Χρόνος ανάγνωσης περίπου:11 λεπτά

Το νευρόσπασμα, του Αντώνη Κουκλινού

Νευρικός από μικιό κοπέλι…

Φαίνεται πως επόρισε νευριασμένο, από τη κοιλιά τση μάνας του.

Οσά ντο νευρικό κουλούκι απου μοντέρνει να σε δακάσει απ’ τ’ ατζί εκειά που σαλεύγεις στη στράτα, ήτονε από ξαρχής.

Μυγιάγγιχτος, μπροσάφορμος και κουρκουζάνης.

Μνιά κουβέντα να πεις και καταλάβει πως το νε μοτσέρνεις, θα σου χυθεί ντελόγω.

Σε ότι διαολιά εγίνοντονε στο χωργιό, ήτονε αρχηγός πρώτος, πρώτος.

Ούλοι ελέγανε πως ετονέ το γλάνι, οντε μεγαλώσει, θα μπλέξει με κακές παρέες και άστα αξεκαθάριστα.

Εκοντοσίμωσε ο καιρός να ξεσκολίσει απου το δημοτικό και για πλιά πέρα να μάθει γράμματα, ούτε κατά διάνυα.

Το ζόρε ντου ήτονε να ξεμπλέξει από τη βίτσα τω δασκάλω και να μη ντο νε ξυπνά αξημέρωτα η μάνα ντου, να γλακά στο σκολειό.

Οι γονέοι ντου δε ντο νε παλεύγανε μπλιό και γυρεύγανε πράμα αφεντικό, να το νε πέψουνε φαμέγιο.

Που κατέχεις…

Μπορεί με τη δουλειά και τη γλύκα τση πλερωμής, να γλυκαθεί και ν’ αθρωπίσει μνιά ολιά το κοπέλι.

Με τα πολλά, εβρέθηκενε αφεντικό.

Μόνο πως ήτονε πολλά αλαργοπά απου το ντόπο ντου και εφοβηθήκανε πως θα κάτσει μνιά ολια τη ν’ αρχή κι απόκιας θα λαργάρει να γιαγύρει οπίσω.

Είπανέ ντο και τ’ αφεντικού, απ’όξω απ’ όξω, για να χει τα μέντες του, να μη ντου φήνει λάσκα το σκινί και να το ν’ έχει από κοντά.

Εεε τη μπαντέρμη γνώμη, απού χομε, για τσ’ άλλους πολλές φορές, οσά ντη ρετσινιά κολλά στο ν’ άθρωπο και ότι κια γ-κάνει του κλουθά στο μ-πόδα.

Το κοπέλι εξενιτεύτηκε, με δυό αλλαξές ρούχα ούλα κ’ ούλα σε μνιά ναυλοσακούλα μέσα.

Ο αφέντης ήτονε νοικοκύρης, είχενε πολλά χωράφχια καλλιέργειες και σαφή εργάτες στη δούλεψή ντου και μπόλικα ζά.

Το φαμέγιο το ν’ ήθελε να το ν’ έχει κοντά ντου και για τα πρόβατα.

Ηδωκέ ντου μνιά κάμερα στο σπίτι ντου να θέτει και θα τρώνε ούλοι μαζί αργά στο τραπέζι.

Η δουλειά ήτονε μνιά ολιά δύσκολη τη ν’ αρχή, μα κόβγει το μνιαλό ντου και πχιάνουνε και τα χέργια ντου.

Σε μνιά ολιά καιρό, εγίνηκενε η δεξά χέρα του αφεντικού και το παράξενο..? ο πλιά έμπιστος εργάτης του.

Τα χρόνια τρέχουνε οσά ντο νερό τα παντέρμα.

Δε ν’ επόριζε όξω να βολτάρει, μόνο κιανένα Σαββάτο και μνιά Κυργιακή απου θε λα πάνε στη ν’ εκκλησά ούλοι μαζί, γιατί ο αφέντης ήτονε θρήσκος και δε ν’ εσήκωνε κουβέντα για λιβάνι και προσευχή.

Εκειά στη ν’ εκκλησά, το ν’ είδενε μνιά ομορφονιά κ’ εσήκωσε τα μάθια τζη απάνω ντου.

Τάξε πως του γέρνανε κρυγιό νερό στη ράχη, κάθε Κυργιακή απου θε λα τη νε ιδεί.

Δε ν’ εθώργιενε τη ν’ ώρα να ξημερώσει να σηκωθεί να κλουθά του αφέντη, να πάνε στη ν’ εκκλησά.

Ο έρωντάς του για τη ν’ όμορφονιά, εξεχύλιζε ετόσονά πολύ, απου εντάκαρε και τα Σαββατόβραδα να κλουθά τσ’ αφεντικίνας στο σπερνό κ’ αυτή το φχαρισθιέται και του κάνει με καμάρι.

-Ίντα καλό κοπέλι εξετέλεψες εδά τελευταία και δε χάνεις ώρα να παίξει ο παπάς τη καμπάνα κ’ αγλακάς στη εκκλησά μπράβο σου Ζαχαργιό.

Ήσκυψε τη γ-κεφαλή ντου χάμε και δε ν’ εμίλησε…

Το ζόρε ντου ήτονε να ιδεί τη γ-κοπελιά και να του δείξει σημάδι πως το νε θέλει.

Απου το μνιαλό ντου δε φεύγει μέρα, νύχτα, κοιμάται ξυπνά με τη σκέψη τζη.

Εκειά στα ζά, έχει τη ν’ άπλα ντου να τη σκέφτεται και να ονειρεύγεται πως μνιά μέρα θα τη νε πάρει.

Με το ν’ αφέντη τα πάνε παραπάνω από καλά και μνιά ν’ ημέρα του ζήτηξενε μνιά χάρη.

-Αφεντικό εσκέφτηκα να πάρω μνιά δεκαρά οζά, να τα χω μαζί με τα δικά σου να τα βλέπω κ΄ οντε θα να ‘ρθει η γ’ ώρα να σφάξω τ’ αρνιά, κ ότι πχιάσω.

-Ίντα σκοπό βαστάς Ζαχαργιό, παντριγιά μου μυρίζει πως θες και ξανοίγεις να κάμεις γερό κομπόδεμα…; μπράβο σου απου σκέφτεσαι σωστά.

-Αφεντικό ανε θες πε μου να το κάμω…;

-Να το κάμεις μπρέ Ζαχαργιό ντελικανής είσαι και πραγιό κοπέλι και σ’ αξίζει.

Ο μπροσάφορμος, το νευρόσπασμα, εγίνηκε εδά, πραγιό κοπέλι και σκέφτεται να κάμει και οικογένεια.

Φαίνεται πως το θεργιό απου εμούγκριζε μέσα ντου, δε ν’ ήτονε άλλο πράμα, παρά να βάλει το ν’ απατό ντου σε μνιά σειρά.

Εξεκίνησε με τα δέκα πρόβατα, να τα κάμει είκοσι και μαζί με το μηνιάτικο του αφέντη να βαραίνει η τσέπη ντου σιγά, σιγά.

Μνιά δυό φορές απου εβρέθηκενε στο χωργιό ντου, το νε ξανοίγανε οι χωργιανοί κ’ εκάνανε το σταυρό ντος.

-Μπρέ σύ ετονέ είναι το κοπέλι απου αναθράφηκε με τα μας…;

-Ετοσές είναι ο μπροσάφορμος και το νευρόσπασμα…;

-Ίντα του κάμανε κοντώ μάγια…;

Ναι μάγια του κάμανε…

Μα όη ετσά απου το λέτε και το θαρρείτε εσείς.

Μάγια κάνει ο έρωντας στη καρδιά του αθρώπου, κ’ από θεργιό το νε μερεύγει και γίνεται κλωσσοπούλι.

Οντε θα νοιώσεις στο βλέμμα τω ν’ αμαθιώ τζη, τα γόνατα σου να τρέμουνε και να μη σου κολλά ύπνος στο μαξελάρι, τάξε πως έχεις σαράντα πυρετό, ετότεσάς τη δάγκασες τη λαμαρίνα που λένε.

Σού ‘ρχεται οσά ντο καλό μουσαφίρη στο τόπο στη καρδιά σου και σ’ αλλάζει.

Ντακέρνεις να σκέφτεσαι και να πράττεις με άλλη λογική και να θωρείς με άλλα μάθια το κόσμο.

Ομορφίζεις και σα ν’ άθρωπος και η ζωή σου γλυκαίνει.

Ο καιρός περνά με τον έρωντα να το νε τσουρουφλίζει και να σιγοψήνεται οσα ντο αρνί στη σούβλα.

Έρχουνται και υποχρεώσεις εδά…

Κοντοφτάνει η γ’ ώρα να πάει φαντάρος…

Η σκέψη ντου πως μπορεί να τη χάσει, το νε μαραίνει και τσι τελευταίες μέρες το νε θωρεί το αφεντικό πως δε ν’ είναι χαρούμενος.

-Ιντά ‘χεις και σε θωρώ σκουτουργιαζμένο, το στρατιωτικό σκέφτεσαι…;

-Ναι αφεντικό πως θα σας αποχωριστώ.

-Να μη φοβάσαι πράμα Ζαχαργιό και ογλήγορα θα περάσει και θά ‘σαι πάλι οπίσω στη δουλειά.

-Σκέφτομαι αφεντικό πως θα σου ‘φήσω και δικά μου οζά, γ’ αυτό ανε θες να μου βρείς μουστερή να τα πουλήσω.

-Ο Θεός δε ντό ‘καμε… να τα ‘φήσεις εκειά ‘πούνε, μα ο βοσκός απου θά να ‘ρθει, σάμε να γιαγύρεις, θα τα βοσκίζει μα δε θα τα σηκώνει εδά και στη ράχη ντου…; ίσα, ίσα που θά ‘ρθεις από το στρατό και θα τα βρείς διπλά.

Εκειονά που το νε τρώει όμως, δε ν’ είναι τα πρόβατα, μα ο καημός τση λεγάμενης.

Κακά τα ψώματα, σκέφτεται, πως ανε τζη τύχει πράμα προξενιό, πάει τη ν’ έχασε.

Με μνιά ν’ αμαθιά κ’ ένα γλυκό βλέμμα, δε δένεις το γάιδαρό σου.

Όσο κοντοφτάνει η μέρα, να μισέψει, το σαράκι μέσα ντου το ν’ έχει φαωμένο.

Σε μνιά κουβέντα με το αφεντικό, το νε κατάλαβε πως δε ν’ είναι στα καλά ντου.

-Μπρέ Ζαχαργιό ιντά χεις, δε σε θωρώ καλά και στενοχωρούμε, ετόσονα φοβάσαι τη κουραμάνα…; δε ντο περίμενα λόγω τιμής.

Δε ντού ‘ρθε η κουβέντα του φόβου, για το στρατό.

-Όη αφεντικό δε ντο σκέφτομαι ετούτο να το πράμα καθόλου.

-Κιαμε γιάντα είσαι ετσά κατσουφχιασμένος…; ίντα τρέχει…;

Εκειά που ήρθενε η δουλειά, έκατσε και του τά καμε ούλα χαρτί και καλαμάρι που λένε.

-Αγαπώ μνιά γ-κοπελιά, απού μαι κουζουλαμένος αφεντικό και φοβούμαι πως εδά που θα λείπω στο στρατό θα τη νε χάσω.

-Και δε ν’ επήρα χαμπάρι πράμα, μπρέ θηρίο, πού τη γνώρισες, πχιά είναι τη νε κατέχω…;

-Μη πάει το μνιαλό σου στο πονηρό αφεντικό, δε ν’ είμαι τέθιος άθρωπος, τη κοπελιά τη ν’ έχω θωρώντας μόνο απ’ αλάργω στη εκκλησά.

-Και πως κατέχεις ανε σε θέλει..? πωμένο στο χει…;

-Αφεντικό…τα μάθια μου δε με ξεγελούνε… η κοπελιά με θωρεί και λιώνει όπως κ εγώ… μα δε γατέχω ούτε πως τη νε λένε, για να σου πω να καταλάβεις, πχιά ναι… μα στη ν’ εκκλησά έρχεται με μνιά γριά που κουτσαίνει και τη νε βαστά απου το μπράτσο.

-Ίντα λες εκειά..!!! κατέχω πχιά ναι η κοπελιά.

-Κατέχεις αφεντικό..? και ίντα λες να κάμω…;

-Δε θα κάμεις πράμα, εδά ετούτη νέ τη ν’ ώρα, για δε ταιργιάζει, μα θα σκεφτώ εγώ για σένα.

-Έχεις το λόγο μου αφεντικό πως τη νε θέλω απου ποθαίνω κ’ έχω σοβαρό σκοπό.

-Γροίκα να σου πω Ζαχαργιό…

-Εσύ εδά παιδί μου, θα πας στη ν’ ευκή τση Παναγίας, να βγάλεις το στρατιωτικό σου και ξάμου.

-Ετεσές τσι μέρες θα πα να βρώ το πατέρα τση κοπελιάς και θα του μιλήσω, πως έχω ένα καλά καλό κοπέλι στη δουλειά μου αρκετά χρόνια και πως είμαι σίγουρος πως η κοπελιά θα καλοπεράσει στα χέργια σου.

-Ναι αφεντικό μα να πας ογλήγορα, να μη πάθω κιαμνιά και δε ν’ έχει ανεμπαλωμό ύστερα.

-Εσύ να μη ν’ ανησυχείς, άμε να ορκιστείς πρώτα και στη ν’ άδεια που θα πάρεις, θα σού ‘χω καλά μαντάτα.

Ήσαξε το νταμπγιέτι το Ζαχαργιού και ήρθενε η γ’ ώρα να λαργάρει για το στρατό.

Σαν αποχαιρέτηξε και τσ’ εδικούς του στο χωργιό, ήδωκενε ένα γράμμα του αφεντικού.

-Πάρε εκειονέ το γράμμα κ’ οντε θα πας να ιδείς το ν’ αφέντη τση κοπελιάς, να τση το δώσεις.

Ενεμάζωξε τη ν’ υπομονή ντου και τη ν’ ελπίδα, πως ούλα θα πάνε καλά και φεύγει για το στρατό.

Τ’ αφεντικό εκράτηξε το λόγο ντου και ήκαμε το χρέος που ανέλαβε.

Επήγε κ έπχιασε το γ-κύρη τση κοπελιάς και του τά ‘καμε χαρτί και καλαμάρι.

-Κατέχω το κοπέλι… απ’ αλάργω σα σ’ έχω θωρώντας μαζί και για να τό ‘χεις παρέα και μέσα στο σπίτι σου ετόσα νά χρόνια, πάει να πει, πως είναι τα πράματα όπως τα γροικώ.

-Ένα πράμα θα σου πω μόνο… η κοπελιά θα περάσει καλή ζωή και θα προκόψουνε, να μου το θυμάσαι ίντα ώρα στο λέω.

-Λέμενε όμως τη κουβέντα και η κοπελιά δε γατέχει πράμα… φώνιαξέ τη νε να μα σε πεί τη γνώμη τζη.

-Κάτσε να ιδώ για δε πρέπει να ναι στο σπίτι…

-Μπέ γυναίκα..!!! που σαι μωρή, έλα που σε θέλω.

Αποκρίθηκέ ντου απ’ τη κουζίνα.

-Ίντα θες και ‘χω δουλειά… πέ μου..

-Που ναι η θυγατέρα μου, φώνιαξέ τση να ‘ρθει.

-Δε ν’ είναι πά… ίντα τη νε θες…

-Άλλη ώρα θα σου πω, κάνε τη δουλειά σου…

Εδώκανε λόγω πως θα συνεχίσουνε τη κουβέντα, αφού θα πάρει τη γνώμη τση κοπελιάς.

Το στρατιωτάκι δε θωρεί τη ν’ ώρα, να περάσουνε οι δυό μήνες απου θα ορκιστεί, για να κατεβεί κάτω, να δέσει τη δουλειά.

Παντέρμη αγάπη οντε σμίγει τσι καρδιές τω ν’ αθρώπω, ίντα γλυκιά, απού ναι η ζωή και ίντα ονοστιμνιά έχει.

Απίς επήρε τη γνώμη τζη και είδε πως η θυγατέρα ντου το νε θέλει, εκάλεσε τ’ αφεντικό στο σπίτι να του πεί το καλό χαμπέρι.

Πεσίχαρος εγλάκα και πήγε ντελόγω.

Απάνω στη κουβέντα, ήβγαλε το γράμμα και το δίδει τση κοπελιάς.

-Τη ν’ ημέρα πού ‘φευγε για το στρατό, μου τό ‘δωκε να στο δώσω και ήρθενε η γ’ ώρα να το διαβάσεις.

Με τρεμάμενα χέργια άνοιξε η κοπελιά το γράμμα και μπροστά στο ν’ αφέντη τζη, διαβάζει…

Κοπελιά μου…

Δε γατέχω καν τ’ όνομά σου…

Δε γνωρίζω τσι γονέους σου, αν’ έχεις αδέρφχια και πόσα.

Αυτό που κατέχω καλά είναι πως από τη ν’ ώρα που μπήκες στη ν’ εκκλησά και σ’ είδανε τα μάθια μου να προσκυνάς και ν’ ανάβγεις το κερί σου, εγώ εξαναγεννήθηκα.

Επέρασες από μπροστά μου και στο πρώτο βλέμμα σου, έχασα τα λογικά μου.

Γεμάτος αγάπη και έρωντα, κάθε φορά που σμίγαμε στη ν’ εκκλησία, κουβαλώ τσ’ ελπίδες μου και τσι κάνω πέτρες να χτίσω το όνειρό μας.

Δε ν’ έχω ακούσει, ούτε το χρώμα τση φωνής σου ακόμη και φαντάσου πως κουβεδιάζω μαζί σου ώρες ατέλειωτες.

Ταξιδεύγω με τη ν’ αγάπη και τη σκέψη μου για σένα και φεύγοντας άφηκα παραγγελιά, να σου δώσουνε το γράμμα.

Αν’ είναι από το Θεό γραφτό και κατεβώ με άδεια, θέλω να ‘ρθω να σε βρω μπροστά στο κύρη σου, να δώσω λόγο και τιμή πως σ’ αγαπώ και να μ’ ανημένεις ν’ απολυθώ.

Δε ν’ είμαι πλούσιος γαμπρός στα λεφτά, μα στα συναισθήματά μου για σένα ξεπερνώ ούλους τσι λεφτάδες.

Ονειρεύγομαι να κατεβώ και ν’ ακούσω το ναι από το στόμα σου, για να μερώσει η ψυχή και το μυαλό μου και να κατέχω πως κ εσύ μ’ αγαπάς και θα με περιμένεις.

Ζαχαρία με λένε και ζω μόνο για σένα…!!!

Διπλώνει το γράμμα και το δίδει του πατέρα τζη.

-Διάβασέ το κ εσύ μπαμπά και πέ μου.

Για μνιά στιγμή το αφεντικό του Ζαχαργιού, εκόμπγιασε… λές να γράφει πράμα και δε τζή ‘ρεσε κοντώ και Θέ μου…;

Σκουτουργιασμένος ανημένει να ποδιαβάσει το γράμμα ο κύρης τση.

-Καλά τα γράφει ο ντελικανής και του πιστεύγω πως έχει λόγο και μπέσα.

-Δηλαδή για να καταλάβω, καλά έκαμα και σας ήδωκα το γράμμα…; για μνιά στιγμή εντολαντίστηκα Θεόψυχά μου..!!!!

-Ετοσές ο άθρωπος έχει αντριγιά και λόγο και αφού αρέσει του κοπελιού μου, δε θα του πω όχι… με το καλό να ‘ρθει και θα δώσομε λόγο και τιμή.

Σα ν’ επεράσανε οι δυό μήνες και ορκίστηκε, επήρε τη ν’ άδεια και κατεβαίνει κάτω.

Από το βλέμμα του αφεντικού, με το που κουτελώσανε, εκατάλαβε πως έδεσε η δουλεια.

-Καλώς το φανταράκι μας..!!! πως πάει η κουραμάνα Ζαχαργιό…;

-Η κουραμάνα καλά πάει αφεντικό, η γ’ άλλη δουλειά με γνοιάζει πως πάει να μάθω.

-Μη σε γνοιάζει πράμα… επαέ με γω και στη νε κατάστεσα τη παραγγελιά στο πίτσι φιτίλι… απόψε θα πάμε στση κοπελιάς το σπίτι, να δώσετε γνώρα, μα για να δέσει το πράμα σωστά θα καλέσεις και τσι γονέους σου, να το κάμεις όπως πρέπει.

Σα ν’ ήκουσε πως ούλα θα σάσουνε, η ψυχή ντου εμέρεψε… ήφηγε το βάρος του φόβου και γαλήνεψε μέσα ντου.

Ο λόγος και η μπέσα, σε κάνουνε σημαντικό άθρωπο…

Ευτυχισμένο σε κάνει η αγάπη.

Ο έρωντας σε κουζουλαίνει κ’ οντε ν’ είναι αληθινός, ανοίγει τσι πόρτες του παράδεισου να ζήσεις τ’ όνειρο σου.

Το ‘’αγρίμι’’ από τη κοιλιά τση μάνας του, εγίνηκενε πρόβατο… εμέρεψε, εγαλήνεψε και ήβγαλε ‘’ψεύτες’’ ούλες τσι λανθασμένες γνώμες, ακόμη και τω γονέω ντου.

Μνιά ν’ ώρα ν’ αγαπά κιανείς, ντελόγω συνηθίζει,

και ομορφαίνει όπου σταθεί, ο τόπος και μυρίζει..!!!

Απρίλης του είκοσι δυό…

Αντώνης Κουκλινός

Σύνταξη

Η τέχνη, η επιστήμη, η γλώσσα, ο γραπτός λόγος, η παράδοση, είναι εργαλεία του πολιτισμού, που συμβάλλουν τα μέγιστα για να διαμορφωθεί μια κοινωνία, να θεσπίσει τους κώδικες και την ηθική της, να πλάσει τους όρους δημιουργίας της κοινωνικής συνείδησης, να επεξεργαστεί την αλληλεγγύη της και να φτιάξει έναν κοινωνικό ιστό, που θα διαφυλάσσει και θα προάγει την έννοια άνθρωπος.
Αναγνώσεις:128