρ΄ ότι αντισυμβατικός, ρέμπελος κι απείθαρχος, κατά της καταδυνάστευσης του ανθρώπου και λαών, θεωρείται εθνικός ποιητής των Αμερικάνων.

Ο Γουόλτ Γουίτμαν (Walt Whitman, 31 Μάη 1819 – 29 Μάρτη 1892) είναι ο παγκόσμιος ποιητής της Αμερικής – θεωρείται διάδοχος του Όμηρου, του Βιργίλιου, του Δάντη και του Σαίξπηρ. Στο «Φύλλα χλόης» (1855, 1891-2), γιόρτασε τη δημοκρατία, τη φύση, την αγάπη, την ισότητα και τη φιλία. Με αυτό το μνημειώδες έργο του έψαλλε επαίνους στο σώμα αλλά και στην ψυχή, και βρήκε ομορφιά και σιγουριά ακόμα και στον θάνατο. Μαζί με την Έμιλυ Ντίκινσον (Emily Dickinson), ο Γουόλτ Γουίτμαν θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της Αμερικής του 19ου αιώνα και θα επηρέασε αργότερα πολλούς ποιητές, συμπεριλαμβανομένων των Ezra Pound, William Carlos Williams, Allen Ginsberg, Simon Ortiz, C.K. Williams και Martín Espada.


Ο Γουόλτ Γουίτμαν γεννήθηκε στις 31 Μάη 1819 στο West Hills, στο Long Island της Νέας Υόρκης. Ήταν ο δεύτερος γιος του Walter Whitman, ενός οικοδόμου, και της Louisa Van Velsor. Στις δεκαετίες του 1820 και του 1830, η οικογένεια, η οποία αποτελούνταν από εννέα παιδιά, ζούσε στο Λονγκ Άιλαντ και στο Μπρούκλιν, όπου ο Γουίτμαν φοίτησε στα δημόσια σχολεία. Τα επαγγέλματά του κατά τη διάρκεια της ζωής του περιελάμβαναν τυπογράφο, δάσκαλο, ρεπόρτερ και συντάκτη.

Ίδρυσε την εβδομαδιαία εφημερίδα, «The Long-Islander» και αργότερα επιμελήθηκε μια σειρά από εφημερίδες του Μπρούκλιν και της Νέας Υόρκης, συμπεριλαμβανομένης της «Brooklyn Daily Eagle». Το 1848, ο Γουίτμαν εγκατέλειψε την «Brooklyn Daily Eagle» για να γίνει εκδότης του «New Orleans Crescent» για τρεις μήνες. Αφού είδε τις δημοπρασίες σκλαβωμένων ατόμων στη Νέα Ορλεάνη, επέστρεψε στο Μπρούκλιν το φθινόπωρο του 1848 και συνίδρυσε μια εφημερίδα «ελεύθερου εδάφους», την «Brooklyn Freeman», την οποία επιμελήθηκε μέχρι το επόμενο φθινόπωρο. Οι στάσεις του Γουόλτ Γουίτμαν σχετικά με τη φυλή έχουν περιγραφεί ως «ασταθής και ασυνεπής». Ωστόσο, ο Γουίτμαν θεωρούσε τη δουλεία απεχθή. Η συμπάθειά του για τους εργάτες εκτεινόταν φυσικά και σε εκείνους που ήταν σκλάβοι και συχνά έγραφε με τη φωνή των καταπιεσμένων. Στον πρόλογο του «Φύλλα χλόης» έγραψε για «τις συμμορίες του κόσμου και των προφητών», μια νέα τάξη ποιητών που «θα προκύψει στην Αμερική και να ανταποκριθεί η υπόλοιπη γη».

Το «Φύλλα χλόης» που δημοσίευσε ο Γουίτμαν εμπνεύστηκε εν μέρει από τα ταξίδια του στα αμερικανικά σύνορα και από τον θαυμασμό του για τον Ραλφ Έμερσον (Ralph Waldo Emerson). Αυτή η σημαντική δουλειά του υποβλήθηκε σε οκτώ επόμενες εκδόσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του, καθώς ο Γουίτμαν επέκτεινε και αναθεώρησε την ποίηση και πρόσθεσε περισσότερα στην αρχική συλλογή των 12 ποιημάτων. Ο ίδιος ο Έμερσον δήλωσε ότι η πρώτη έκδοση ήταν «το πιο εξαιρετικό κομμάτι εξυπνάδας και σοφίας που έχει ακόμη συνεισφέρει η Αμερική».

Ο Γουίτμαν δημοσίευσε τη δική του ενθουσιώδη κριτική για το «Φύλλα χλόης». Ωστόσο, τόσο οι κριτικοί όσο και οι αναγνώστες βρήκαν ανησυχητικό τόσο το ύφος, όσο και το θέμα του Γουίτμαν. Σύμφωνα με το «The Longman Anthology of Poetry», «ο Γουίτμαν έλαβε ελάχιστη δημόσια αναγνώριση για τα ποιήματά του κατά τη διάρκεια της ζωής του για διάφορους λόγους: αυτή τη διαφάνεια όσον αφορά το σεξ, την αυτοπαρουσίασή του ως σκληρό εργαζόμενο άνδρα και τις στυλιστικές του καινοτομίες». Ένας ποιητής που εγκατέλειψε τα κανονικά μοτίβα του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας των συγχρόνων του, ο Γουίτμαν επηρεάστηκε από τους μεγάλους ρυθμούς και τις ρητορικές στρατηγικές της βιβλικής ποίησης. Το κατηγόρησαν ως γκέι, υποστηρικτή της εργατικής τάξης, ως αμόρφωτο, ως ντεϊστή, ως αποστάτη συγγραφέα που απέρριπτε τις παραδοσιακές ποιητικές μορφές. Οι αξιοσέβαστοι άνθρωποι των γραμμάτων στην εποχή του βρήκαν το έργο του ανεπαρκώς λογοτεχνικό, άσεμνο και διεστραμμένο, και μόνον πολύ αργότερα συμπεριλήφθηκε στην αμερικανική λογοτεχνική παράδοση.

Μετά τη δημοσίευση του «Φύλλα χλόης», ο Γουίτμαν απολύθηκε στη συνέχεια από τη δουλειά του στο Υπουργείο Εσωτερικών. Κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου Εμφυλίου Πολέμου, ο Γουίτμαν εργάστηκε ως υπάλληλος στην Ουάσιγκτον, DC. Επί τρία χρόνια επισκεπτόταν στρατιώτες στον ελεύθερο χρόνο του, καλύπτοντας πληγές και παρηγορώντας τους τραυματίες. Αυτές οι εμπειρίες τον οδήγησαν στα ποιήματα που δημοσίευσε το 1865, «Drum-Taps», που περιλαμβάνει το «When Lilacs Last in the Dooryard Bloom’d», την ελεγεία του Γουίτμαν για τον Πρόεδρο Λίνκολν.

Στη μόνη γνωστή ηχογράφηση της φωνής του Γουίτμαν, μια ηχογράφηση σε κύλινδρο κεριού 36 δευτερολέπτων, που χρονολογείται γύρω στο 1889-90, (πιστεύεται ότι έγινε από τον Τόμας Έντισον (Thomas A. Edison), κάτοικο του New Jersey), ο Γουίτμαν διαβάζει ένα απόσπασμα από το ποίημά του «Αμερική», στο οποίο περιγράφει το έθνος ως «κέντρο ίσων θυγατέρων και ίσων γιων».

Το 1873 έπαθε εγκεφαλικό, έμεινε μερικώς παράλυτος και ο Γουίτμαν μετακόμισε στο σπίτι του αδελφού του στο Κάμντεν (Camden) του Νιου Τζέρσεϋ. Ακολουθεί ένα δεύτερο σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο το 1874. Συνεχίζει όμως να γράφει. Συνεχίζει να επανεκδίδει σε εμπλουτισμένη μορφή κάθε φορά το βασικό του έργο «Φύλλα χλόης», ώσπου στην τελευταία έκδοσή του το 1891 γίνεται ένας ογκώδης τόμος με 400 ποιήματα.

Ενώ η ποίησή του απέτυχε να συγκεντρώσει την προσοχή του αμερικανικού αναγνωστικού κοινού κατά τη διάρκεια της ζωής του, μετά τον θάνατό του στις 29 Μάρτη 1892, πάνω από 1.000 άτομα ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν την κηδεία του. Στον τάφο του, που σχεδίασε ο ίδιος, έγραψε:

Το βάθρο μου είναι στερεωμένο και σφηνωμένο σε γρανίτη,
Περιγελώ αυτό που εσείς ονομάζετε αποσύνθεση,
Και ξέρω την έκταση του χρόνου.

Η ποίηση του Γουίτμαν εκφράζει συχνά το συλλογικό ασυνείδητο της Αμερικής του 19ου αιώνα, για το καλό και για το κακό. Είναι ο υποστηρικτής της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η περιεκτική ποιητική φωνή του Γουίτμαν έχει επηρεάσει γενιές συγγραφέων σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των Αφροαμερικανών Langston Hughes, Ralph Ellison και June Jordan. Μέρος της ιδιοφυΐας του Γουίτμαν ήταν η ικανότητά του να κατασκευάζει στην ποίησή του μια περσόνα που μιλούσε ως η ιδανική δημοκρατική, αντικομφορμιστική και ριζοσπαστική φωνή, μια περσόνα που πρόβαλλε μια ελευθερία και μια ισότητα που ο κόσμος της εποχής του — όπως και ο κόσμος μας σήμερα — δεν είχε ακόμη πετύχει.

.

Ω, καπετάνιο, καπετάνιο μου

Τέλειωσε, καπετάνιο μου, το φοβερό ταξίδι.
τις τρικυμίες ντροπιάσαμε, κερδίσαμε τη νίκη.
Να το λιμάνι. Θριαμβικά σημαίνουν οι καμπάνες.
Μυριόστομο το αλαλητο που μας καλωσορίζει
Και στη γερή την πλώρη μας τα μάτια στηλωμένα
το άξιο μας καμαρώνουνε κι’ ατρόμη το καράβι.

Μα ω, βάστα, βάστα καρδιά! Ω, οι αιμάτινες στάλες
Οι αιμάτινες στάλες εδώ στο κατάστρωμα
Σωριασμένος και κρύος όπου κείτεται
Νεκρός ο ακριβός καπετάνιος μου.

Ω, σήκω, καπετάνιο μου, ν’ ακούσεις τις καμπάνες!
Για σε ανεμίζουν φλάμπουρα και σάλπιγγες ηχάνε,
Για σε λουλούδια φέρνουνε και στέφανα και δάφνες,
Για σένα μ’ ανυπόμονη αναγαλλιά τρικυμίζει
Ανθρωποπέλαο στη στεργιά και σένα αναζητάνε
Τα χίλια μύρια πρόσωπα με πόθο αναγερμένα.

Σου ανασηκώνω αλαφρά το κεφάλι πατέρα,
Με χέρι τρεμάμενο. Σήκω!
Ψεύτικο όνειρο θάναι που κείτεσαι
Στο κατάστρωμα νεκρός, καπετάνιο μου.

Δεν κραίνει ο καπετάνιος μου, το χέρι μου δε νιώθει.
Άσπρα τα χείλη, ακίνητα και μένει σωριασμένος
Δίχως πνοή και θέληση, δίχως λαλιά ο πατέρας.
Τέλειωσε πια το φοβερό ταξίδι. το καράβι
Που απ’ τις φουρτούνες γλύτωσε, γερό και κερδισμένο
Σ’ αραξοβόλι σίγουρο την άγκυρα έχει ρίξει.

Αναγαλλιάστε στεριές, χτυπάτε καμπάνες
Μα εγώ, με θλιμμένο το βήμα,
Περπατώ στο κατάστρωμα όπου κείτεται
Νεκρός ο ακριβός καπετάνιος μου.

1865

[Μετάφραση Νίκου Καρβούνη, «Ελεύθερα Γράμματα», 1945]

Αυτό το χειρόγραφο είναι ένα υπογεγραμμένο, χρονολογημένο, χειρόγραφο αντίγραφο του «O Captain! My Captain!», που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1865. Το χειρόγραφο αντιγράφηκε από τον Γουίτμαν, χωρίς αλλαγές από την έκδοση που δημοσιεύθηκε το 1881, κατόπιν αιτήματος του John Hay, ο οποίος έγραψε τον Γουίτμαν το 1887 για να ζητήσει ένα αυτόγραφο αντίγραφο του ποιήματος. Το χειρόγραφο υπάρχει με μια συνοδευτική επιστολή από τον Γουίτμαν προς τον Hay, με την οποία ζητά πληρωμή 22 δολαρίων. Ένα γράμμα από τον Hay προς τον Whitman με ημερομηνία 12 Μάρτη 1887, βεβαιώνει την παραλαβή του χειρογράφου και στέλνει μια επιταγή για πληρωμή τριάντα δολαρίων.
Έξω από αυτήν τη Μάσκα
(παίρνοντας θέση μπροστά σ’ ένα πορτρέτο )

1

Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
(Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,
(Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)
Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστο τον λάκκο,
O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα·
Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη·
Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη·)
Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
Να εκ το ξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό ,περιστρεφόμενο διάστημα — από αυτά για να πηγάσει,
Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι—ένα Βλέμμα.

2

Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων,
Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
(Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω,
Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό ,
Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.

Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!

Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται·
Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους·
ου εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων — του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
Των φτωχών εκβάσεων των πάντων — των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου·
Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας — με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,
το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται — Τί το καλό μέσα σε αυτά,

ω εαυτέ μου, ω ζωή;

Απάντηση

Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα·
Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

Η Τελευταία Επίκληση

Στα τελευταία, με τρόπο μαλακό,
Από τους τοίχους της σθεναρής οχυρωτής εστίας,
Από την πόρπη των πλεγμένων κλειδαριών, από τη φύλαξη των καλά κλεισμένων θυρών,
Άσε με να εκπνευστώ.

Άσε με να γλιστρήσω αθόρυβα προς τα μπροστά·
Με το κλειδί της απαλότητας ξεκλείδωσε τις κλειδαριές—με έναν ψίθυρο,
Θέσε ορθάνοιχτες τις πόρτες ω ψυχή.

Μαλακά—μην ανυπόμονη φανείς,
(Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω σάρκα εφήμερη,
Δυνατό είναι το κράτημά σου, ω αγάπη).

1876

[Μετάφραση Μαρία Θεοφιλάκου]

Το «Out from Behind This Mask» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 19 Φεβρουαρίου 1876, στην «New York Tribune» και, αργότερα την ίδια χρονιά, στο «Two Rivulets». Το ποίημα γράφτηκε ως απάντηση σε ένα χαρακτικό του William J. Linton βασισμένο σε μια φωτογραφία του Γουϊτμαν που τραβήχτηκε από τον George C. Potter περίπου το 1871.
Ο γυρισμός των ηρώων

Την τελευταία φορά που τραγούδησα, λυπημένη είταν η φωνή µου,
Θλιθερὰ ένα γύρω μου θεάματα, βογγητά από πνιχτό μίσος
και καπνοί μάχης·

Στεκάμενος στη μέση της συμπλοκής των παλικαριών,
Είτε περνώντας βιαστικ ανάμεσα στους λαβωμένους
ή σε κειοὺς π᾿ αργοπεθαίναν.

Σήμερα όμως, δεν τραγουδάω πια τον πόλεμο,
Μήτε το βήμα των φαντάρων, μήτε τις σκηνές του στρατοπέδου,
Μηδὲ το αστικό φτάσιμο των συνταγμάτων
που αναπτύσσονται σε τάξη μάχης.

Πάνε πια τα άθλια θεάματα του πολέμου,
πούναι ενάντια στη φύση.

Ζητούσαν χώρο, αυτὰ τα αθάνατα φλογισμένα
στρατεύματα, τα πρώτα στρατεύματα που έφυγαν!

Ζητούσαν θέση αλίμονο! τα φοβερά στρατεύματα
τα τρομερά στρατεύματα που ακολούθησαν.

Περάσετε, περάσετε, αδελφικὰ συντάγματα
με το βήμα των νευρώδικων ποδιών σας,

Με τους νέους γερούς ώμους σας, με τα σακκίδια
και με τα όπλα σας.

Πως σος κοιτούσα εκεί στεκάμενος κι εκστατικός.
καθώς περνούσατε φεύγοντας.

Περάσετε – και ύστερα χτυπήστε πάλι τύμπανα,
Γιατί ένας στρατός φαίνεται, ω ένας άλλος στρατός γεννιέται.

Είδα εγώ τη μέρα του γυρισμού των παλικαριών.
(Όμως οι ήρωες που ποτέ δεν ξεπεράστηκαν
ποτέ πια δε θα γυρίσουν,
Δεν τους είδα κείνη τη μέρα).

Είδα τα ατέλειωτα σώματα, είδα τις παρελάσεις των στρατιωτών,
τους είδα να ζυγώνουν, να παρελαύνουν κατά μεραρχίες,
Ν᾽ απλώνουνται κατά βορρά, και σαν τελέψαν τη δουλιά τους
να στρατοπεδεύουν μια στιγμή σε μεγάλες ομάδες.

Όχι στρατιώτες παρελάσεων – αλλά νέοι βετεράνοι.
Κουρασμένοι, μπρούτζινοι, γεροί, από τη ράτσα
των φαρμαδόρων και των µαστόρων,

Συνηθισμένοι από πολλές και μακρινές εκστρατείες
και εξαντλητικές πορείες,

Ατσαλωμένοι σε πολλές αιματηρές μάχες ακριβοπληρωμένες.

Μια στάση – οι στρατοί περιμένουν,
Ένα μιλλιούνι φλογεροί νικητές σε τάξη μάχης περιμένουν.
Κι ο κόσμος περιμένει – ύστερ’ αγάλια σαν τη νύχτα
Λυώνουν, χάνονται.

Αγάλου, ω χώρα! χώρα νικήτρα!
Η νίκη σου δε βρίσκεται πάνω σ᾿ αυτοὺς εκεί
τους µατωµένους κάμπους που αναριγούν,
Αλλὰ εδώ και από δω και μπρος η νίκη σου.

Διαλυθείτε, σμίξετε, στρατοί, σκορπιστείτε
φαντάροι γαλαζοφορεµένοι,

Αποφασίστε για το γυρισμό, αφίστε μια για πάντα
τα φονικά σας όπλα.

Άλλα όπλα, για σος τώρα οι αγροί,
Βορράς και Νότος,
Με πιο γερούς πολέμους, καλούς πολέμους ζωοδότες.

Δυνατός, ω λάρυγγά μου, καθάριος, ω ψυχή μου!
Η εποχή της πράξης και η φωνή της πλέριας απόδοσης,
το τραγούδι της χαράς και η δύναμη της άπειρης γονιμότητας.
Αγνάντια μου όλα τα οργωμένα και ανόργωτα χωράφια,
Βλέπω τους αληθινούς στίβους της φυλής μου, αργά ή γρήγορα,
Στίβους γερών κι αγνών ανθρώπων.
Βλέπω τους ήρωες σ᾿ άλλες δουλιές,
Βλέπω στα σίγουρά τους χέρια τα καλά όπλα.
Βλέπω τη Μεγάλη Μάνα,
Με το πλατύ της βλέμμα να καμαρώνει σταθερά.
ώρα πολλή να σταματάει,
Και να μετράει τις σοδειές.

Λιβάδια, περιβόλια, κίτρινα στάχια το ῦ Βορρα.
Ρίζι, μπαμπάκι του Νοτιά και ζαχαροκαλάµι
της Λουϊζιάνας,

Πλατιές χερσάδες άσπορες, παχιά λιβάδια
τριφυλλιών και χλόης.

Γελάδια και άλογα που βόσκουν, κοπάδια και γουρούνια,

Και οι μεγάλοι ποταμοί, τα χαρωπά ρυάκια,

Και οι γεμάτοι υγεία βουνόκαµποι, άνεμοι μυρωμένοι από γρασίδι,
Και η καλή η χλόη πράσινη, «το αέρινο του το θαύμα,
Η αναγεννήτρα χλόη.

.

[Μετάφραση Γιάννης Γ. Σφακιανάκης, «Ελεύθερα Γράμματα», 1945]

Αυτό το χειρόγραφο πιθανότατα συντάχθηκε γύρω στο 1870–1871, όταν ο Γουίτμαν αναθεώρησε και επέκτεινε το ποίημα «Ύμνος των νεκρών στρατιωτών», που δημοσιεύτηκε αρχικά στο Drum-Taps (1865), για επανέκδοση ως «Στάχτες των Στρατιωτών» ή «Στάχτες των ηρώων».
Δάκρυα!

Δάκρυα! Δάκρυα! Δάκρυα!
Μέσα στην ερημιά και μέσα στη νύχτα, δάκρυα,
Που πέφτουν, πέφτουν στάλα – στάλα
στο λευκό ακρογιάλι κι η αμμουδιά τα πίνει,
Δάκρυα και μήτε ένα άστρο που να λάμπει
όλα ανέλπιστα και όλα μαύρα,
Δάκρυα που τρέχουν από τα υγρά τα μάτια
μιας μορφής με σκεπασμένο πρόσωπο·
Ω ποια είναι αυτή η σκιά;
Η οπτασία αυτή που κλαίει μέσα στα σκοτάδια;
Ποιος όγκος άμορφος, εκεί, είναι σκυφτός στην αμμουδιά;
Κύματα δάκρυα και λυγμοί,
αγωνίες που μέσα πνίγονται κραυγές τρελές.
Μην είσαι εσύ, εσύ τάχα, ενσαρκωμένη τρικυμία,
που υψώνεσαι έτσι και περνάς στον όρμο βιαστικά!
Ω τρικυμία νυχτερινή, πένθιμη κι αγριωπή,
με τον αγέρα σου – όλο σπασμούς κι αλλοφροσύνη!
Ω σκιά τόσο ήρεμη κι αξιοπρεπή τη μέρα,
με το γαλήνιο πρόσωπό σου και με την ταχτική περπατησιά σου
Όμως τη νύχτα, άμα κανένας δε σε βλέπει
και ξεσπάς – σε τι αβάσταχτο ωκεανό μεταμορφώνεσαι,
Από δάκρυα! δάκρυα! Δάκρυα!

Από τη συλλογή «Φύλλα Χλόης», 1855
[Μετάφραση Ναπολέων Λαπαθιώτης]

.

Το βάθρο μου είναι στερεωμένο και σφηνωμένο σε γρανίτη,
Περιγελώ αυτό που εσείς ονομάζετε αποσύνθεση,
Και ξέρω την έκταση του χρόνου.
Το μόνο που θέλω είναι να βρω το νησί μου…
Εκεί θα κάνω τις στιγμές ευτυχίας καθημερινότητα, εκεί θα διώξω τα «θέλω», εκεί θα βρω κάθε μου ναι και όχι, εκεί θα «ζήσω» κάθε μου θάνατο, εκεί θα αφήσω εμένα ελεύθερο. Το μόνο που θέλω είναι να με βρω
Το μόνο που θέλω ρε, είναι να ζήσω κάθε μου στιγμή και να μην καταλήξω δυο ημερομηνίες με μια παύλα ανάμεσα…
Ζητώ πολλά;

(Το ποίημα που έγραψε για τον τάφο του)

Δανιήλ Τσιορμπατζής

Τι όμορφο που είναι να ζεις / να μπορείς να διαβάζεις τον κόσμο / τη ζωή να τη νιώθεις τραγούδι αγάπης / τι όμορφο που είναι να ζεις / σαν παιδί να απορείς και να ζεις.
Αναγνώσεις:449